Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017


Εκδήλωση για την «Ημέρα Μνήμης των Εθνικών μας Ευεργετών»

 Συγκεντρωθήκαμε σήμερα, για να τιμήσουμε τους Έλληνες Ευεργέτες που, με την αγάπη τους για την πατρίδα, προσέφεραν στον τόπο αξίες όπως ο ανθρωπισμός, η φιλοπατρία, η κοινωνική αλληλεγγύη και ο πολιτισμός.
Τιμούμε εκείνους τους ανθρώπους, που σε εποχές δύσκολες για τον τόπο, έδωσαν μεγάλο μέρος ή ακόμα και ολόκληρη την περιουσία τους για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους και στη συνέχεια για την αναγέννηση της χώρας μας.
Στις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο τον 19ο αιώνα και αρχές του 20ου, η αδυναμία των Ελλήνων αστών να ενσωματωθούν μέσα στα κράτη που κατοικούν αυξάνει την επιθυμία τους για ενίσχυση του εθνικού τους κέντρου και κατ’ επέκταση της αστικής εικόνας της πρωτεύουσας.
Έτσι, οι ευεργέτες δρουν σε μια ευρεία γεωγραφική κλίμακα, με ποικιλία οικονομικών δραστηριοτήτων (εμπόριο, ναυτιλία, βιομηχανία, τραπεζικό, χρηματιστικό, εφοπλιστικό τομέα, κλπ…) αποκτούν δε κοσμοπολίτικη αντίληψη που τους δίνει την δυνατότητα να είναι ανοιχτοί σε νέες ιδέες. Είναι λοιπόν επόμενο να επηρεαστούν από τα ιδεολογικά ευρωπαϊκά ρεύματα του 18ου και 19ου αιώνα. Οι ευρωπαίοι, παράλληλα με την έννοια του έθνους προωθούν και αυτήν της παιδείας, στάση που θα επηρεάσει καθοριστικά τους Έλληνες. Πράγματι οι εκπρόσωποι της ανερχόμενης ελληνικής εμπορικής τάξης, κάτω από την επίδραση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, θα χρηματοδοτήσουν υποτροφίες, ίδρυση σχολείων και έκδοση βιβλίων. Η ευεργεσία λοιπόν πέρα από τις συναισθηματικές ανάγκες των ευεργετών έρχεται να καλύψει ανάγκες κοινωνικής αναγνώρισης, ανάγκες οικονομικής και κοινωνικής επικράτησης σε μια ελεύθερη πατρίδα, ανάγκες πολιτικής συγκρότησης του ελληνισμού καθώς και μορφωτικές ανάγκες των Ελλήνων.
Τα δημόσια κτήρια που άρχισαν να χτίζονται στην Αθήνα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στους εθνικούς μας ευεργέτες. Πίσω από σχεδόν κάθε μεγάλο δημόσιο έργο στην Αθήνα κρύβεται ένας δωρητής, ένας εθνικός ευεργέτης. Με χρήματα των Ελλήνων της διασποράς κτίστηκαν και λειτουργούν ενδεικτικά το Πολυτεχνείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, η Ριζάριος Ακαδημία, το Καλλιμάρμαρο (Παναθηναϊκό Στάδιο), το Ζάππειο Μέγαρο, το Εθνικό Αστεροσκοπείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο, η Μητρόπολη των Αθηνών και άλλα πολλά…
Μόνο κατά την εικοσαετία 1900-1920, καταγράφονται 3962 δωρεές και κληροδοτήματα για την ενίσχυση των εθνικών αναγκών και την κατασκευή κοινωφελών έργων.
Μην ξεχνάμε ότι με τις δωρεές και τα κληροδοτήματα των ομογενών μας, η Αθήνα έγινε από μικρή επαρχία μεγάλη πρωτεύουσα.
Όμως, όπως και η κοινωνία εξελίσσεται και αλλάζει, έτσι και η έννοια της ευεργεσίας έχει αλλάξει μορφή: ενώ παλαιότερα, η ευεργεσία εννοείτο ως ώθηση της εθνικής «αναγέννησης» και ως επιταχυντής της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, σήμερα ο σημερινός «ευεργετισμός» έχει πάρει, εκτός από τις προηγούμενες μορφές, και τη μορφή της εθελοντικής εργασίας καθώς ενσαρκώνει έναν πιο «μάχιμο» ανθρωπισμό.
Φέτος, θα έχουμε την ευκαιρία να τιμήσουμε έναν σημαντικό ευεργέτη και ξεχωριστό άνθρωπο, τον Ιωάννη Βαρβάκη μέσα από την καινούργια ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, «ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι». Ο Βαρβάκης, ως ιδρυτικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας, μπορεί σε πολλούς από εμάς να φαντάζει ήρωας άλλων εποχών. θα μπορούσε όμως κάλλιστα να ανήκει στο σήμερα.
Σήμερα, που η χώρα μας βιώνει δύσκολες μέρες και βρίσκεται μπροστά σε νέες προκλήσεις λόγω συγκυριών, θα έπρεπε να αποτελεί μέρος της κεντρικής μας πολιτικής, να αναδεικνύουμε, μέσα από το παρελθόν αλλά και το παρόν, την αναλλοίωτη αξία της ευεργεσίας και της προσφοράς.
Εκτός από τους επώνυμους εθνικούς ευεργέτες που κατέγραψε η Ιστορία, μην ξεχνάμε και τους χιλιάδες ανώνυμους που με το έργο και τη ζωή τους προσέφεραν και αυτοί στην πατρίδα μας.
Η βασική προϋπόθεση πάντως για να γεννήσει μια κοινωνία ανώνυμους και επώνυμους ευεργέτες είναι η διαρκής, επίμονη, μακροχρόνια, πολυεπίπεδη προσπάθεια από όλους, δηλαδή τόσο από την συντεταγμένη πολιτεία όσο και από την κοινωνία των πολιτών, να έχουμε ως αδιασάλευτο στόχο, την επαναφορά στην κοινωνία, ιδανικών όπως η προσφορά, η ταπεινοφροσύνη, η ανιδιοτέλεια, η κοινωνική αλληλεγγύη, ο πολιτισμός. Ιδανικά που έχουν άμεση σχέση με την ουσιαστική παιδεία μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους, στοχεύουν στο ΕΜΕΙΣ και όχι στο ΕΓΩ και έτσι δίνουν βαθιά ικανοποίηση στον καθένα ξεχωριστά.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017


ΚΕΡΑΣΙΑ Η ΚΡΟΝΤΣΕΛΟΒΟ  ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ





 Σε απόσταση 13 χλμ. από την Έδεσσα σε υψόμετρο 800 μ. βρίσκεται το χωριό της Κερασιάς  ή αλλιώς  'Κροντσέλοβο'.Το χωριό βρίσκεται στις πλαγιές του όρους Βόρας ή Καιμακτσαλάν.Σε αναζήτηση που κάναμε από παππούδες του χωριού μας ανέφεραν ότι υπήρχε  σχολείο περί τα 1870.

Μέχρι το 1913 υπήρχε στην περιοχή έντονο το τούρκικο  στοιχείο .

Με την συνθήκη της Λοζάνης και την ανταλλαγή πληθυσμών και μέχρι το 1922 υπάγονταν σε τούρκικο Βιλαέτι με την ονομασία Κάζα Σαντάνκι και ανήκε στην υποδιεύθυνση Αλμωπίας.

Το 1918 υπογράφηκε Φ.Ε.Κ από την κυβέρνηση Ελ.Βενιζέλου σε αλλαγή ονόματος από Κροντσέλοβο στην σημερινή ονομασία Κερασιά η Κερασιές.Το 1936 πάρα πολλοί κάτοικοι μετανάστευσαν στην περιοχή των Γιαννιτσών

Το 1904 χτίστηκε ένα δυόροφο Σχολείο και λειτούργησε μέχρι το 1964 στην πλατεία του χωριού .

Το 1964 με πρωτοβουλία του Αμερικάνικου Κολεγίου Αθηνών χτίστηκε το σημερινό σχολείο.

Παλιότερα οι κάτοικοι του χωριού ήταν περίπου 600 .

Σήμερα υπολογίζονται σύμφωνα με την τελευταία απογραφή γύρω στους 290.

Ασχολούνται με την γεωργία και συγκεκριμένα με την καλλιέργεια του Κερασιού .

Προστάτες του χωριού είναι ο Άγιος Δημήτριος που βρίσκεται δίπλα στο σημερινό σχολείο σε μια μεγάλη πλατεία  με ένα μεγάλο πλατάνι.

Επίσης σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκεται το Εκκλησάκι των Άγιων Θεοδώρων που κάθε χρόνο οι κάτοικοι τιμούν την μνήμη τους με ένα λαμπρό πανηγύρι.

Κάθε χρόνο με την λήξη της συγκομιδής των κερασιών ο πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού διοργανώνει τριήμερο πολιτιστικών εκδηλώσεων  Την παραδοσιακή φιλοξενία του χωριού μπορείτε να τις απολαύσετε σήμερα στο ξενοδοχείο 'Κερασιά' (κατασκευή 2006) λίγο μετά την πλατεία του χωριού ανεβαίνοντας προς το Καϊμάκτσαλάν. Το χωριό διαθέτει πλατεία με καφενείο-παντοπωλείο και πλατάνι και βρίσκεται στο κέντρο της Ορεινής Πέλλας





Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017






Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είναι το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο της ελληνικής επικράτειας και ένα από τα σημαντικότερα της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Ιδρύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα με σκοπό να διαφυλάξει τις αρχαιότητες από όλη την Ελλάδα, προβάλλοντας την ιστορι Το κτήριο του Μουσείου, διατηρητέο μνημείο το ίδιο, θεμελιώθηκε το 1866 σε οικόπεδο που δώρισε η Ελένη Τοσίτσα. Η κατασκευή του βασίστηκε σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Ludwig Lange και Παναγή Κάλκου. Την τελική διαμόρφωση της πρόσοψης του κτηρίου επιμελήθηκε ο Ernest Ziller, ο οποίος είχε και την επίβλεψη έως το 1889, οπότε περατώθηκε η δυτική πτέρυγα. Η ολοκλήρωση του Μουσείου, ως έχει σήμερα, έγινε σταδιακά μέσα στον 20ό αιώνα με προσθήκες στην ανατολική πλευρά.
Η προστασία και η περισυλλογή των αρχαιοτήτων υπήρξε από τις πρώτες φροντίδες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Το πρώτο Μουσείο ιδρύεται το 1829 στην Αίγινα. Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, όπου η συγκέντρωση των αρχαίων σε ναούς και δημόσια κτήρια είχε οδηγήσει στη δημιουργία αξιόλογων συλλογών, γίνεται πιεστικά αναγκαία η ίδρυση ενός Κεντρικού Μουσείου για τις Αρχαιότητες.
Ήδη το 1836 είχαν εκπονηθεί σχέδια για ένα τέτοιο μουσείο από τον αρχιτέκτονα Leo von Klenze, αλλά μόλις το 1856, ύστερα από τη γενναία οικονομική δωρεά του ομογενούς Δημητρίου Βερναρδάκη, γίνεται δυνατή η πραγματοποίηση του έργου και προκηρύσσεται αρχιτεκτονικός διαγωνισμός. Το 1859 καταθέτει σχέδια ο αρχιτέκτων Theophil Hansen προτείνοντας την ίδρυση του Μουσείου στη θέση της σημερινής Εθνικής Βιβλιοθήκης. Το 1860 παραδίδει τα σχέδιά του ο Ludwig Lange για την οικοδόμηση του Μουσείου στον Κεραμεικό, στο λόφο του Αγίου Αθανασίου. Τελικά τη θέση του μουσείου θα καθορίσει οριστικά το 1866 η δωρεά του οικοπέδου της οδού Πατησίων από την Ελένη Τοσίτσα. Τον ίδιο χρόνο ανατίθεται στον αρχιτέκτονα Παναγή Κάλκο η επίβλεψη των εργασιών ανέγερσης του Μουσείου, σύμφωνα με τα τροποποιημένα από τον ίδιο ως προς τη μορφή της πρόσοψης σχέδια του Ludwig Lange.
Με Προεδρικό Διάταγμα της 9ης Αυγούστου 1893 (ΦΕΚ Α΄ αρ. 152, ''Περί διοργανισμού του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου'') ιδρύθηκε επισήμως το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με σκοπό ''την σπουδήν και διδασκαλίαν της αρχαιολογικής επιστήμης, την διάδοσιν αρχαιολογικών γνώσεων παρ' ημίν και την ανάπτυξιν έρωτος προς τας καλάς τέχνας''. Οι Συλλογές του καθορίσθηκαν ως εξής:
  • Συλλογή Γλυπτών (Γλυπτοθήκη),
  • Συλλογή Αγγείων (Αγγειοθήκη),
  • Συλλογή Πήλινων και Χαλκών Αγαλματίων και λοιπών διαφόρου ύλης αρχαίων (Αγαλματιοθήκη),
  • Συλλογή Επιγραφών (Επιγραφικό Μουσείο),
  • Συλλογή Έργων Προελληνικών Χρόνων (Μυκηναία Συλλογή),
  • Συλλογή Έργων Αιγυπτιακής Τέχνης (Αιγυπτιακή Συλλογή).
Επιπλέον, λειτουργούσαν εργαστήρια συντήρησης και μουσείο εκμαγείων.
Η κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατέστησε επιτακτική την ανάγκη αποθήκευσης και φύλαξης των αρχαιοτήτων του μουσείου σε ασφαλείς χώρους του ίδιου του κτηρίου, της Τραπέζης της Ελλάδος και σε φυσικά κρησφύγετα. Αμέσως μετά τον πόλεμο, το 1945, άρχισαν οι εργασίες επανέκθεσης των αρχαίων, υπό την επίβλεψη του τότε διευθυντή Χ. Καρούζου, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν οικοδομικές εργασίες από τον αρχιτέκτονα Π. Καραντινό, με σκοπό τη διαμόρφωση των χώρων του μουσείου για την καλύτερη παρουσίαση των εκθεμάτων. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών, η προσωρινή έκθεση του μουσείου περιορίσθηκε σε δέκα αίθουσες της ανατολικής πτέρυγας. Το 1964 ολοκληρώθηκε το έργο της επανέκθεσης από το Χρήστο και τη Σέμνη Καρούζου, με την υποδειγματική παρουσίαση της πορείας της αρχαίας ελληνικής τέχνης από την προϊστορία έως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1994, εκτέθηκε για πρώτη φορά και η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή αιγυπτιακών αρχαιοτήτων.


Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017


Σε ηλικία 22 ετών. Φοιτητής στην Αθήνη

Τι  πρέπει  να  γίνει ( άποψη )

      Δεν είναι εύκολο μέσα σε μια κοινωνία που συνήθισε να την χαϊδεύουν και να την χουχουλιάζουν με ψέματα κι αποκρύψεις των δυσκολιών να μιλήσεις με ειλικρίνεια για την ανάγκη των δραστικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν και τα οποία θα επηρεάσουν στην πρώτη φάση αρνητικά όλα τα στρώματα του λαού. Είναι γνωστό ότι, πέρα από τα παχιά λόγια τα μεγάλα , τα περιοριστικά μέτρα χτυπάνε περισσότερο τους αδύνατους. Οι έχοντες ξέρουν και μπορούν να τα υπερπηδούν.

Το έχω ξαναπεί. Το κράτος φτώχυνε! Στη χώρα μας, αντίθετα υπάρχουν αρκετοί συμπατριώτες μας που τις τελευταίες δεκαετίες συσσώρευσαν πλούτο, τόσο που να ζήσουν και τα εγγόνια τους. Δεν αναφέρομαι στους κατά παράδοση πλούσιους, που πάντα υπήρχαν και υπάρχουν σε όλες τις χώρες, όπως εφοπλιστές, βιομήχανοι κι έμποροι. Μιλάω για μια νέα ομάδα πλουσίων που θησαύρισαν στα γρήγορα, εύκολα κι αρκετές φορές με παράνομους τρόπους σε βάρος όλων των άλλων. Αυτή η ομάδα είναι ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ. Γιατί δεν τη σταματάς  με τίποτε, αφού δεν έχει συγκρατημό με βάση τις ηθικές αρχές που διέπουν μια συντεταγμένη κι ευνοούμενη κοινωνία. Θυμίζω μερικά συμβάντα των τελευταίων δεκαετιών που σωρευτικά μας οδήγησαν στη σημερινή κατάντια.

Με παράλογη ανευθυνότητα ο αριθμός των ανθρώπων, που αμέσως ή εμμέσως σιτίζονταν από τον δημόσιο κορβανά άρχισε να αυξάνεται με ρυθμούς αναντίστοιχους με την ικανότητά του κράτους να εξυπηρετεί αυτό το καθήκον. Νέοι οργανισμοί και υπηρεσίες ιδρύονταν με περισσή ευκολία και με τις αντίστοιχες τυμπανοκρουσίες και φαμφάρες. Αυτοί έπρεπε να «στελεχωθούν», να στεγαστούν σε νέα κτίρια και να εξοπλιστούν με την απαραίτητη επίπλωση. Στον τομέα αυτόν έγιναν και εγκλήματα. Άτομα ενεργά στην αγροτική παραγωγή, από τη μια μέρα στην άλλη, βρέθηκαν να ξεριζώνονται από τον τόπο τους. Από χρήσιμοι και αποδοτικοί αγρότες μετατράπηκαν σε άχρηστους γραφιάδες, φύλακες, σοφέρ, συνοδούς και  στην πραγματικότητα άεργους. Αυτό γενικεύτηκε σε όλους τους τομείς της παραγωγής με συνέπεια να χρειάζεται να εισάγουμε τα πάντα. Οι επιπτώσεις δε φάνηκαν αμέσως γιατί την ίδια εποχή μπήκαν στη χώρα πολλά Ευρωπαϊκά χρήματα με τη μορφή ενισχύσεων κάθε είδους με βασικό προσανατολισμό την ανάπτυξη της χώρας. Αυτής της Ευρώπης, που τόσο εύκολα κάποιοι ελαφρόμυαλοι καταγγέλλουν και καταριόνται.  Ο διορισμός έγινε εργαλείο ανταμοιβής της προσφοράς στο κόμμα σε αφισοκολλήσεις, συλλογή ψήφων. Στην ίδια περίοδο ο συνδικαλισμός ανδρώνεται, αποκτά φουσκωμένα δικαιώματα και για ψηφοφορικούς λόγους η κυβέρνηση υποχωρεί συχνά σε παράλογα αιτήματα. Το βάρος του κρατικού μηχανισμού γίνεται δυσβάστακτο. Όταν στην εξουσία έρχεται το κόμμα της παραδοσιακής δεξιάς, αντί να πάρει περιοριστικά μέτρα βλέποντας το αδιέξοδο να έρχεται, συνέχισε την ίδια άφρονη πολιτική, με διορισμούς, με κατασπατάληση δαπανών, αφού η κύρια έγνοια της ήταν η αναπαραγωγή της εξουσίας. Κάθε σώφρονα γνώμη μέσα στο σάλαγο που «ό,τι φάμε κι ό,τι αρπάξουμε» ακουγόταν σαν παράφωνη μουσική στη συναυλία της εικονικής ευωχίας και βαπτιζόταν με τα συνήθη κοσμητικά επίθετα. 

  Ανοίγονται με παράξενη ευκολία πανεπιστημιακά ιδρύματα και σχολές σε πόλεις της Ελλάδος χωρίς να γίνεται καμιά έρευνα για τη σκοπιμότητα αυτών των ιδρύσεων. Τα κριτήρια δεν είναι κυρίως επιστημονικά. Περισσότερο αφορούν την τακτοποίηση ημετέρων από τη μια πλευρά κι από την άλλη οφείλονται στην πίεση των τοπικών κοινωνιών να έρθουν νέοι ενοικιαστές των διαμερισμάτων που κτίζονται από τα χρήματα των Ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, αντί να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό τον οποίο δόθηκαν. Οι τοπικοί αγρότες και επαγγελματίες μετατρέπονται σε αξιόλογο ποσοστό σε ρεντρούμηδες. Ο αριθμός των μπαρ και νυχτερινών κέντρων της επαρχίας αυξάνεται αλματωδώς. Αυτό σε συνδυασμό με τα κορίτσια που καταφτάνουν πεινασμένα για καπιταλισμό και συγκαταβατικά στον ηθικό τομέα από τις χώρες του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού».

  Ακόμα χειρότερα φαινόμενα παρατηρήθηκαν με τα ΤΕΙ. Απίθανες σχολές, με εξεζητημένα ονόματα, που δεν αντιστοιχούν σε καμιά από τις  ανάγκες της οικονομίας ή κάποιας χρήσιμης επιστήμης  ιδρύθηκαν για να ικανοποιήσουν ίδιας ποιότητας σκοπιμότητες. Λένε κάποια στοιχεία ότι χιλιάδες Έλληνες γιατροί που σπούδασαν στην Ελλάδα - και γι’ αυτό χρειάστηκαν πολλές δαπάνες από την ψωροκώσταινα - προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε άλλες χώρες. Πόσους επιστήμονες χρειαζόμαστε; Έγινε ποτέ καμιά σοβαρή μελέτη; Είναι απαραίτητο κάθε ελληνικό σπίτι να έχει κι έναν τουλάχιστο φυσικομαθηματικό ;  Ποια ανάγκη κάλυψε η σχολή των φυσικών και μαθηματικών επιστημών του ΕΜΠ πέρα από το διορισμό τόσων ημετέρων ;

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017


Το κρυφό σχολειό είναι, απλούστατα, ένα ιστορικό ψέμα…, του Δημήτρη Δαμασκηνού

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013 Tου Δημήτρη Δαμασκηνού, εκπαιδευτικού Δ.Ε.

negreponte2004@yahoo.gr

    Ως τις αρχές του 18ου αιώνα βασίλευε όχι μόνο η κοινωνική αθλιότητα αλλά, και σαν αντίλαλός της, η αμάθεια και το πνευματικό σκοτάδι. Σχολεία, αν εξαιρέσουμε την Πατριαρχική Σχολή της Πόλης, δεν υπήρχαν. O ελληνικός λαός είχε καταλήξει στο ύστατο σκαλοπάτι της αμάθειας. Eιδικότερα για τις περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς περιγράφεται στην Eλληνικήν Nομαρχίαν (1806) του Aνωνύμου του Έλληνος η κατάσταση μορφωτικής και πνευματικής παρακμής ως εξής:

«Aι επιστήμαι, όπου πρότερον ήνθιζον άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφραγίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν (=θετικές επιστήμες) εξωρίσθησαν, άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο, ει μη τα πονήματα των ιερέων και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, εστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι, μεμεθυσμένοι από την αμάθειαν και την δεισιδαιμονίαν.»

    H παράδοση αναφέρει πως υπήρχαν τα κρυφά σχολειά. H τέτοια παράδοση δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα: είναι ρομαντικής έμπνευσης κατασκευή στο τέλος του 19ου αι. και προσφερόταν αποκλειστικά για ιδεολογική χρήση, όπως άλλωστε και η επιλογή με το B. Δ. του 1838 της 25ης Mαρτίου ως ημερομηνία έναρξης του επαναστατικού αγώνα [1]. Kρυφό σχολειό δεν υπήρχε πουθενά. Aυτό είναι ένα ιστορικό ψέμα πού δημιουργήθηκε αμέσως μετά την Eπανάσταση, μαζί με το «Φεγγαράκι μου, λαμπρό ...», αυτό το ευρύτατα διαδομένο παιδικό τραγουδάκι-νανούρισμα, που θεωρήθηκε ότι περιγράφει τα παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, μες στους λύκους, να πάνε κρυφά απ’ τους Tούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα. Kι όμως, στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού [2] δε γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με κρυφό σχολειό [3]. 

    Kορύφωση της διαδρομής του μύθου και αποκρυστάλλωσή του αποτελεί ο σχετικός πίνακας του Nικολάου Γύζη το 1886, και το ποίημα που εμπνέεται από αυτόν το 1899 ο Iωάννης Πολέμης («Aπ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά...»). H οπτικοποίηση πια του «κρυφού σχολειού», μαζί με τη συστηματική διδασκαλία του ποιήματος από τα σχολικά βιβλία, εγκαθιστούν οριστικά στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση έναν μύθο οπωσδήποτε γοητευτικό, τέκνο της μεγαλύτερης έξαρσης του ρομαντικού φιλελληνισμού και γενικότερα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα, που το συντηρεί και τον υπερασπίζεται, με νύχια και με δόντια και με λογοκριτικές παρεμβάσεις, προπάντων η Eκκλησία, με σκοπό βέβαια να στιγματιστεί η τουρκική βαρβαρότητα, αλλά και να εξαγνισθεί η ίδια η ιεραρχία της από τη χιονοστιβάδα των ανομημάτων της κατά τη διάρκεια της δουλείας (αφορισμοί, σιμωνία, συνεργασία με τον κατακτητή κ.τ.λ.), αφού σ’ αυτόν ειδικά το μύθο επιχειρείται να εμφανιστεί σαν αυτονόητος ο εθνοσωτήριος ρόλος της κατά την τουρκοκρατία και τον Aγώνα.

    Θα γράψει, όμως, ο Λίνος Πολίτης: «Ίσως ο ρομαντικός εραστής των γλυκερών ιστορικών φαντασιώσεων ν’ απογοητευθεί όταν μάθει πως το περίφημο κρυφό σχολείο της τουρκοκρατίας είναι απλούστατα ένα ιστορικό ψέμα».

    O αξιόλογος αυτός συγγραφέας είναι τόσο απόλυτος, γιατί οι μαρτυρίες είναι συντριπτικές εναντίον των ρασοφόρων και ελληνορθοδόξων πλαστογράφων της ιστορικής πραγματικότητας: O Γιάννης Bλαχογιάννης έγραψε πως κατά τις πολύχρονες μελέτες του δεν βρήκε καμία ιστορική μαρτυρία, που να θεμελιώνει την ύπαρξη του κρυφού σχολείου [4]: «Aνάμεσα σε όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτα που να κάνει λόγο για το σκολειό...». Kαι ο ίδιος συγγραφέας συμπληρώνει: «ποτέ ο Tούρκος ο αγράμματος δεν μπόδισε το Xριστιανό γράμματα να μαθαίνει...»

    O Kων. Παπαρρηγόπουλος τίποτε δεν αναφέρει σχετικά στην ιστορία του. O Γιάνης Kορδάτος παρατηρεί ότι: «η παράδοση πώς υπήρχαν τάχα “κρυφά σχολειά” από τον φόβο των Tούρκων, είναι ολότελα φτιαχτή και δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορική πραγματικότητα» [5].

     H αμφισβήτηση της ιστορικότητας του «κρυφού σχολειού» δεν περιορίζεται στο Λίνο Πολίτη, στο Γιάννη Bλαχογιάννη, τον Kων. Παπαρρηγόπουλο και το Γιάνη Kορδάτο. Όλοι σχεδόν οι σοβαροί επιστήμονες και ερευνητές, παλιότεροι και νεότεροι [6] συμφωνούν πως «κρυφό σχολειό» ποτέ δεν υπήρξε στην Tουρκοκρατία. Ποια ανάγκη όμως έχουμε άλλων μαρτύρων, όταν ο ίδιος ο Kοσμάς ο Aιτωλός βεβαίωνε σε γράμμα του προς τον αδελφό του Xρύσανθο, γύρω στα 1775:

    «Έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα».

Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στεγάζεται μόνιμα στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στην οδό Σταδίου (πλατεία Κολοκοτρώνη) από το 1960. Αντικείμενό του, η ιστορία του νεότερου Ελληνισμού: η περίοδος της τουρκοκρατίας και φραγκοκρατίας, η Επανάσταση του 1821, οι απελευθερωτικοί αγώνες, η δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους, η πολιτική, κοινωνική και πνευματική εξέλιξη του Ελληνισμού μέχρι σήμερα.

Η ιστορία του Μουσείου

Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο ιδρύθηκε από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, η οποία από τη σύστασή της το 1882 άρχισε το έργο της συλλογής ιστορικού υλικού.

Η έναρξη της λειτουργίας του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρώτη επίσημη δημόσια παρουσία της Εταιρείας, την Έκθεσιν Μνημείων του Ιερού Αγώνος, δύο χρόνια αργότερα. Στην έκθεση αυτή, ανταποκρινόμενοι σε έκκληση της Εταιρείας, παραχώρησαν αντικείμενα όλοι όσοι είχαν στην κατοχή τους ιστορικά κειμήλια μιας εποχής όχι πολύ μακρινής, κυρίως οι οικογένειες των αγωνιστών του 1821 αλλά και κρατικοί φορείς, όπως τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών. Tα περισσότερα από τα αντικείμενα αυτά μετά το πέρας της έκθεσης δωρήθηκαν στο Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας αποτελώντας τον κεντρικό πυρήνα του.

Ουσιαστικά το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο γεννήθηκε μέσα από την κοινή δράση μιας κοινωνίας που μετεξελισσόταν γοργά, σε μια περίοδο αναζήτησης συνεκτικών κρίκων και εθνικής ταυτότητας και δημιουργίας των θεσμών της. Από τότε και για πάνω από μισό αιώνα σχεδόν αδιάλειπτα το Μουσείο λειτουργούσε για το κοινό σε αίθουσες του Πολυτεχνείου αποτελώντας σταθερό σημείο αναφοράς στη ζωή της πόλης. Συνέχισε το έργο του εμπλουτισμού των συλλογών του τόσο στο εσωτερικό της χώρας αλλά και οργανώνοντας εξορμήσεις σε περιοχές του Ελληνισμού εκτός των τότε συνόρων, στη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Μικρά Ασία, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια.

Στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για προληπτικούς λόγους τα αντικείμενα συσκευάστηκαν και κρύφτηκαν στα υπόγεια του Πολυτεχνείου και σε ιδιωτικούς χώρους.

Μεταπολεμικά, και ενώ γίνονταν έντονες προσπάθειες για εύρεση κατάλληλης στέγης, ενοικιάστηκε προσωρινά ένα οίκημα στην οδό Βασιλίσσης Αμαλίας, η Στέγη Απόρων Κορασίδων, όπου λειτούργησε μία πρόχειρη έκθεση. Από το 1960 το Μουσείο στεγάζεται μόνιμα στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στην οδό Σταδίου (πλατεία Κολοκοτρώνη).

Το 1979 ο Παντελής Κουντουριώτης, απόγονος του υδραίου πρόκριτου Λαζάρου Κουντουριώτη, κληροδοτεί στην Εταιρεία το οικογενειακό του αρχοντικό στην Ύδρα με προοπτική να λειτουργήσει ως Μουσείο. Από το 2001 η Ιστορική Οικία Λαζάρου Κουντουριώτη λειτουργεί ως παράρτημα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου και αποτελεί ένα σημαντικό πόλο έλξης για τους πολυπληθείς επισκέπτες του νησιού.