Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2022

 

Βιογραφικό Σημείωμα
Ο Λευτέρης Τσίλογλου γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία του Βόλου, τον προσφυγικό συνοικισμό, στις 15 Δεκεμβρίου του 1940. Στο πατρικό σπίτι με τη μαμή της γειτονιάς που την έλεγαν κυρά Ελευθερία. Πέμπτο και ύστατο παιδί της οικογένειας, ο Βενιαμίν της.  Εκεί έζησε τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του. Μόλις τελείωσε το Δημοτικό σχολείο, για δυο χρόνια, σύμφωνα με την κυρίαρχη παράδοση της γειτονιάς εκείνη την εποχή, εργάστηκε ως μαθητευόμενος ή παραγιός σε διάφορα αφεντικά. Στην αρχή, για ένα σχεδόν χρόνο πήγε να μάθει την τέχνη του ράφτη σε ραφείο της οδού Δημητριάδος. Δεν τα βρήκε με το αφεντικό του και έφυγε. Στη συνέχεια και για αρκετούς μήνες έγινε μπακαλόγατος σε μαγαζί της γειτονιάς του. Αποφασίζει. σπάζοντας την παράδοση, με δυο χρόνια καθυστέρηση, να συνεχίσει το σχολείο. Δίνει εισαγωγικές εξετάσεις στο γυμνάσιο. Τα έξοδα τα καλύπτει με πρόσκαιρες απασχολήσεις σε διάφορα αφεντικά κυρίως σε περιόδους διακοπών και το 1960 τελειώνει τη μέση εκπαίδευση. Εργάζεται για ένα μήνα στα ψυγεία της ΕΨΑ της Αγριάς, όπου εξασφαλίζει τα αναγκαία χρήματα για εισιτήρια να πάει στην Αθήνα και να πληρώσει τα εξέταστρα. Σχέδιο είναι να γίνει μαθηματικός και να ασκήσει το επάγγελμα στην ιδιαίτερη του πατρίδα. Με το σύστημα της εποχής δίνει εξετάσεις σε τρείς σχολές, Τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν. Για λόγους που έχουν σχέση με την ατμόσφαιρα της εποχής επιλέγει (κακώς) να σπουδάσει στο Φυσικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αλλά, πάλι. με αρχικό σχέδιο να επιστρέψει ως καθηγητής στη γενέθλια πόλη του.
Για αντικειμενικούς, αλλά και υποκειμενικούς, λόγους αυτό το σχέδιο ποτέ δεν πραγματοποιείται. Με τις νέες του δραστηριότητες, που με ορμή μπαίνουν στη ζωή του, αργεί να πάρει το πτυχίο του, γεγονός που συνέβη στις αρχές του 1976. Αυτό θα εξηγηθεί-δικαιολογηθεί στη συνέχεια. Στη διάρκεια της φοιτητικής του ζωής ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το συνδικαλισμό της εποχής. Τρία χρόνια ήταν εκπρόσωπος του έτους του στον ενιαίο τότε σύλλογο της Φυσικομαθηματικής Σχολής «Ο Αριστοτέλης». Δυο χρόνια ήταν εκπρόσωπος της Σχολής του στη ΔΕΣΠΑ, δηλαδή του συντονιστικού οργάνου όλων των σχολών του Πανεπιστημίου της Αθήνας και στο 5ο Πανσπουδαστικό συνέδριο, το 1964, εκλέγεται γενικός γραμματέας της ΕΦΕΕ. Παίρνει μέρος στα τρία συνέδρια, το ιστορικό πλέον τέταρτο,  το πέμπτο και το έκτο. Το 1965 αποχωρεί από το φοιτητικό συνδικαλισμό. Συγχρόνως αυτά τα χρόνια ζει, από διάφορες θέσεις του προεδρείου, τη ζωή του τοπικού συλλόγου των Βολιωτών φοιτητών «Ο Άνθιμος Γαζής».
Το φθινόπωρο του 1962 αποκτά οργανωτική σχέση με την Νεολαία της ΕΔΑ και βιώνει τη ζωή της οργάνωσης με όλα τα συνεπαγόμενα βάρη της εποχής. Λαβαίνει μέρος στο ιδρυτικό συνέδριο της Νεολαίας Λαμπράκη και εκλέγεται μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της. Τον Ιούνιο του 1965 του ανατίθεται η καθοδήγηση των οργανώσεων της νεολαίας στη Θεσσαλία. Αισθάνεται το προσωπικό του αδιέξοδο και αποφασίζει να τελειώσει με την αναγκαστική υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας. Άλλωστε τελειώνει και η αναβολή που έχει πάρει λόγω σπουδών
Τον Ιανουάριο του 1966 κατατάσσεται στις τάξεις του Στρατού και αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σκληρότητα από τους επικεφαλής αξιωματικούς του στρατού, λόγω των τότε πολιτικών του φρονημάτων. Απολύεται με απολυτήριο στο οποίο αναγράφεται στην αντίστοιχη στήλη ΚΑΚΗ ΔΙΑΓΩΓΗ τέλη Μαρτίου του 1968 υπηρετώντας και τις επιπλέον φυλακίσεις όχι για παραπτώματα των κανονισμών αλλά για το πείσμα του να μη υποκύψει στις πιέσεις απάρνησης των «πιστεύω» του Αμέσως μεταβαίνει στην Αθήνα και αναζητά παλαιούς συντρόφους του. Βρίσκει επαφές και γίνεται καθοδηγητικό μέλος της αντιστασιακής φοιτητικής οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος». Συλλαμβάνεται το Νοέμβρη του ίδιου έτους από την Ασφάλεια Αθηνών και τα επόμενα σχεδόν 5 χρόνια βρίσκεται κλεισμένος στις φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Αποφυλακίζεται με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1973. Το Νοέμβριο του 1973 παντρεύεται την Ντόρα Βέττα και τον Ιανουάριο του 1975 αποκτά τη μονάκριβη κόρη του Αναστασία.
Με τη διάσπαση του κόμματος τάσσεται στο πλευρό της Ανανεωτικής Αριστεράς. Στο 1ο συνέδριο του ΚΚΕ Εσωτερικού εκλέγεται μέλος της Κεντρικής του Επιτροπής. Στις εκλογές του 1977 κατεβαίνει υποψήφιος στο Βόλο στις βουλευτικές εκλογές με το συνδυασμό της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ, ένα από τα μεγάλα σφάλματα της ζωής του. Από το 1978 αρχίζει να απομακρύνεται από τις κομματικές δραστηριότητες και την ενεργό πολιτική ζωή.
Όλα τα επόμενα χρόνια δεν αποκτά νέα οργανωτική σχέση με κανένα κόμμα ή άλλη οργάνωση. Από εκεί κι έπειτα- μέχρι το 2006- αφοσιώνεται στα διδακτικά του καθήκοντα στο φροντιστήριο «Ηράκλειτος», όπου μαζί με τον Κώστα Μανωλκίδη και άλλους συνεργάτες προετοιμάζουν δεκάδες χιλιάδες μαθητές για τις εξετάσεις στις ανώτατες σχολές. Οι εμπειρίες αυτών των δεκαετιών, δίπλα σε νέους, συμπληρώνουν το παζλ του προσωπικού του χαρακτήρα και βάζουν τις τελευταίες πινελιές στις σημερινές του απόψεις.
Το 2006 αποφασίζει να γίνει απόμαχος του επαγγέλματος, δίνοντας χώρο σε νεότερους και αφοσιώνεται σε άλλες δημιουργικές απασχολήσεις, όπως η συγγραφή και έκδοση βιβλίων ερευνητικής υφής, προσωπικών αναμνήσεων, ποιητικές συλλογές, διηγήματα, αλλά και πλούσιο
ανέκδοτο υλικό.

Το 2010 αρχίζει η δημιουργική του απασχόληση με το κοινωνικό μέσο της νέας τεχνολογίας, το Facebook, όπου καθημερινά δημοσιεύσει διάφορα κείμενα- πέρα από τα ήδη αναφερθέντα- γενικότερου κοινωνικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Ακόμα κείμενα σχολιασμού της δεινής πολιτικής συγκυρίας με μόνιμη την έγνοια τη βελτίωση της Εθνικής πορείας.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου εκ των πραγμάτων κάνει μια συνολική επαναξιολόγηση των πολιτικών και φιλοσοφικών του πιστεύω καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι όλες είναι φορεσιές που περιορίζουν τη σκέψη κι έτσι δεν είναι χρήσιμη η πίστη σε κάποια απ’ αυτές.
Το 2016 η αγαπημένη του κόρη Αναστασία του χαρίζει ένα πανέμορφο εγγόνι, τον Ιάσονα, που γεμίζει το κενό, που αισθανόταν όλα αυτά τα χρόνια στον τομέα αυτό. Έτσι με νέα δύναμη συνεχίζει τη ζωή του, αν και τα χρόνια που έχουν περάσει έχουν αφήσει τα σημάδια του σε όλες τις βιολογικές του δραστηριότητες. Μοτίβο τωρινό: «ΟΣΟ ΠΑΕΙ». Χαίρεται την κάθε μέρα που ανατέλλει και συνεχίζει να ζει βεβαίως στο επίπεδο που οι δυνάμεις του, το επιτρέπουν

 

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

 

                Δήλωση

Επειδή συχνά μου ασκείται κριτική για τα πολιτικά μου σχόλια από καλοπροαίρετη αφετηρία, αλλά κι από άλλες αφετηρίες ελαφρά τη καρδία, τονίζω για μια ακόμη φορά τη θέση μου:

Το τι θα γράφω είναι απόλυτη δική μου επιλογή Έχω επανειλημμένα δηλώσει ότι πλέον δεν ανήκω πουθενά . Γράφω για το Σύριζα γιατί με τρώει η κατάντια μιας παράταξης που αφιέρωσα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου Λόγο δεν έχω να δώσω σε κανέναν Μου χρωστάνε και δε χρωστάω Συνεχίζω όμως να θεωρώ φίλους όλους που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν σε κάποια φάση σε αγώνες.

 

                                          Ο  «Γιάνης»

Θα αφιερώσω το σημερινό μου κείμενο στον ανεκδιήγητο Γιάνη,  έναν  κενόδοξο  φαφλατά, που τόσο εύκολα έγινε ήρωας και λατρεμένο πρόσωπο από εκείνους τους  ελλειπτικούς που συνεχώς και με άμετρη δίψα αναζητούν στηρίγματα σε τρίτους για να καλύψουν την προσωπική τους μετριότητα.  Έχω πολλές φορές πει πόσο ανώφελο είναι να στηρίζεσαι σε πρόσωπα κι όχι ιδέες, θεσμούς και κοινωνικές ευαισθησίες. Το τραγικό είναι ότι ο «σοφός λαός μας» αντί να τον ξαποστείλει στο πυρ το εξώτερον,  με τους ψήφους Ελλήνων ψηφοφόρων, τον έστειλε και πάλι στη Βουλή  με μια ομάδα συνεργατών συζητήσιμης σοβαρότητας. Δεν εκπλήσσομαι. Κάνοντας μια βιαστική ιστορική αναδρομή συναντάς εύκολα αντίστοιχα παραδείγματα.  Φέρτε στη μνήμη σας την μορφή, την οίηση, τα κενού περιεχομένου λόγια  του  Γιάνη  Βαρουφάκη να μετακινείται μεταξύ Ελλάδος και Ευρώπης με ύφος αυτοκράτορα, στεφανωμένος  με τους θριαμβικούς αλαλαγμούς ενθουσιωδών οπαδών του, που τόσο εύκολα ομνύουν στα αναπόδεικτα προτερήματα του. Με χρήματα του Ελληνικού λαού να «εκπροσωπεί» τη χώρα μας στις Ευρωπαϊκές αυλές και τα διάφορα εξουσιοδοτημένα Φόρα  των θεσμών μεταφέροντας όχι προτάσεις, όπως οι διάφοροι εκπρόσωποι της εγχώριας Κυβέρνησης πολλάκις διαβεβαίωναν, αλλά την κοινή, με τον προϊστάμενο του,  απόφαση της μη δέσμευσης σε τίποτα, πιστεύοντας στην «επαναστατική άποψη» ότι θέλουν δε θέλουν οι «κακοί Ευρωπαίοι»  θα υποχωρήσουν και θα μας δώσουν τα λεφτά τους.

Θυμηθείτε τις δηλώσεις από επίσημα κυβερνητικά χείλη ότι η «σκληρή» διαπραγμάτευση προχωρά με επιτυχία, ότι το κείμενο «καθαρογράφεται», ότι επίκειται συμφωνία και στο τέλος μετά τη διάψευση, η αναγκαστική υπογραφή μιας συμφωνίας στη χειρότερη εκδοχή της, συνοδευόμενη με σαθρές επευφημίες από πληρωμένους κονδυλοφόρους κι ένα λαό που στη μεγάλη πλειοψηφία του αρέσκεται να «πιάνεται κορόιδο» και μετά να βάλλει κατά των κακών που δεν του έδωσαν τις παχιές επιδοτήσεις,  το εφάπαξ και τις συντάξεις αφού τα άδεια πια ταμεία αδυνατούν να εξυπηρετήσουν αυτές τις ανάγκες.

Αυτός ο ανεκδιήγητος Μεσσίας, ως  ανεύθυνος υπουργός των Οικονομικών επί πέντε μήνες κορόιδευε τους πάντες και τα πάντα, σε Ελλάδα και Ευρώπη, δοκιμάζοντας έως τα άκρα την υπομονή των συνομιλητών του, μετατρέποντας φίλους σε εχθρούς γιατί έτσι θα δικαιολογούσε την τελική του πράξη. Κομπλεξικός στο έπακρο έκανε τα πάντα για να εφαρμόσει το σενάριο που εξαρχής είχε στο μυαλό του. Το δικό του νόμισμα! Είχε την κάλυψη του προϊσταμένου του που βεβαίως χρεώνεται με όλες τις ευθύνες, Αυτοί οι διαπρύσιοι πολέμιοι του  «ξεπουλήματος των ασημικών» της χώρας είναι εκείνοι … που ξεπούλησαν ολικώς τις Ελληνικές τράπεζες.

Κλείνοντας θα ήθελα να διαψεύσω «δημοσιογραφικές πληροφορίες» ότι είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε με τη θεωρία των παιγνίων Θυμίσω ότι  ο Κώστας Φιλίνης δημοσίευσε βιβλίο εφαρμόζοντας δεκαετίες πριν τον ¨»Γιάνη» την ίδια θεωρία. Τέλος δεν πρωτοτύπησε και στο Γιάννης με ένα ν. Πολύ νωρίτερα ο σεμνός καθηγητής της ιστορίας  Γιάνης Γιανουλόπουλος, που ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές  του λαμπρού φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του 1960, το είχε καθιερώσει Τουλάχιστον δεύτερος σε όλα πλην του θράσους που είναι ασυναγώνιστος  

 

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

 

                              Μια   άποψη

Μέσα στα γεμάτα 30 χρόνια που χρημάτισα  συνεργάτης στο μεγάλο φροντιστήριο του Ηράκλειτου στο κέντρο της Αθήνας είχα την ευκαιρία, αλλά και την ευτυχία, να γνωρίσω όχι χιλιάδες, αλλά δεκάδες χιλιάδες νέους που έδιναν τη δύσκολη μάχη για την εισαγωγή τους, σε μια πανεπιστημιακή σχολή. Είναι αυτονόητο ότι αναμεσά τους υπήρχαν όλες οι δυνατές περιπτώσεις. Γνώρισα παιδιά να τα πιεις στο ποτήρι που στο πρόσωπό τους, λες και  ήταν συγκεντρωμένες όλες οι αρετές που μπορεί να στολίζουν ένα νέο παιδί. Τα ζήλεψα, τα ζήλεψα πολύ. Εγώ στην ηλικία τους οι γνώσεις μου ήταν σαφώς υπο-πολλαπλάσιες των δικών τους, όπως και η καλοσύνη τους. Στην πορεία ανακάλυπτες καθαρά ότι ήταν πανέτοιμοι για το προσωπικό τους στόχο και υπολειπόταν ο χρόνος να επαληθεύσει το γεγονός.  Ναι, αυτά τα παιδιά δεν χρειαζόντουσαν  φροντιστήριο αφού η πνευματικό τους στάθμη υπέρβαινε τις απαιτήσεις της εισαγωγής τους στη σχολή της επιλογής τους

  Το παράξενο είναι ότι αυτοί οι προικισμένοι νέοι ήταν οι πιο φανατικοί ακροατές των μαθημάτων. Ναι, υπάρχουν ταλέντα διαλεχτά. Το μόνο ερώτημα που βάζω είναι αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι δομημένο με τρόπο ώστε να αξιοποιεί και να προωθεί αυτές τις περιπτώσεις.  Μια κυρίαρχη και μηχανιστική αντίληψη της ισότητας απωθεί τους διαφέροντες από το μέσο όρο. Χρησιμοποιώντας μια αγοραία έκφραση θα έλεγα ένα τέτοιο παιδί «χαλάει την πιάτσα».

 Όλες οι χώρες δίνουν ιδιαίτερες ευκαιρίες σε τέτοια ταλέντα και υπάρχουν ειδικά σχολεία να προωθήσουν αυτές τις δυνατότητες. Οι ΗΠΑ σε κάθε χώρα, ίσως και με τη συνδρομή των εκεί πρεσβειών τους, ανιχνεύουν κι αναζητούν εντατικά τέτοιους μαθητές. Γνωρίζω περιπτώσεις που μεγάλα πανεπιστήμια της Αμερικής πριν την αποφοίτηση του μαθητή από τη μέση εκπαίδευση τους αποστέλλουν δελεαστικές υποτροφίες και βρίσκουν φυσικά ανταπόκριση

Η μόνιμη  άποψή μου είναι πως η απουσία συναγωνισμού και επιβράβευσης των αρίστων οδηγεί σε πτώση του μέσου επιπέδου εκπαιδευτικής αποτελεσματικότητας. Ας απαλλαγούμε από δεσμούς που κρατούν την παιδεία μας αλυσοδεμένη με τη μετριότητα κι ας αναζητήσουμε θεσμούς που θ’ αξιοποιούν τις δυνατότητες των ταλαντούχων Ελληνόπουλων  

 

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

 

Το  αμάρτημα  της  νιότης  μου

Όταν ήμουν παιδί του δημοτικού στο σπίτι μας υπήρχαν δυο βιβλία. Πρώτα η απαραίτητη «Σύνοψη». Κάθε Μεγάλη Παρασκευή την κουβαλούσα στον Επιτάφιο, να ψάλλω με την παρέα το «Ω! γλυκύ μου έαρ». Μετά, ένα κακοτυπωμένο πρόχειρο φυλλάδιο -  λησμονώ τον τίτλο του- που είχε τρομερές περιγραφές των τιμωριών και μαρτυρίων που θα υποστούμε στην κόλαση αν αμαρτήσουμε και απομακρυνθούμε από το δρόμο του Κυρίου.

Ο φόβος κρατάει στο μαντρί και φυλάει τα έρημα.

Η κόνα-Μαριγώ, η παλαιοημερολογίτισσα γιαγιά μου, μ’ έβαζε κάθε τόσο να της διαβάζω αποσπάσματα, όχι τόσο για την πάρτη της, αφού από την επανάληψη τα σιγοψιθύριζε μαζί μου, όσο για να μου κάνει την απαραίτητη «ηθική διαπαιδαγώγηση» και να με κρατάει ενεργό μέλος της εκκλησίας.

Τα βιβλία του σχολείου ήταν τότε μετρημένα, με κυρίαρχο το «Αναγνωστικό». Αυτά τα αγόραζα μεταχειρισμένα από μεγαλύτερα παιδιά ή πιο σπάνια μου τα χάριζε καμιά φιλική οικογένεια. Η «δωρεάν παιδεία» ήταν ακόμα πολύ μακριά.

Μια φορά, στην τρίτη δημοτικού, «έχασα» το «Αναγνωστικό». Ακούμπησα στα κάγκελα τη χασεδένια τσάντα μου και μπήκα με δύναμη στο «δίτερμα» που άρχιζε στο προαύλιο του σχολείου μετά το τελευταίο κουδούνι. Όταν τελείωσε ο αγώνας από την τσάντα έλειπε το «Αναγνωστικό». Είχαν αφήσει ανέπαφα τα «ντυμένα» τετράδια της Αντιγραφής, της Αριθμητικής και της Ιχνογραφίας.

Ο δάσκαλός μου σ’ αυτήν την τάξη ήταν ένας νεοφερμένος από τα νότια κύριος. Ένα απρόσωπο άτομο που παρέμεινε ξένο με τον τόπο μας, δεν γνώρισε τη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της συνοικίας, αλλά, το χειρότερο, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να μάθει. Με βάση τα δεδομένα της εποχής, ήταν από τις περιπτώσεις εκείνες που θα «ευδοκίμησαν εν υπηρεσία», όταν σε δύο χρόνια κατάφερε να φύγει από το «διαολότοπο» που τον είχαν στείλει.

Μια μέρα, πήρε χαμπάρι ότι δεν έχω Αναγνωστικό. Όταν με σήκωσε να διαβάσω το μάθημα εγώ αδέξια πήρα το βιβλίο του διπλανού μου. Αμέσως μ’ έδιωξε από την τάξη και το ίδιο επαναλήφθηκε την επόμενη μέρα. Τότε πρόσθεσε και το δυσβάστακτο όρο να επιστρέψω με τους γονείς μου. Αυτό ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο. Το μεροκάματο δεν χανόταν με τίποτα. Τελικά έπεισα μια παντρεμένη ξαδέλφη μου να έρθει μαζί μου και, εν τω μεταξύ, είχα βρει άλλο αντίτυπο του κλεμμένου Αναγνωστικού. Το πρόβλημα λύθηκε, αλλά γι’ αυτόν τον «παιδαγωγό»  σας έχω ήδη διηγηθεί την ιστορία με  την τριχιά και το αριστερό μου χέρι.

Όμως πάντα και με ευχαρίστηση διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου από φτωχοπεριοδικά, ρομάντζα και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Θυμάμαι πως παραφύλαγα στο καφενείο κι αν η τοπική εφημερίδα ήταν ελεύθερη, έριχνα γρήγορες ματιές.

Όταν πήγα στο γυμνάσιο οι σχολικές ανάγκες με υποχρέωσαν ν’ αγοράζω και άλλα βοηθητικά βιβλία. Με τον πατέρα μου υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία με βάση και τις πραγματικές του δυνατότητες.

-   Εγώ θα σου εξασφαλίζω στέγη και φαγητό. Το σχολείο και τα τυχόν έξοδά του φρόντισε τα μόνος σου.

Αυτό έκανα. Μικροαπασχολήσεις στα μαγαζιά της γειτονιάς κάποια απογεύματα, στο μεγαλομπακάλικο το Σαββατόβραδο με την πολλή δουλειά. Ιδιαίτερα τα καλοκαίρια έβγαζα το χαρτζιλίκι...

Με αυτά τα λεφτά αγόραζα τις μεταφράσεις των Αρχαίων, τις λύσεις των ασκήσεων της Αριθμητικής. Τέτοια! Αργότερα όταν μου μπήκε η λόξα με τα Μαθηματικά άρχισα ν’ αγοράζω τους τόμους του Πέτρου Τόγκα, Άλγεβρα και Γεωμετρία, τη μεγάλη Γεωμετρία του Νικολάου, τη μεγάλη Άλγεβρα του Παπανικολάου και κάποια στιγμή τον ογκώδη δεμένο τόμο της Γεωμετρίας των Ιησουϊτών. Πάνω σ’ αυτά τα βιβλία έκανα πολλά μεροκάματα. Ώρες και ώρες. Μέρες και μήνες ν’ αθροίζω τις ασκήσεις που έλυσα.

Κανονική μανία.

Επειδή πήγα στο Πρακτικό πήρα και λίγο Φυσική. Τη σημαντική σειρά βιβλίων των Παλαιολόγου-Περιστεράκη και τη Χημεία Παπαγεωργίου-Λιάτη.

Το πρώτο προσωπικό «εξωσχολικό» βιβλίο που αγόρασα ήταν η Παγκόσμια Ιστορία του Ουέλς, δεμένο σ’ έναν βαρύ τόμο. Αφορμή στάθηκε ένας συμμαθητής μου που νωρίς-νωρίς μπήκε στη βιοπάλη κι έτρεχε πουλώντας βιβλία με δόσεις.            ( Εκ των υστέρων συμπλήρωση. Είναι ο γείτονας μου Γιάννης Τερζίδης, που καθόταν τότε στη γωνία Φρειδερίκης και Βενιζέλου. Από τότε δεν τον έχω ξαναδεί, μα τον   «συνάντησα» στο ευλογημένο φμ τα τελευταία χρόνια) Δύσκολο για μένα βιβλίο, γεμάτο γεγονότα, μάχες, τόπους, ονόματα. Εγώ όμως το πέρασα και το ξαναπέρασα σειρά-σειρά έχοντας άπειρες απορίες στην άκρη του μυαλού μου. Αργότερα το χάρισα σ’ ένα ανίψι μου. Ένα «σπάραγμά» του βρίσκεται χωμένο στην άκρη μιας βιβλιοθήκης ακόμα και σήμερα.

Όταν πέρασα στο Πανεπιστήμιο έφερα στο φοιτητικό μου δωμάτιο σε δυο χάρτινες κούτες από το «Γάλα Βλάχας» αυτά τα βοηθητικά βιβλία. Χιλιο-χρησιμοποιημένα, με σχισμένα πολλές φορές εξώφυλλα και άπειρες σημειώσεις πάνω τους. Σε κάποια φάση ένιωσα την ανάγκη να πάρω ένα αξιοπρεπές ρούχο πάνω μου... Γυνή γάρ!

Ο άθλιος εγώ, τα σκότωσα σε ομάδες στα παλαιοβιβλιοπωλεία της Νομικής, στη Μασσαλίας και Σόλωνος. Μ’ αυτά τα λεφτά, αγόρασα ένα ανοιξιάτικο παντελόνι και, για πρώτη φορά στη ζωή μου, μια μπλούζα, που αντικατέστησε τα χιλιοφορεμένα από τα μεγαλύτερα αδέρφια μου πουκάμισα. Καμαρωτός και άνετος κυκλοφορούσα εκεί που έπρεπε. Αργότερα άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Οι τύψεις άρχισαν να με πνίγουν. Δεν πούλησα κάποια μεταχειρισμένα βιβλία. Πούλησα ένα κομμάτι της ζωής μου! Αυτό κι αν ήταν αμαρτία. Το αμάρτημα της νιότης μου!

Όταν πέρασαν κι άλλα χρόνια, άρχισα να αγοράζω παλαιά βιβλία. Το θέμα ξεκίνησε από μια ερευνητική ανάγκη, αργότερα όμως αυτό έγινε σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Ίσως πίσω από αυτήν την ενασχόλησή μου να κρύβεται ασυνείδητα η ανάγκη για μερική εξιλέωση στο ανίερο νεανικό μου ολίσθημα... Ίσως!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

 

Έχω γράψει πάνω από δέκα  μεγάλες ιστορίες μέχρι στιγμής και τις έχω παρουσιάσει τουλάχιστον μια φορά με τη μέθοδο των συνεχειών στον τοίχο μου. Βάζω κατάλογο των τίτλων που θυμάμαι

Η ΝΕΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Η ΕΛΕΝΗ

ΜΙΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΉ ΙΣΤΟΡΊΑ

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ

Η ΛΥΤΡΩΣΗ

Ο ΠΕΤΡΟΣ

Η ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ

Η ΖΩΗ ΜΙΑΣ ΕΦΗΒΗΣ

Η ΔΕΚΑΕΤΊΑ ΤΟΥ 60

Ο ΔΗΛΩΣΙΑΣ 

Είναι ιστορίες σε μέγεθος μεταξύ των 25 έως 50  χιλιάδων λέξεων και με ποικίλο περιεχόμενο. Σήμερα τις ονομάζω νουβέλες, δηλαδή μικρά μυθιστορήματα ή μεγάλα διηγήματα και δεν έχουν κυκλοφορήσει σε τυπωμένα βιβλία, εκτός από το ΔΗΛΩΣΙΑ που έχει βγει σε αυτοέκδοση και μικρό αριθμό αντιτύπων

Η προσωπική μου μέθοδος είναι η αυτόματη γραφή. Μια γενική ιδέα που αρχίζει να γράφεται χωρίς προηγούμενη προετοιμασία, όπως συνήθως κάνουν οι επαγγελματίες της γραφής. Συγκέντρωση υλικού και βασικός σκελετός.

Όμως η αλήθεια πρέπει να ειπωθεί. Χωρίς να το επιδιώκεις κι ίσως περισσότερο να προσπαθείς να το αποφύγεις, μέσα σ’ όλα τα κείμενα μου έχουν εμφιλοχωρήσει παραποιημένες προφανώς μνήμες. Το μεγαλύτερο κομμάτι είναι προϊόν φαντασίας. Εξαίρεση η δεκαετία του 60 που είναι αυτοβιογραφικό. Σε ένα μόνο τομέα υπάρχει αυτόματη καθοδήγηση. Το αίσιο πέρας ή επί το Ελληνικότερο Happy End  για τους σύγχρονους γραφείς κειμένων αυτό να θεωρείται ξεπερασμένο, αλλά αυτό μου ταιριάζει και δεν το αλλάζω. Στα κείμενα της Αγκάθα Κρίστι οι ήρωες Πουαρό και Μις Μαρπλ θέλουν συνήθως στο τέλος το αγόρι και το κορίτσι να φεύγουν αγκαλιασμένοι.

Επειδή δεν είναι εύκολο να έχεις συνεχώς νέες ιστορίες θα συνεχίσω με επανάληψη. Αλλά περί αυτού θα τα πούμε αύριο