Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Κριτική στα "φαιά κύτταρα και άλλα διηγήματα"


Ο Λευτέρης Τσίλογλου ,είναι ένας αξιόλογος λογοτέχνης που έχει γράψει ποιήματα ,διηγήματα και μυθιστορήματα . Η συλλογή διηγημάτων του « Τα φαιά κύτταρα και άλλα διηγήματα» περιέχει διηγήματα με ποικίλα θέματα . Περιγράφει με ευαισθησία κ...αι άνεση λόγου καθημερινές καταστάσεις ανθρώπων με βάσανα, ελπίδες ,άνθρωποι τρυφεροί ,με χιούμορ πολλές φορές. Σε κάποια από αυτά υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης(φαιά κύτταρα),σε άλλο ο ρομαντισμός και η ευαισθησία( το πρώτο φιλί),αλλού το χιούμορ ( Μίλτος ο κερχανατζής),αλλού οι πανανθρώπινες ιδέες της κοινωνικής αλληλεγγύης (Η ζωή είναι σκληρή).
Η γραφή του είναι ρεαλιστική, δεν λείπουν ‘όμως και το χιούμορ και οι λυρικές εξάρσεις . Διάλογοι κοφτοί ,αληθοφανείς , ζωντανοί ,δεν κουράζουν τον αναγνώστη και οι λέξεις απλές και καθημερινές μεταδίδουν ακέραιο το συναισθηματικό φορτίο των δρώντων προσώπων . Μια συλλογή που όταν την τελειώνεις μένεις με την γεύση ότι ηθελες και άλλα διηγήματα. Σε ευχαριστούμε πολύ Λευτέρη


Τρίτη 1 Απριλίου 2014

(Ρεπορτάζ της εφημερίδας ΕΠΟΧΗ)

 ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΤΣΙΛΟΓΛΟΥ: «Κι όμως ήταν όμορφα»  
Με πρωτοβουλία της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) πραγματοποιήθηκε, στις 14 Απριλίου, στη μεγάλη αίθουσα της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθήνας (ΕΣΗΕΑ), η παρουσίαση του βιβλίου «Κι όμως ήταν όμορφα», Μαρτυρίες (έκδοση Κέδρος, Αθήνα 2011) έργο του παλιού φίλου και συντρόφου Λευτέρη Τσίλογλου. Το βιβλίο αναφέρεται στις δύσκολες δεκαετίες του 1950 και 1960 και τους κοινούς αγώνες μιας ολόκληρης γενιάς, αναδεικνύοντας αξίες και αλήθειες που μας είναι σήμερα πολύτιμες, όσο ποτέ άλλοτε. Με ειλικρίνεια και με λογοτεχνική καλλιέπεια ο συγγραφέας καταθέτει την δική του μαρτυρία για την δική του ατομική πορεία και τους κοινούς αγώνες.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΤΣΙΛΟΓΛΟΥ: «Κι όμως ήταν όμορφα»



·         Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
http://epohi.gr/portal/images/stories/2011/tsiloglou.jpgΕκτύπωση

Εκτύπωση
http://epohi.gr/portal/images/stories/2011/tsiloglou.jpg

 

Με πρωτοβουλία της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) πραγματοποιήθηκε, στις 14 Απριλίου, στη μεγάλη αίθουσα της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθήνας (ΕΣΗΕΑ), η παρουσίαση του βιβλίου «Κι όμως ήταν όμορφα», Μαρτυρίες (έκδοση Κέδρος, Αθήνα 2011) έργο του παλιού φίλου και συντρόφου Λευτέρη Τσίλογλου. Το βιβλίο αναφέρεται στις δύσκολες δεκαετίες του 1950 και 1960 και τους κοινούς αγώνες μιας ολόκληρης γενιάς, αναδεικνύοντας αξίες και αλήθειες που μας είναι σήμερα πολύτιμες, όσο ποτέ άλλοτε. Με ειλικρίνεια και με λογοτεχνική καλλιέπεια ο συγγραφέας καταθέτει την δική του μαρτυρία για την δική του ατομική πορεία και τους κοινούς αγώνες.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

«Ποίηση με μυρωδιά γιασεμιού»

Λίγες σκέψεις μετά την ανάγνωση των ποιημάτων του Λευτέρη Τσίλογλου 

Η ποιητική γραφή του Λευτέρη Τσίλογλου χαρακτηρίζεται από απλότητα και ενάργεια στο λόγο, σαφήνεια στη νοηματική απόδοση, αυθεντικότητα και γνησιότητα στην απόδοση των αισθημάτων και των σκέψεων. Εύκολα διακρίνεται πίσω από αυτά ο  σκεπτόμενος άνθρωπος, ο  ευαίσθητος  αγωνιστής, ο ερευνητικός  στοχαστής.  Εκ πεποιθήσεως θιασώτης του απλού και του φυσικού, με ύφος καθημερινού λόγου, αλλά και με ιδιαίτερη επιδεξιότητα στη διαχείριση ενός προσωπικού γλωσσικού κώδικα, υφαίνει τον καμβά, όπου θα αποτυπωθεί με τρόπο άλλοτε αυθόρμητο και άλλοτε παιγνιώδη, συχνά αναπάντεχο ένας πλούσιος λυρισμός, δύσκολα κατατάξιμος σε τεχνοτροπικές κατηγορίες ποιητικών ρευμάτων, γι’ αυτό ίσως πιο γνήσιος.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Κριτική στα ποιήματα «Τη χρόνια του Εγκλεισμού- 1973»

Στο Χρονολόγιο σας. (Από Βαγγέλη Σιαφάκα)
Οι δύσκολες ημέρες της επτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών βρίσκονται μακριά μας, αλλά οι μνήμες εκείνων που διώχθηκαν και βασανίστηκαν από το καθεστώς δεν έχουν σβήσει. Μια συλλογή ποιημάτων που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό το επιβεβαιώνει. Ο λόγος είναι για το βιβλίο του Λευτέρη Τσίλογλου «Τα ποιήματα τη χρονιά του εγκλεισμού - 1973». Τα ποιήματα που συγκεντρώνονται στο βιβλίο γράφτηκαν μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου του 1973 και αποτυπώνουν μια παρατεταμένη περίοδο απομόνωσης και απομάκρυνσης από την κανονικότητα της καθημερινής ζωής: προηγήθηκε ένα βαρύ στρατιωτικό και ακολούθησαν η παρανομία και η φυλακή. Τι ακριβώς συμβαίνει, ωστόσο, όταν αναγκάζεται κανείς να υπομείνει μια τόσο στερητική συνθήκη; Τι πρέπει να κάνει για να αντιμετωπίσει τον εαυτό του και τους άλλους;

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Ενας αιώνας φροντιστήρια ΝΙΚΟΣ ΚΙΑΟΣ


Ενα βιβλίο σταθμός στην εκπαιδευτική ιστορία της Ελλάδας κυκλοφόρησε πρόσφατα. Είναι «Τα φροντιστήρια στην Ελλάδα - Η Ιστορία κι οι άνθρωποι», εκδόσεις «Κέδρος», του Λευτέρη Τσίλογλου, καθηγητή Φυσικής, φροντιστή. Για πρώτη φορά γράφηκε και εκδόθηκε βιβλίο για τα φροντιστήρια, εγχείρημα δύσκολο αλλά άκρως επιτυχές.


Εναν αιώνα ζωής έχουν συμπληρώσει τα φροντιστήρια, μαθαίνουμε από το βιβλίο, το οποίο τονίζει ότι «κύριο κι αναντικατάστατο κύτταρο της εκπαίδευσης είναι το σχολείο, η τάξη, οι μαθητές» κι ότι «το φροντιστήριο είναι συμπληρωματικός θεσμός». Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει τα πράγματα με τόλμη, ότι δεν είναι «παραπαιδεία τα φροντιστήρια», ανατρέχει στις απαρχές τους, παρακολουθεί την εξέλιξή τους, εξετάζει τη συμβολή τους στη βελτίωση του επιπέδου σπουδών.

Σελιδοδεικτες - Ολγα Σελλα


Φροντιστήρια στην Ελλάδα  Ολγα Σελλα
Βασιζόμενος στις μνήμες που κουβαλούσε και στις προσωπικές εμπειρίες, ένας από τους ανθρώπους των φροντιστηρίων, ο καθηγητής Φυσικής Λευτέρης Τσίλογλου, κάθισε και έγραψε την εξέλιξη και την ιστορία των φροντιστηρίων: «Τα φροντιστήρια στην Ελλάδα - Η ιστορία και οι άνθρωποι» (εκδόσεις Κέδρος). Είναι η εξιστόρηση της εξέλιξης μιας άγνωστης ιστορίας, στην οποία όλοι μας έχουμε εμπλακεί, αφού όλοι περάσαμε, στα μαθητικά μας χρόνια, από φροντιστήρια.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Κριτική Πάνου Αβραμόπουλου

               
 Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ του Πύργου Ηλείας στις 4/4/11 

Βιβλιοπαρουσίαση   ΛΕΥΤΕΡΗΣ  ΤΣΙΛΟΓΛΟΥ       ΚΙ ΟΜΩΣ ΗΤΑΝ ΟΜΟΡΦΑ
                          Του Πάνου Ν. Αβραμόπουλου  M Sc Μηχανικού                                                  
Οι μαρτυρίες που περιέχονται στο τελευταίο βιβλίο του Λευτέρη Τσίλογλου υπό τον υπαινικτικό τίτλο «ΚΙ ΟΜΩΣ ΗΤΑΝ ΟΜΟΡΦΑ» είναι μια ηθικά και κοινωνικά πολυδύναμη περιδιάβαση στο κοινωνικό και μεταπολεμικό τοπίο της σύγχρονης Ελλάδος. Με την πολυεστιακή κοινωνική δράση, τον φιλοσοφικό ετασμό και τις λογοτεχνικές μαρμαρυγές που φέρει η ρωμαλέα και ευκίνητη γλώσσα ενός ανθρώπου που βίωσε έντονα και με οδυνηρές ενίοτε προσωπικές εμπειρίες- όπως οι φυλακίσεις και οι εκτοπισμοί- την μεταπολεμική περιπέτεια της σύγχρονης Ελλάδος. Ο Τσίλογλου σ’ αυτό το διάστικτο από την ηθική του ευγένεια και το εμπνευσμένο και σπαρταριστό χιούμορ του, πολύπλαγκτο κοινωνικό ταξίδι, διαισθάνεται, διερμηνεύει και αποτυπώνει με τους λυρικούς κραδασμούς της προσωπικής του ευαισθησίας, την μεταπολεμική κοινωνική και πολιτική μας εκπόρευση.

Μήτσος Παπούλιας: Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου


                           « Κι όμως ήταν όμορφα»                      Αίθουσα ΕΣΗΕΑ: 14/4/11

Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι 

Σε προηγούμενη παρουσίαση του βιβλίου του Λευτέρη Τσίλογλου για τα Φροντιστήρια στην Ελλάδα σε μια αντίστοιχη συνάντηση της σημερινής, έλεγα ότι «Ο Λευτέρης είναι πάνω απ’ όλα συνεπής άνθρωπος. Συνεπής στα φοιτητικά χρόνια του. Ως φοιτητής, συνδικαλιστής κι αριστερός νεολαίος, ως αριστερός στο στρατό . Συνεπέστατος ως δημοκρατικός πολίτης στη διάρκεια της Χούντας, αλλά και συνεπής πολίτης μέχρι σήμερα. Σωστός ως δάσκαλος κι άνθρωπος των φροντιστηρίων, συνεπής ως πολίτης και φίλος».

Η τριπλή μαρτυρία του Λευτέρη Τσίλογλου


24 Ιουλίου 2011



Σκέψεις με αφετηρία το βιβλίο του Λευτέρη Τσίλογλου, Κι όμως ήταν όμορφα. Μαρτυρίες, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2010, 208 σ.

της Ιωάννας Πετροπούλου

 Η Ιστορία γράφεται από την πλευρά των νικητών – κοινή είναι η παραδοχή αυτής της αλήθειας. Μάλιστα, στο χώρο της Αριστεράς γνωρίζουμε ότι έως μια ορισμένη περίοδο οι καταγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού Εμφύλιου ανήκαν στο καθεστώς και ήσαν οι παραγωγοί μιας «ιστοριογραφίας» που συντάχθηκε εν είδει μονολόγου φέροντας στη συσκευασία της και την ημερομηνία λήξεως.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕ ΘΕΛΕΙ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ


«Ο έρωτας δε θέλει  φροντιστήριο» όπως λέει  κι ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη, αλλά πόσοι εφηβικοί έρωτες δε γεννήθηκαν μέσα στις φροντιστηριακές αίθουσες! Αθήνα, αρχές της δεκαετίας  του '50.
Το τελευταίο κουδούνι  χτυπάει στις 10  το βράδυ. Μετά από λίγο εκατοντάδες νέοι πλημμυρίζουν την πλατεία Κάνιγγος, την Ομόνοια και τους γύρω δρόμους. Είναι  το σχόλασμα των φροντιστηρίων της περιοχής. Τα πούλμαν, παρατεταγμένα στις αρχές  της Ακαδημίας, θα μεταφέρουν κάποιους μαθητές στις απομακρυσμένες περιοχές της Αττικής.. Και μέσα σε όλο αυτό το παιδομάνι, ένα τσούρμο παιδιών από τον Έβρο. Τι θέλουν αυτά τα επαρχιωτόπουλα σε μια Αθήνα που προσπαθεί να ανακαλύψει την ταυτότητά της;

Φροντιστηριακός έπαινος- Βιβλιοπαρουσίαση


Τα φροντιστήρια στην Ελλάδα είναι ένας παρεξηγημένος θεσμός. Πρώτα απ’ όλα κακώς συμπεριλαμβάνεται στη διαβόητη «παραπαιδεία». Τα φροντιστήρια είναι νόμιμες επιχειρήσεις με συγκεκριμένο αντικείμενο. Λειτουργούν φανερά και όχι εν κρυπτώ, φορολογούνται και υπόκεινται ανά πάσα στιγμή σε έλεγχο. Θα έλεγα ότι είναι τόσο «παραπαιδεία» όσο και τα ιδιωτικά σχολεία.

 Αυτόν τον τόσο δυσφημισμένο χώρο ήρθε να ιστορήσει ο φυσικός Λευτέρης Τσίλογλου, φροντιστής με τριακονταετή θητεία στο χώρο, και δη στο ιστορικό φροντιστήριο Ηράκλειτος με το βιβλίο του οι Τα Φροντιστήρια στην Ελλάδα. Η Ιστορία και οι Άνθρωποι, Κέδρος 2005.

Η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη


Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ
 διαβάζει το βιβλίο του Λευτέρη Τσίλογλου, αυτοβιογραφική μαρτυρία ενός ανθρώπου που έζησε την περιπέτεια της Αριστεράς
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  08/05/2011 05:45 Με τον Λευτέρη Τσίλογλου δεν συνδεόμαστε στενά, όμως είχε κερδίσει τη φιλία ενός ανθρώπου αξιόλογου και δύσκολου, που άγγιξε όσο λίγοι τη ζωή μου, του πρώτου μου άντρα Νίκου Γιανναδάκη, όταν επί χούντας βρέθηκαν και οι δυο τους συγκρατούμενοι στη φυλακή για την υπόθεση της φοιτητικής οργάνωσης Ρήγας Φεραίος. Εκτοτε ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του, ούτε και θα μπορούσε να έχει γίνει διαφορετικά.

Ηδη από την εισαγωγή του ο συγγραφέας παρουσιάζει στον αναγνώστη, με τη μορφή ενός φανταστικού διαλόγου, τον «διπλό» εαυτό: από τη μία το δικαίωμα να έχει τραβήξει ο καθένας τον δικό του δρόμο, από την άλλη την εσωτερική του δέσμευση στο κοινό παρελθόν, την άφθαρτη αναφορά του στα οράματα και στις περιπέτειες των νεανικών χρόνων, γεγονός που τον οδήγησε στην ανάγκη να εξιστορήσει την προσωπική του διαδρομή στον σημερινό «άλλο», τον παλιό(;) του σύντροφο.

Οι συγγραφείς έχουμε πάντα αυξημένες απαιτήσεις από τα κείμενα. Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που ο Λευτέρης Τσίλογλου άρθρωσε τις μικρές ενότητες των μαρτυριών του, τις προσωπικές του με άλλα λόγια ιστορίες: με λιτότητα, με μεγάλη σαφήνεια, με έναν τρόπο που τραβά αμέσως τον αναγνώστη. Καμιά φορά με ένα εκ των υστέρων μικρό σχόλιο κρίνει με κατανόηση την έπαρση της νιότης, την τυφλή θρησκευτική και κομματική πίστη ή το μαυρόασπρο κριτήριο στην καθημερινή ζωή. Τον απασχολεί όχι ο χαμένος, αλλά κυριολεκτικά ο σπαταλημένος σε πολλά και διάφορα χρόνος, ενώ από μερικές σελίδες του αναδύεται το (θαρραλέο, νομίζω) παράπονο ότι κάποιες στιγμές παραμερίστηκαν αισθήματα οικογενειακά ή ερωτικά για πράξεις δημόσιες που έπρεπε να γίνουν- και σωστά έγιναν, κόστισαν όμως υπερβολικά όχι μόνο στους πρωταγωνιστές, αλλά και στους κοντινούς δικούς τους. Ή, πάλι, ότι δεν μπόρεσε να συνομιλήσει όταν έπρεπε, και όσο έπρεπε, με ανθρώπους που είχαν κουβαλήσει στα αργασμένα χέρια τους πατρίδες και πολιτισμούς χαμένους, κυρίως με το προσφυγικό του σόι, το οποίο επιστρέφει τώρα μέσα από τούτο το βιβλίο και ζητεί την προσοχή και τη δική του εξιστόρηση- τι άλλο είναι, εκτός από τις σχετικές σελίδες, και τα πολλά ταξίδια του συγγραφέα στη Μικρά Ασία; (Ο συγγραφέας γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία του Βόλου.)

Με την εξαίρεση της εισαγωγής και δύο εντυπωσιακών κειμένων που συνοδεύουν ως επίμετρο το βιβλίο (το πρώτο του 1973, στη φυλακή ακόμη, το δεύτερο του 1978, κατά την τόσο δύσκολη ενσωμάτωση της μεταπολιτευτικής ζωής από τον ελεύθερο πλέον Λευτέρη, κείμενα που και τα δύο δείχνουν πρώιμα την εκφραστική ευχέρεια του συγγραφέα τους), ο συγγραφέας, γνωστός θετικός επιστήμονας ο ίδιος, εκθέτει με αντίστοιχο σχεδόν τρόπο τα βιώματά του: Για κάθε σημαντική ενότητα στηρίζεται αθροιστικά σε δύο ή περισσότερα ουσιώδη επεισόδια, προσπαθώντας να αποδείξει κατά κάποιον τρόπο την αξία όσων ανακαλεί για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, για τις σωστές ή για τις λιγότερο σωστές, ή και τις επιπόλαιες αποφάσεις του. Το κυριότερο, μας δίνει απολαυστικές και ολοζώντανες εικόνες και περιγραφές από όλες τις φάσεις της παιδικής ή νεανικής ζωής του. Για παράδειγμα, τη φελινική εικόνα των γυναικείων κεφαλιών που, εξέχοντας από το θαμμένο στην άμμο σώμα τους, φλυαρούν για να περάσει η ώρα στα αμμόλουτρα· την παραμυθένια εικόνα των δύο μικρών αγοριών που χάθηκαν στο δάσος και ξενύχτησαν σκαρφαλωμένα στη διχάλα ενός ψηλού δέντρου για τον φόβο των λύκων, την δε επομένη που γύρισαν στα σπίτια τους κανένας δεν είχε αντιληφθεί την απουσία τους· την εξοργιστική εικόνα του δεμένου με σκοινί αριστερού χεριού ενός αριστερόχειρου μπόμπιρα από κάποιον ξεροκέφαλο δάσκαλο, όσο και τη λύτρωση που χάρισε ένα κλεφτό παγωμένο γεναριάτικο ντους στα κρατητήρια, σε ένα σώμα ήδη βασανισμένο στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας.

Ο συγγραφέας ασκεί κριτική στη σημερινή Αριστερά, δεν θίγει όμως καθόλου το κεφάλαιο «φυλακή», χωρίς να μου είναι σαφές αν αυτό σχετίζεται με την παραπάνω κριτική του. Ελπίζω να το ανοίξει σύντομα, με το δικό του πάντα βλέμμα, το τρυφερό και αμείλικτο μαζί. Οχι μόνο επειδή ελάχιστα έχουν ειπωθεί, παρά τον ωκεανό των σελίδων, αλλά και διότι η υπόθεση των πρώτων αγωνιστών του Ρήγα Φεραίου, στριμωγμένη ανάμεσα στην επιφανή γενιά του Πολυτεχνείου και στους γνωστούς αγώνες της προδικτατορικής Αριστεράς, παραμένει η πιο άγνωστη σελίδα της αντιδικτατορικής αντίστασης, μολονότι τιμωρήθηκε με τον πλέον σκληρό τρόπο.

Δεν θα παραλείψω να αναφερθώ στην ευλαβική, την τολμηρή για τα δεδομένα της εποχής μας, αναφορά στον Πατέρα και στη Μάνα του, προσφύγων εργατών από τη Μικρά Ασία στη συνοικία Νέα Ιωνία του Βόλου, με κεφαλαίο πάντα το πρώτο γράμμα. Τα βάσανα, η εργατικότητα, ο χαμηλόφωνος πολιτισμός τους θα στερεώνουν εφεξής την εικόνα του συγγραφέα, αφού στο χωνευτήρι της Αθήνας, στο χωνευτήρι της ζωής, συχνότατα κάνουμε φίλους ξεκρέμαστους στον κάθε άνεμο, σε κάθε ερμηνεία. Γυμνούς από «το πιο τίμιο», από τη γνώση των παιδικών και εφηβικών τους χρόνων· τα πρόσωπα, τις γειτονιές, τα κρίσιμα λόγια που συνέταξαν την πρώτη μυστική τους γεωγραφία.