Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016


Μέγαρο Τεγεατικού Συνδέσμου- Πρώην Οικοκυρική Σχολή Τεγέας   
Από το νοτιοανατολικό τμήμα του πάρκου της Παλαιάς Επισκοπής τον επισκέπτη καλωσορίζει το επιβλητικό μέγαρο του Τεγεατικού Συνδέσμου, το κτήριο της πρώην Οικοκυρικής Σχολής της Τεγέας.
Η Οικοκυρική Σχολή ιδρύθηκε το 1918 επί προεδρίας Κων. Σαββόπουλου με πρωτοβουλία των μετέπειτα προέδρων του Τεγεατικού Συνδέσμου Θεοφάνη Αλεξόπουλου και Παν. Σβωλόπουλου, οι οποίοι οραματίστηκαν τη λειτουργία ενός εκπαιδευτικού φορέα που θα απέβλεπε «εις την δημιουργίαν υποδειγματικών οικοκυρών και Ελληνίδων μητέρων με πλήρη επίγνωσιν της κοινωνικής και εθνικής των αποστολής». Για το σκοπό αυτό το 1934 ανεγέρθηκε με δαπάνες του Τεγεατικού Συνδέσμου και με τη συνδρομή εύπορων Τεγεατών αλλά και του κράτους το σημερινό, νεοβυζαντινού ρυθμού, μεγαλοπρεπές οίκημα. Το κτήριο αυτό, διώροφο αρχικά, πήρε την τελική τριώροφη διάστασή του επί προεδρίας Νικ. Καραμεσούτη και είχε τη δυνατότητα να στεγάσει 300 μαθήτριες. Αξίζει να μνημονευτεί ότι κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής  (1941- 1942) φιλοξενήθηκαν στο κτήριο της Σχολής και σώθηκαν από τη λιμοκτονία εκατοντάδες παιδιά από την Αθήνα, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτό εκτεταμένες υλικές ζημιές.
Η φοίτηση στη Σχολή ήταν τριετής, με καθημερινή εξάωρη διδασκαλία. Το πρόγραμμα σπουδών περιελάμβανε κύκλους θεωρητικών και πρακτικών μαθημάτων, μεταξύ των οποίων θρησκευτικά, ελληνικά, ιστορία, εθνική αγωγή, οικιακή οικονομία, βρεφοκομία, ζαχαροπλαστική, ραπτική, κέντημα, ωδική, γυμναστική, υφασματολογία, ανθολογία  κ. ά. Στη Σχολή δικαιούνταν εγγραφής εσωτερικές και εξωτερικές μαθήτριες από όλη την Ελλάδα « υπό την αίρεσιν της απολύτου υγείας και της πιστοποιημένης ηθικής και σεμνότητας». Κάθε εσωτερική μαθήτρια κατέβαλλε ως δίδακτρα 350 δρχ. ετησίως και ως τροφεία 500 δρχ. μηνιαίως. Στις μαθήτριες, περιζήτητες νύφες μετά τη φοίτηση τους στη Σχολή, χορηγούνταν κατά την αποφοίτησή τους  πτυχίο, ενώ στις αριστεύσασες απονέμονταν βραβεία και δώρα.
Σε μια αίθουσα της Σχολής λειτουργούσε μόνιμη έκθεση των εργόχειρων των μαθητριών, ενώ τα ωραιότερα από αυτά φιλοξενούνταν σε διεθνείς εκθέσεις, όπως του Μιλάνο και του Παρισιού, έχοντας αποσπάσει πρώτα βραβεία. Στο κτήριο της Σχολής υπήρχε επίσης αίθουσα θεάτρου με μια μικρή σκηνή, στην οποία δίνονταν τακτικά παραστάσεις κατά τις εθνικές επετείους και τη λήξη των μαθημάτων.
Η Σχολή στα 63 συναπτά έτη λειτουργίας της γνώρισε περιόδους μεγάλης ακμής και αίγλης, όπως μαρτυρούν ο αριθμός των μαθητριών της, που έφτασε να ξεπερνά τις 180, καθώς επίσης και οι επισκέψεις σε αυτή βασιλέων, πρωθυπουργών, λογοτεχνών, καθηγητών πανεπιστημίου και πλήθους άλλων πνευματικών ανθρώπων που υπογράφουν το λεύκωμα του Τεγεατικού Συνδέσμου, που τηρούνταν στην Οικοκυρική Σχολή. Ωστόσο οι ριζικές δομικές μεταβολές που παρατηρούνται στην ελληνική κοινωνία από το 1950 και μετά, σε συνδυασμό με την απορρόφηση μεγάλου αριθμού μαθητριών από το Γυμνάσιο Τεγέας, οδήγησαν στη σταδιακή αποδυνάμωση της Σχολής μέχρι την οριστική παύση της λειτουργίας της το 1982.
Έκτοτε το κτήριο της Οικοκυρικής Σχολής αποτελεί την έδρα του Τεγεατικού Συνδέσμου στην Τεγέα, στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο Τεγέας και φιλοξενεί πλήθος επιστημονικών συνεδρίων και πολιτιστικών εκδηλώσεων.




Δεκεμβρίου 5, 2008 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού Δωρητής και ευεργέτης του Άργους.Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν μπακάλης, αλλά είχε την ατυχία να χάσει τη μικρή του περιουσία, πριν ακόμη ο μικρός Σπύρος τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Έτσι, σε ηλικία 11 χρονών, μπήκε υπηρέτης στο μαγαζί του Μακαντούλια, όπου εργάστηκε 25 ολόκληρα χρόνια. Σε αναζήτηση καλύτερης τύχης ξενιτεύτηκε στην Αμερική και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Ατλάντα, όπου εργαζόταν σε εστιατόριο μιας μικρής παρόδου. 

Από μικρός είχε γνωρίσει τη φτώχεια και τη στέρηση και είχε μάθει να είναι φειδωλός. Μακριά από τις ανέσεις και τις απολαύσεις της ζωής, μάζευε με υπομονή τα χρήματά του. Είχε θέσει ως υψηλό στόχο της ζωής του να τα δωρίσει στην ιδιαίτερη του πατρίδα, για να κτιστεί σχολείο. Πεθαίνοντας άφησε 22.200 δολάρια, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή εκείνη, με την εντολή να ανεγερθεί Γυμνάσιο στο Άργος. Εκτελεστές της διαθήκης άφηνε τους ομογενείς στην Ατλάντα Κων/νο Ξυνό και Χαρ. Ρονιώτη, καθώς επίσης και τον εκεί Σύλλογο Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», του οποίου ήταν μέλος και σύμβουλος. Το διδακτήριο ήταν έτοιμο και λειτούργησε το 1939, αφού ταλαιπωρήθηκε το κληροδότημα αρκετά χρόνια, λόγο της δυστοκίας που ανέκαθεν παρατηρείται δυστυχώς στην κοινωνία μας.



Το Μπουσουλοπούλειο θεωρείται πρωτοποριακό για την εποχή του, αφού είχε και κλειστό γυμναστήριο και κινηματογραφική αίθουσα. Η αίθουσα αυτή, η οποία ανακαινίστηκε και εξοπλίστηκε το 1985 από τον τότε Δήμαρχο Γ. Πειρούνη, είναι σήμερα μοναδική στην πόλη σε χωρητικότητα και δυνατότητες. Δίνονται θεατρικές παραστάσεις και πραγματοποιούνται σχολικές γιορτές και πολιτιστικές δραστηριότητες του Δήμου και άλλων φορέων. Σήμερα στεγάζεται στο Μπουσουλοπούλειο το 1ο Γυμνάσιο και το Εσπερινό Γυμνάσιο Άργους. Ο Σπυρίδων Μπουσουλόπουλος, ο οποίος έμεινε άγαμος, κατόρθωσε με υπομονή να γίνει ευεργέτης του Άργους και να χαρίσει στο ταπεινό  όνομά του την αθανασία. Κάθε χρόνο, την ημέρα της ονομαστικής του γιορτής, τελείται μνημόσυνο προς τιμήν του.

                                                                                    



Πηγές« Αργειακόν Ημερολόγιον», Γεωργίου Λογοθέτη – Ανδρέα Χριστόπουλου, Τεύχος Ά, σελ. 67-68, Άργος 1930. 



Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016


Το Ανώτερο Παρθεναγωγείο Φλωρίνης

Editor Δευτέρα 4 Απριλίου, 2016


Στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας στη Φλώρινα, με τον όρο Παρθεναγωγείο εννοούσαν το δημοτικό σχολείο θηλέων, όπου τα κορίτσια μάθαιναν στοιχειώδεις γνώσεις, και κυρίως γραφή, ανάγνωση και εκκλησιαστικά κείμενα. Δεν είχε καμία σχέση με τα Παρθεναγωγεία, που λειτούργησαν την περίοδο του Μεσοπολέμου. Τα Παρθεναγωγεία αυτά είχαν άλλον σκοπό, και απαιτούσαν απολυτήριο δημοτικού σχολείου.

Στη πόλη της Φλώρινας, ο Μακεδονικός Αγώνας, έφερε μεγάλο συναγωνισμό στην εκπαίδευση, καθώς τα ελληνικά και τα βουλγάρικα σχολεία αναζητούσαν μαθητές για να παρουσιάσουν μεγάλη συμμετοχή. Από αυτόν τον συναγωνισμό βγήκαν κερδισμένα τα κορίτσια, που πήραν γνώσεις δημοτικού σχολείου.  Όμως η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι, ακόμη και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η κοινωνία άλλαζε και αναζητούσε νέους ρόλους. Η γυναίκα έπρεπε να ακολουθήσει και αυτή την εξέλιξη, σε μια πόλη, όπου ο αστισμός επικρατούσε και διέλυε την παλιά νοοτροπία, που είχε διαμορφωθεί επί αιώνες. Οι εύπορες οικογένειες ήταν οι πιο αστικοποιημένες και ήθελαν καλύτερη μόρφωση για τα κορίτσια τους. Η εκπαίδευσή τους όμως απέβλεπε στην προετοιμασία, ώστε να γίνουν σύγχρονες νοικοκυρές. Τα Παρθεναγωγεία, την περίοδο του Μεσοπολέμου, πρόσφεραν κατάλληλη εκπαίδευση, σε σχέση με την θέση της γυναίκας αυτής της περιόδου. Υπήρχαν βέβαια  και τα γυμνάσια, στα οποία όμως φοιτούσαν ελάχιστα κορίτσια, όπως και στα Διδασκαλεία δασκάλων και νηπιαγωγών.

Στη Φλώρινα, το Παρθεναγωγείο λειτούργησε, τον Σεπτέμβριο του 1922, και στεγάστηκε στον πάνω όροφο του 2ου δημοτικού σχολείου. Η φοίτηση ήταν τριετής. Τρεις τάξεις από 20 περίπου κορίτσια κάθε τάξη, συνολικά περίπου 60 κορίτσια. Συνήθιζαν να το ονομάζουν Αστικό Παρθεναγωγείο, για να μη συγχέεται με τα Παρθεναγωγεία της τουρκοκρατίας. Τα κορίτσια μάθαιναν πολλά, που είχαν σχέση με την οικιακή οικονομία, αρκετά θεωρητικά μαθήματα, και μαθήματα που είχαν σχέση με την γυναικεία φύση.  Σκοπός της αγωγής ήταν να γίνουν καλές ελληνίδες μάνες, νοικοκυρές και σύζυγοι. Γενικά η αγωγή που παρείχαν ήταν ελληνοχριστιανική.

Η  Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στην Αλμωπία 1939-μέσα 20ού αι.  

Γιώργος Κωστόπουλος  

Περίληψη Την περιπετειώδη ιστορία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Αλμωπία την έχω ζήσει από τα πολύ μικρά μαθητικά μου χρόνια. Μοιραία λοιπόν η αφήγησή μου έχει και βιωματικό χαρακτήρα. Το σχολ. έτος 1939-40, όταν ήμουν μαθητής στη Β΄ δημοτικού, δύο αγόρια και οχτώ κορίτσια από το χωριό μου, τη Δωροθέα Αλμωπίας, φοιτούσαν στην Α΄ τάξη του Αστικού Σχολείου Αρδέας (παλαιότερη ονομασία της Αριδαίας), που ιδρύθηκε εκείνη τη χρονιά (φωτογραφία 1).  Το σχολικό έτος 1942-43, σε ηλικία δέκα ετών, βρέθηκα μαθητής στην Α΄ τάξη του 8/τάξιου γυμνασίου, που λειτούργησε στην «Κόκκινη Αποθήκη» της Αριδαίας ως παράρτημα των γυμνασίων της Έδεσσας. Κατόπιν έζησα από τάξη σε τάξη όλη τη δύσκολη διαδρομή του Γυμνασίου μας ως την ολοκλήρωσή του με τη λήξη του εμφύλιου πολέμου (1949) και ως την αποφοίτησή μου την επόμενη χρονιά.  Αργότερα, μετά από έξι δεκαετίες περίπου, όταν αντιλήφτηκα ότι το κεφάλαιο αυτό της ιστορίας μας ήταν παντελώς άγνωστο στους νεότερους, έγραψα το βιβλίο «Η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στην Αλμωπία 1939-2007»1.   

1. Το Αστικό Σχολείο Το πρώτο έγγραφο προς το αρμόδιο υπουργείο με αίτημα να ιδρυθεί γυμνάσιο στην Αριδαία το είχε συντάξει ένας προοδευτικός άνθρωπος, ο αείμνηστος Ιωάννης Αβρααμίδης, γραμματέας τότε του αγροτικού συλλόγου «Η Δήμητρα».  (Την ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία του την έχει εκδώσει επεξεργασμένη και σχολιασμένη η ερευνήτρια ιστορικός  Αντωνία Παπαδάκη)2. Η απάντηση τού Υπουργείου ήταν αρνητική. Στο έγγραφό του περιλαμβανόταν η ενδεικτική για το πνεύμα της εποχής παρατήρηση: «Ποίος θα παραλάβει το αλέτρι από το χέρι του γεωργού πατέρα!». Την επόμενη χρονιά, στο ίδιο πνεύμα, ιδρύθηκε στην πόλη μας επαγγελματικό σχολείο γεωργικής κατεύθυνσης με την επωνυμία «Τριτάξιον Μικτόν Αστικόν Σχολείον Αρδέας».  Στις 19 Σεπτεμβρίου 1939 ο φιλόλογος Δημήτριος Μαρτίνος συντάσσει στο Γραφείο τού παλαιού δημοτικού σχολείου πρακτικό με το οποίο αναλαμβάνει υπηρεσία ως προσωρινός διευθυντής του νέου σχολείου. Μετά τις εισαγωγικές εξετάσεις είχαν εγγραφεί στην Α΄ τάξη 106 μαθητές και μαθήτριες (55 αγόρια, 51 Κορίτσια). Μόνο που εξαιτίας των συγκοινωνιακών συνθηκών της εποχής οι μαθητές προέρχονταν κυρίως από την Αριδαία και από τα γύρω κοντινά χωριά. Ελάχιστοι ή και καθόλου από τα πιο μακρινά (πίνακας 1).   Εκτός από τα θρησκευτικά, Νέα Ελληνικά, Εθνική Αγωγή, Γαλλικά, Ιστορία, Μαθηματικά, Φυσική και Χημεία, Γυμναστική, Ωδική, διδάσκονταν στο Αστικό: Υγιεινή, Γεωργία, Δενδροκομία και Κηπουρική, Κτηνοτροφία, Μελισσοκομία και Σηροτροφία, Γεωργική Βιομηχανία. Το σχολείο μετά από δύο μεταστεγάσεις εγκαταστά      

Επί τάπητος: Η τέχνη της μεταξοϋφαντουργίας

Γράφτηκε από τον Ηλία Μπιζάνη

Μια φωτογραφία από τα βάθη του χρόνου. Απαθανατίζει μαθήτριες της σχολής μεταξοϋφαντικής τέχνης της Μονής Καλογραιών και παραπέμπει στις εποχές που το «Καλαματιανό μαντήλι» είχε κατακτήσει τον κόσμο, ενώ ανθούσε η οικοτεχνική και βιοτεχνική παραγωγή στην Καλαμάτα και την ευρύτερη περιοχή. Η φωτογραφία προέρχεται από μια σημαντική εργασία με τίτλο «Χορός από μετάξι στη Μεσσηνία» την οποία έχει κάνει το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Καλαμάτας.

Από την ίδια εργασία αντιγράφουμε: «Στο μοναστήρι τα ορφανά και απροστάτευτα κορίτσια διδάσκονταν τα ελληνικά γράμματα και τη μεταξοϋφαντική τέχνη. Δεν τους έκαναν προσηλυτισμό για μοναχικό βίο. Από τα ειδικευμένα κορίτσια στη μεταξοϋφαντική τέχνη δεν αναπτύχθηκε η μεταξοβιομηχανία μόνο στην Καλαμάτα, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας και ιδιαίτερα στην Αθήνα. Το πρώτο εργοστάσιο μετάξης στην Αθήνα ήταν του Καλαματιανού Ναθαναήλ και οι εργάτριές του είχαν διδαχθεί την τέχνη στη Μονή. Το 1853 η κυβέρνηση ζήτησε από τον τότε Μητροπολίτη Μεσσηνίας να σταλούν δύο καλόγριες στη Μονή της Τήνου, για να εκπαιδεύσουν τις εκεί καλόγριες στη μεταξοϋφαντική τέχνη. Σε πολλές πόλεις της Ελλάδας πήγαιναν οι καλόγριες, για να διδάξουν την τέχνη σε Οικοκυρικές σχολές (π.χ. Ληξούρι, Εδεσσα)». Αυτό το απόσπασμα έχει ιδιαίτερη αξία, όχι μόνον ιστορική αλλά και κοινωνική. Γιατί κάνει ακόμη περισσότερο ακατανόητη την εγκατάλειψη της μεγάλης παράδοσης με την οποία είναι συνδεδεμένο το όνομα της πόλης, αλλά και την αδιαφορία που επιδείχθηκε από όλους για το θέμα αυτό. Μπορεί η βιομηχανία του μεταξιού να έπεσε θύμα των οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων, η παράδοση όμως την ακολούθησε χωρίς να γίνει κάποια προσπάθεια για μια συνέχεια προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες.

Ζήτημα πρώτο, η τέχνη και η τεχνογνωσία. Τα χρόνια που πέρασαν δαπανήθηκαν απίστευτα ποσά για «προγράμματα εκπαίδευσης» με ελάχιστα αποτελέσματα. Μόνοι κερδισμένοι όσοι ασχολήθηκαν επαγγελματικά με αυτά εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία και την ανοχή των εκάστοτε αρμοδίων για τα προγράμματα. Ολοι ήθελαν να γίνουν ειδικοί στους υπολογιστές, στη δημοσιογραφία, στα οικονομικά και γενικώς σε γνωστικά αντικείμενα τα οποία «γυάλιζαν», αλλά είχαν επαγγελματική προοπτική σχεδόν μηδενική. Γενικώς οτιδήποτε είχε σχέση με την παραγωγή θεωρήθηκε από αρμοδίους και επιτήδειους ως «ανεπιθύμητο» και παραγκωνίστηκε με τις ευλογίες της κοινωνίας. Παρά τις κατά καιρούς παραινέσεις, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για παράδειγμα να εκπαιδευτούν νέοι άνθρωποι σε παραδοσιακές τέχνες, όπως είναι αυτή της μεταξοϋφαντουργίας. Το γνωστό «μάθε τέχνη και άστηνε» κρίθηκε ως αναχρονιστικό την εποχή της γενικής αφασίας και χάθηκαν αμέτρητες ευκαιρίες. Τα έφερε έτσι όμως η ζωή και η χρησιμότητα της οικοτεχνίας ήρθε πάλι στο προσκήνιο ως ένας τρόπος απασχόλησης και εξασφάλισης κάποιου εισοδήματος, έστω και συμπληρωματικού ή δευτερεύοντος. Και θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα «κοινωνικής οικονομίας» εφόσον υπήρχε και η τεχνογνωσία αλλά και η ενθάρρυνση με ουσιαστικά κίνητρα από τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Και αναφέρομαι σε οικοτεχνία γιατί είναι προφανές ότι σε βιοτεχνική-βιομηχανική κλίμακα το ζήτημα έχει πολλές παραμέτρους και ενδεχομένως θα αποτελούσε μαξιμαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας η πολιτική «αναβίωσης» ενός κλάδου που δεν ρίζωσε ούτε εκεί που έγιναν προσπάθειες (στο Σουφλί για παράδειγμα) για μια σειρά λόγους οι οποίοι δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς και θα ήταν επιπόλαιο να αυθαιρετήσει κάποιος στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μια ξεχωριστή περίπτωση. Στα καταστήματα της πόλης θα μπορούσαν να κρέμονται αντί για τα συνθετικά μαντήλια (αλήθεια το δήμο δεν τον ενδιαφέρει αυτή η ιστορία;), αυθεντικά καλαματιανά μαντήλια οικοτεχνικής παραγωγής. Η οποία θα ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί με την επιδότηση του εξοπλισμού (πόσα και πόσα χρήματα δεν πήγαν σε μαύρες αντιπαραγωγικές τρύπες;) από διάφορα προγράμματα που έτρεχαν ή θα έπρεπε να προσαρμοστούν με δική μας παρέμβαση. Και με την αξιοποίηση αυτής της δυνατότητας από νέα παιδιά και μέσα από τη δημιουργία κοινοπρακτικών σχημάτων μικρού οικονομικού ρίσκου τα οποία θα βασίζονταν στην προσωπική εργασία των συνεργαζόμενων. Υπάρχουν διάφορες μορφές με τις οποίες θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσαν να αναζητηθούν οι καλύτερες.


Η επιλογή

Το σκαθάρι είχε μόνο του αιχμαλωτιστεί στο γυάλινο δοχείο. Θεωρητικώς είχε μια μικρή πιθανότητα να σωθεί. Αλλά χρειαζόταν μεγάλη τύχη να βρει τη μικρή τρύπα εξόδου. Ο εξωτερικός παρατηρητής όμως είχε δει βήμα προς βήμα την πορεία προς τον αποκλεισμό. Το σκαθάρι δεν είχε τη συνείδηση του κινδύνου. Αυτός όμως ήξερε, γιατί έβλεπε συνολικά το φαινόμενο αφού είχε σφαιρική αίσθηση του χώρου. Εδώ ορθώνεται το συνειδησιακό πρόβλημα: Έπρεπε έγκαιρα να παρέμβει αποσοβώντας τον αποκλεισμό ή να αφήσει τα γεγονότα όπως ήταν καθορισμένα; Ένα ερώτημα που απαιτεί απάντηση. Αλήθεια ποια θα είναι αυτή;
Η ελεύθερη βούληση, το δικαίωμα της επιλογής, έστω του ολέθριου λάθους. Αιώνια διλήμματα που ταλάνισαν και ταλανίζουν την ανθρώπινη
σκέψη από πάντα.


Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ: Μια σημαντική Ηπειρώτικη προσωπικότητα του περασμένου αιώνα

4/05/2016 11:09:00 π.μ.

Από τα Γιάννενα ήταν ο αείμνηστος Θεόδωρος Θεοδωρίδης που έμελε να μείνει στην ιστορία με την πολυσχιδή εθνική και πατριωτική του δράση και να συνδεθεί μέσω αυτής και με την Θεσπρωτία.

Αποπεράτωσε τις νομικές του σπουδές στην Αθήνα το 1910 και διορίστηκε δόκιμος διερμηνέας του Ελληνικού Προξενείου στα Ιωάννινα. Από εκεί στάλθηκε Γραμματέας της Μητροπόλεως Παραμυθιάς απ όπου επόπτευε την δράση του Ελληνικού κομιτάτου και κατεύθυνε τον αγώνα κατά της κίνησης των Αλβανών της Τσαμουργιάς υπέρ δημιουργίας Αλβανικού κινήματος- που γινόταν με υπόδειξη της Ιταλικής και Αυστριακής πολιτικής.

Το καλοκαίρι του 1911 κατορθώνει με επιδεξιότητα και απομακρύνει τον κίνδυνο καταλήψεως των Φιλιατών από τον Μουχαρέμ Ρουσίτ από την Κώτσικα- ο οποίος ήταν πράκτορας των Ιταλών και πρωταίτιος των αιματηρών γεγονότων της Πλεσίβιτσας των γνωστών υπό το όνομα «Μουχαρέμικα».

Το 1913 με την απελευθέρωση της Ηπείρου διορίζεται Διοικητικός Επίτροπος Φιλιατών και το 1914 παραιτείται και εξασκεί την δικηγορία στους Φιλιάτες. Το 1915 εκδίδει την πρώτη Θεσπρωτική εφημερίδα «Θεσπρωτία» εβδομαδιαία και πολιτεύεται σαν ανεξάρτητος- ήρθε πρώτος στους Φιλιάτες.

Το 1917 με την είσοδο των Ιταλών στους Φιλιάτες (25 Μαρτίου) εκδιώκεται από τις Ιταλικές αρχές και πηγαίνει στην Αθήνα, όπου προσλαμβάνεται από τον αείμνηστο Σπύρο Σίμο Υπουργού της Περιθάλψεως και Δ/τη της εφημ. «Πατρίς». Στο Υπουργείο τούτο που μετονομάστηκε σε Πρόνοιας, επί 30 και πλέον έτη ανέπτυξε όλες του τις ικανότητες και αρετές και δημιούργησε την υπηρεσία της αγαθοεργού πρόνοιας του Κράτους στην οποίαν χιλιάδες Ελληνοπαίδων βρήκαν προστασία. Ευτύχησε να ανέλθει στην ανώτατη υπαλληλική βαθμίδα διετέλεσε Δ/ντής του Υπουργείου Πρόνοιας στη δ/νση Αγαθοεργών Ιδρυμάτων κα χάρη σε αυτόν η Ήπειρος κοσμείται με πολλά ιδρύματα (αν και πολλά έπαψαν σήμερα να λειτουργούν) τα οποία δημιούργησε ο άκρατος Ηπειρωτισμός του και η στοργή και η αγάπη του γι’αυτήν. Στα Γιάννενα, το Δελβινάκι, την Κόνιτσα, την Πρέβεζα, την Άρτα, παντού όπου περάσει κανείς θα αντικρύσει Αγροτικά και Αστικά Οικοτροφεία, Παιδικούς σταθμούς Οικοκυρικές σχολές, Νηπιοτροφεία κ.λ.π. ότι έχει σχέση με την αγαθοεργό Πρόνοια του Κράτους στην Ύπαιθρο Ελλάδα και ειδικά την Ήπειρο φέρει την σφραγίδα των επί 30 χρόνων προσπαθειών του εκλεκτού τούτου τέκνου της Ηπείρου. ‘Όταν αποχώρησε από το Υπουργείο ο Αθηναϊκός Τύπος εξήρε την πολυσχιδή του δράση προς όλη την Ελλάδα. Σε 30 ανέρχονται τα Ορφανοτροφεία και Οικοτροφεία, 65 οι Παιδικοί Σταθμοί, 50 τα Νηπιοτροφεία, 45 οι μεταβατικές σχολες, εκτος των άπειρων άλλων εκδηλώσεων πρόνοιας υπέρ των ορφανών παιδιών της χώρας.

Στη Θεσπρωτία τώρα σε αυτόν οφείλομαι το Εθνικό Οικοτροφείο Αρρένων Φιλιατών, τον Παιδικό Σταθμό Ηγουμενίτσας, τα αγροτικά Νηπιοτροφεία Παραμυθιάς, Μαργαριτίου, Πάργας, Αγιάς, Καστριού και Φιλιατών και τις αγροτικές Οικοκυρικές Σχολές Φιλιατών, Πλαισίου, Αγίου Βλασίου, Ηγουμενίτσας, Πάργας, Παραμυθιάς, Λειά και Πλαταργιάς. (Η Οικοκυρική Σχολή Λειά δεν λειτούργησε λόγω του εμφυλίου το δε αγροτικό Νηπιοτροφείο Πλαταργιάς ελλείψει οικήματος.)

Ο Θεόδωρος Θεοδωρίδης έκλεισε τη δράση του σαν Δήμαρχος Ιωαννίνων 1951-1954, λίγο αργότερα έκλεισε και τα μάτια του.

φωτογραφία απο την απελευθέρωση των Φιλιατών του 1913