Τετάρτη 25 Απριλίου 2018


Το «Ελληνικό Σπίτι» Μια επαγγελματική σχολή για γυναίκες στην Κυψέλη του μεσοπολέμου



Περνώντας από την οδό Νάξου, στο ύψος της πλατείας Κολιάτσου, παρατηρούμε ένα διώροφο μεσοπολεμικό σπίτι με μεγάλο κήπο, το οποίο φαίνεται ακατοίκητο. Πλησιάζοντας την εξώθυρά του μια μεταλλική πινακίδα μας πληροφορεί ότι κάποτε στέγαζε την Οικοκυρική Βιοτεχνική Επαγγελματική Σχολή «Το Ελληνικό Σπίτι» που ιδρύθηκε το 1938 από τη λαογράφο Αγγελική Χατζημιχάλη.
Αλλά, ποια είναι η ιστορία αυτής της σχολής; Ανατρέχοντας σε βιβλία σχετικά με την ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης και παλιές εφημερίδες της εποχής του μεσοπολέμου, συγκεντρώσαμε στοιχεία για την ίδρυση και λειτουργία της.
Η ίδρυσή της τοποθετείται το 1923, λίγο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, όταν στη χώρα μας συνέρρευσαν πάνω από 1.500.000 πρόσφυγες, άποροι και εξαθλιωμένοι, αποστερημένοι από κάθε περιουσιακό στοιχείο. Οι υπηρεσίες του κράτους έλαβαν αμέσως μέτρα για την προσωρινή στέγαση και την υλική και ηθική υποστήριξή τους. Τα γεγονότα αυτά δεν άφησαν ασυγκίνητες τις Ελληνίδες οι οποίες κινητοποιήθηκαν και βοήθησαν με πολλούς τρόπους ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες μεγάλου αριθμού προσφύγων. Τα γυναικεία σωματεία («Λύκειο των Ελληνίδων», «Πατριωτικόν Ίδρυμα», «Εθνικό Συμβούλιο των Ελληνίδων», «Σύνδεσμος για τα δικαιώματα της γυναίκας», «Διεθνής Σύνδεσμος Γυναικών», ΧΕΝ) κατά την περίοδο αυτή, επικέντρωσαν τη δράση τους στην περίθαλψη των προσφύγων και την εποπτεία καταυλισμών. Κυρίως όμως, προσπάθησαν να εξασφαλίσουν στις φτωχές προσφυγοπούλες ασφαλές περιβάλλον διαβίωσης και να τις εφοδιάσουν με μια τέχνη που θα τους επέτρεπε να ενταχτούν στην αγορά εργασίας και να γίνουν αυτοσυντήρητες. Έτσι, αυτή την εποχή ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πολλά δημόσια και ιδιωτικά ορφανοτροφεία, οικοτροφεία, επαγγελματικές σχολές και βιοτεχνικά εργαστήρια, τα οποία παρείχαν δωρεάν στοιχειώδη εκπαίδευση (μαθήματα ανάγνωσης, γραφής, στοιχειώδους αριθμητικής, οικοκυρικών και υγιεινής) και επαγγελματική μόρφωση πάνω στις «γυναικείες τέχνες» (κοπτική, ραπτική, πλέξιμο, κέντημα, ύφανση κ.λπ.).
Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο «Διεθνής Σύνδεσμος Γυναικών» ίδρυσε το 1923 ένα οικοτροφείο για την περίθαλψη κοριτσιών προσφύγων, το οποίο ονομάστηκε «Σπίτι του κοριτσιού». Αρχικά στεγάστηκε σε αίθουσες της Βουλής των Ελλήνων (Παλαιά Ανάκτορα) και αργότερα σε κτίριο της οδού Νάξου 56, στην Κυψέλη. Στο οικοτροφείο αυτό στεγάζονταν δωρεάν, τρέφονταν, ενδύονταν και σπούδαζαν γράμματα και τέχνες 150 νεαρές προσφυγοπούλες. Το ίδρυμα τους προσέφερε πενταετή εκπαίδευση που περιελάμβανε εκτός από τα μαθήματα γενικής παιδείας και μαθήματα υφαντικής, κεντητικής, κεραμικής, ζωγραφικής, μεταλλουργικής και λαογραφίας. Διέθετε οργανωμένο εργαστήριο υφαντικής με διευθύντρια την Αγγελική Χατζημιχάλη, η οποία φρόντισε να το εξοπλίσει με αργαλειούς που έφερε από τη Χαλκιδική. «Ψυχή» του ιδρύματος ήταν η διευθύντριά του Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, δασκάλα από την Κωνσταντινούπολη, η οποία εργαζόταν με σύστημα και αφοσίωση για τη συντήρηση και λειτουργία του.
Αργότερα, στο ίδρυμα έγιναν δεκτά και κορίτσια από διάφορα μέρη της Ελλάδας, τα οποία στερούνταν το κατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον για διάφορες αιτίες (ορφάνια, έλλειψη οικονομικών πόρων, λόγοι υγείας γονέων κ.ά.). Σκοπός του ιδρύματος ήταν να τους εξασφαλίσει ασφαλές και φιλικό περιβάλλον και να τους προσφέρει μόρφωση, γενική και επαγγελματική, ώστε να γίνουν ικανά να εξασφαλίζουν τα απαραίτητα προς το ζην με την προσωπική τους εργασία.
Το «Σπίτι του κοριτσιού», στα πέντε πρώτα χρόνια λειτουργίας του (1923-1928), υποστήριξε περί τις 70 φτωχές οικογένειες και προστάτευσε και μόρφωσε περίπου 400 κορίτσια ηλικίας 14-24 ετών. Παράλληλα, φρόντισε για την επαγγελματική αποκατάσταση και την κοινωνική τους ένταξη. Η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού διηύθυνε αφιλοκερδώς το ίδρυμα και φρόντιζε για την ψυχοκοινωνική υποστήριξη των κοριτσιών μέχρι το 1937, που παραιτήθηκε γιατί αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.
Το 1938 τη διεύθυνση του ιδρύματος ανέλαβε η Αγγελική Χατζημιχάλη, η οποία το μετέτρεψε σε Οικοκυρική Βιοτεχνική Επαγγελματική Σχολή με την ονομασία «Το Ελληνικό Σπίτι». Εκτός από τα μαθήματα γενικής παιδείας που διδάσκονταν σε όλα τα σχολεία της χώρας, στη σχολή διδάσκονταν και υφαντική, κεραμική, ζωγραφική, ασημουργία, βιβλιοδετική, μεταλλοτεχνία και λαογραφία. Οι απόφοιτες της σχολής διορίζονταν στην εκπαίδευση σαν δασκάλες χειροτεχνίας ή έβρισκαν δουλειά σε διάφορα βιοτεχνικά εργαστήρια. Η σχολή απέκτησε σύντομα μεγάλη φήμη στην Ελλάδα και το εξωτερικό, που την διατήρησε για πολλά χρόνια χάρη στην παρουσία, την αφοσίωση και το πάθος της διευθύντριάς της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Όμως, μετά τον θάνατό της το 1965, δεν μπόρεσε να συνεχίσει για μεγάλο διάστημα τη λειτουργία της.
Σήμερα το κτήριο της σχολής φαίνεται να μην χρησιμοποιείται αν και βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Κάτοικοι της περιοχής θυμούνται ακόμα τα χρόνια που λειτουργούσε, τα νεαρά κορίτσια που σπούδαζαν σ’ αυτή και κάθε Κυριακή πήγαιναν περίπατο στο Γαλάτσι γεμίζοντας τη γειτονιά με τα γέλια και τις φωνές τους.
Μαριάνθη Μπέλλα
Εκπαιδευτικός Δ.Ε.


Τρίτη 24 Απριλίου 2018


Το δίλημμα

Αυτή

Με αναστάτωνε σε κάθε μάθημα του και μάλιστα πολλαπλώς. Πρώτον με το χειμαρρώδη τρόπο που το έκανε.  Δεν αναφέρομαι στο πως παρέδιδε την ύλη και στη φάση που έγραφε στον πίνακα, αν κι αυτό ήταν κομμάτι του παιχνιδιού. Όχι!  Περισσότερο με επηρέαζαν τα άλλα στοιχεία του. Όταν με έναν ανεπανάληπτο και ιδιαίτερα  γλαφυρό τρόπο έλεγε ιστορίες πρωτότυπες που συγκέντρωναν την απόλυτη προσοχή του ακροατηρίου. Ιδιαίτερα πρέπει ν’ αναφερθώ στην απρόοπτη κατάληξη των ιστοριών που δημιουργούσε έκρηξη χαράς και επιδοκιμασιών από όλη την τάξη. Το κλου ήταν όταν με κοίταζε με το διαπεραστικό του βλέμμα κατά πρόσωπο κι ένιωθα ότι ό,τι έλεγε απευθυνόταν μόνο σε μένα, λες και γύρω δεν υπήρχαν άλλοι. Τέλος όταν  με πλησίαζε στο θρανίο, καθώς περιδιάβαινε το χώρο.  Τότε μια περίεργη εσωτερική αναστάτωση ζωντάνευε μέσα μου και με έπιανε μια ταχυπαλμία λες κι η καρδιά μου να ήθελε να σπάσει. Από κάτω γινόμουν μούσκεμα και μέσα μου αναδυόταν μια βασανιστική επιθυμία να τον ακουμπήσω. Ν’ απλώσω με θράσος το χέρι και να τον χαϊδέψω. Κάτι που ευτυχώς δεν τόλμησα  να κάνω ποτέ, μπροστά στα βλέμματα τόσων άλλων. Η διπλανή μου στο θρανίο είχε υποπτευθεί ότι κάτι ιδιαίτερο νιώθω για τον συγκεκριμένο καθηγητή, μα παρά τις επίμονες ερωτήσεις της, ποτέ δεν της ανοίχτηκα ούτε κι ένα πόντο. Όποια φαντασίωση ζούσα ήθελα εγωιστικά να την κρατήσω μόνο κι αποκλειστικά για τον εαυτό μου.    

Πόσες φορές εκείνη τη χρονιά με συντρόφευσε η σκέψη του, όταν μόνη στο δωμάτιο του σπιτιού, χωρίς την παρουσία της καταπιεστικής μάνας μου, που απρόσκλητη έχωνε τη μύτη της σε κάθε πτυχή της ζωής μου. Η μάνα μου είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα να μυρίζεται την ψυχολογική μου κατάσταση, λες και διάβαζε τις σκέψεις μες το μυαλό μου. Στο παρελθόν την είχα πατήσει αρκετές φορές και της εξομολογούμουν προσωπικά συμβάντα. Μα εδώ και ένα χρόνο είχα βάλει αυστηρή φραγή κυρίως στις περιπτώσεις συναισθηματικών αναταράξεων και αυτήν την περίπτωση με το μυστικό σεβντά που ζούσα ήθελα την αυστηρή δική μου αποκλειστικότητα. Είναι γεγονός ότι η σκέψη του επηρέαζε την αφοσίωσή μου στο διάβασμα αλλά τελικώς να το πω. Καλά τα πήγα στις εξετάσεις, μπήκα στη σχολή που ήθελα και δεν είχα εξαιτίας του κανέναν τραυματισμό. Όμως ας μην τον αθωώσω κιόλας. Πόσα και πόσα βράδια η σκέψη του δε με τυράννησε στον ύπνο και στο ξύπνιο μου. Πόσα φανταστικά σενάρια δεν έφτιαξε το αμαρτωλό κι ευφάνταστο μυαλό μου να ζήσω νοερά μαζί του. Το μαξιλάρι τράβηξε πολλά εξ αιτίας του, αλλά αυτό δε μου έφτανε. Ζητούσα ζωντανές και ρεαλιστικές εμπειρίες μαζί του κι όχι χαζά νεανικά ονειροπολήματα. Του έδωσα πολλές φορές αφορμές-τέρατα και σημεία- να καταλάβει ότι θέλω κάτι περισσότερο μαζί του, μα ανταπόκριση δε βρήκα. Ξέρω ότι του αρέσω. Ερμηνεύω σωστά τις ξελιγωτικές ματιές του, μα φαίνεται να διστάζει και φοβάται ν’ ανοιχτεί. Είμαι σίγουρη ότι κι αυτός με γουστάρει, αλλά δεν ξέρω μέχρι τώρα τι τον κρατάει σε απόσταση. Πρέπει να σκεφτώ τρόπους να τον σαγηνεύσω.  Μα τόσο πολύ τέλος πάντων αγαπά τη γυναίκα του που δε θέλει με τίποτε να πατήσει το στεφάνι; Μα τι του ζητώ η κακομοίρα; Να χαλάσω την οικογένειά του; Φέξε μου και γλίστρησα. Όρεξη έχω για μόνιμες από τώρα δεσμεύσεις. Τι νομίζει μωρέ ο χαζούλης; Μια σύντομη περιπέτεια γουστάρω μαζί του. Θέλω να τον δοκιμάσω, να δω τη γεύση του. Αυτός θα νομίζει ότι αντρικό χέρι δεν ακούμπησε ακόμα απάνω μου. Αχ κακομοίρη μου. Όλο σχεδόν το σώμα μου έχει την εμπειρία από αντρικά χάδια, μα φαίνεται ότι ήρθε η ώρα να προχωρήσω στο επόμενο στάδιο. Ναι! Δεν ντρέπομαι και θα το πω στα ίσα. Θέλω να μπει μέσα μου άνδρας. Δε θέλω να είμαι πια παρθένα. Γιατί απ’ ένα σημείο και μετά καταντάει και ξεφτίλα. Και τα πράγματα ήρθαν έτσι που  αυτόν διάλεξα που να μην τον συναντούσα ποτές στη ζωή μου.

Είμαι μια όμορφη κι επιθυμητή γυναίκα και αυτό το ξέρω καλά. Μου το είπαν πολλοί που με  επιθύμησαν κι έτσι έχω απτές αποδείξεις επί του θέματος. Σε πολλούς τους έκοψα

Παρασκευή 20 Απριλίου 2018


Αχιλλοπούλειο Δημοτικό Νοσοκομείο Από τον τοίχο της Μαίρης Παπαδοπούλου
Το 1903 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Αχιλλοπούλειου Δημοτικού Νοσοκομείου Βόλου, χωρητικότητας 28 κρεβατιών. Ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας μετά τον Ευαγγελισμό των Αθηνών.
Το 1874 στη σημερινή συνοικία των "Παλιών", σε ένα παντοπωλείο της εποχής συγκροτήθηκε η
"Φιλελεήμων Αδελφότης Βόλου",
με σκοπό τη σύσταση και λειτουργία Νοσοκομείου για απόρους.
Το νοσοκομείο είχε αρχίσει να χτίζεται το 1900 σε σχέδια του βολιώτη αρχιτέκτονα Κώστα Αργύρη. Ολοκληρώθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα χάρη στις οικονομικές προσφορές των αδερφών Αχιλλόπουλου από την Τσαγκαράδα και άλλων εύπορων δημοτών.
Το 1908 με πρωτοβουλία του δημάρχου Κωνσταντίνου Γκλαβάνη, η διοίκηση του νοσοκομείου περιέρχεται στο δήμο. Το ίδιο έτος αποπερατώθηκε παράρτημα του νοσοκομείου, σε σχέδια Κ. Αργύρη, για τη θεραπεία των μολυσματικών ασθενών....
Το 1912 οικοδομήθηκε το φθισιατρείο "Η Σωτηρία", με έξοδα των αδελφών Βόλτου και σχέδια του αρχιτέκτονα Ν. Χρυσοχοΐδη....





Πέμπτη 19 Απριλίου 2018


Η Σχολή στις Μηλιες... (Από τον τοίχο της Μαίρης Παπαδοπούλου)

Ο Άνθιμος Γαζής ονειρεύτηκε και πίστεψε στην πνευματική εξανάσταση του Γένους και ανέλαβε με πολλές προσπάθειες πρώτος στο Πήλιο αυτό το έργο της πνευματικής και εθνικής αναγέννησης.
φεύγοντας από τη Βιέννη μετά δεκαπενταετή υπηρεσία στην εκεί Ελληνική Κοινότητα και παρακαλώντας τους προϊσταμένους της να τον συνδράμουν και να βοηθήσουν για την ίδρυση σχολείου στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Μηλιές, έγραψε σ’ αυτούς σε επιστολή:

<<...Τιμιώτατοι αδελφοί, οι του Γένους Εκλελεγμένοι !
Η πατρίς με προσκαλεί να επιστρέφω εις αυτήν, όθεν και υπακούω εις την φωνήν της• διά τούτο Σας δίδω την είδησιν προ εξ μηνών, ότι μετά τας εορτές του Πάσχα αναγκαίως πρέπει να αναχωρήσω εντεύθεν και να υπάγω να ζήσω εκεί μεταξύ των αδελφών μας, και να κάμω το κατά δύναμιν, το προς την κοινήν ημών πατρίδα χρέος μου, διά την οποίαν και ζω και αναπνέω και αγωνίζομαι εις αυτόν τον κόσμον. Όσον διά την εκλογήν του διαδόχου μου, κείται εις την θέλησίν Σας• ο κύρ Γρηγόριος όμως ο Κωνσταντάς σας προβάλλει έναν (ιδού σας περικλείω το γράμμα του), και αν αγαπάτε, τον προσκαλείτε ή διά εφημέριον ή διά υποεφημέριον.
Δεκαπέντε ολοκλήρους χρόνους εδούλευσα πιστώς εις ταύτην την Κοινότητα. Το συνειδός μου δεν με τύπτει, ότι να ελύπησά ποτέ τινα των αδελφών• αλλά μάλλον πολλάκις είχον φιλονικείας μετά αλλογενών, υπέρ υπερασπίσεως και της τιμής και της υπολήψεως, και ταύτης της ενταύθα Κοινότητος, και υπέρ όλου του γένους. Πειθόμενος λοιπόν και εις τούτο και εις την αγάπην, ην έδειξε πάντοτε εις εμέ η Αδελφότης, τολμώ να την παρακαλέσω εις το έξης ζήτημά μου.
Ο υπέρ της βελτιώσεως τον Γένους ζήλος μου Σας είναι γνωστός και μάλιστα ο Βάδερερ μου τον άναψεν ακόμη περισσότερον, όθεν και απεφάσισα να θυσιάσω και τον ίδιον εαυτόν μου διά την κατακόσμησιν των ηθών των νέων της κοινής Πατρίδος μας. Συνήργησα και εκτίσθη Σχολείον παιδαγωγικόν εις την Πατρίδα, διδάσκαλοι σχολαρχούσιν εις αυτό, βιβλία τα αναγκαία εστάλησαν, δύο νέοι σπουδάζουσι δι’ εξόδων μου εις Παυαρίαν, ίνα επιστρέψωσιν εις το Σχολείον ως διδάσκαλοι, εις τα οποία όλα αυτά έχω εξοδευμένα έως τώρα υπέρ τας οκτώ χιλιάδας φιορίνια της Αυγούστας, και μ’ όλον τούτο δεν ημπορώ να ειπώ, ότι το Σχολείον είναι εις κατάστασιν να ωφελήση και να θρέψη και μαθητάς πτωχούς, ή τουλάχιστον να τους δώση τα αναγκαία των βιβλία. Το πνεύμα πρόθυμον, η δε χρηματική μου κατάστασις ασθενής ή κατά την κοινήν παροιμίαν «τίν’ ο κάβουρας, και τίν’ το ζουμί του». Διά τούτο παρακαλώ και την Τιμιότητά Σας, και όλην την Αδελφότητα από μέρους Σας, διά να συγκατανεύση (αν και αι περιστάσεις του εμπορίου είναι δύσκολοι), να γένη καμμία κοινή βοήθεια υπέρ της συστάσεως τούτου του Σχολείου, του οποίον τον σκοπόν Σας τον περικλείω τυπωμένον.
Η της Αδελφότητος συνδρομή και βοήθεια θέλει κάμει δύο καλά• πρώτον βοηθείται το Σχολείον διά να αγοράση μερικά αναγκαία πράγματα, οίον δύο σφαίρας μεγάλας, αίτινες ήλθον κατ’ αυτάς τας ημέρας από την Λόνδραν και με βιβλία αναγκαία ακόμη διά τους πτωχούς μαθήτας• δεύτερον ότι όλοι οι ομογενείς και οι ξένοι θέλουσι λέγει, ιδού ο εφημέριος της εν Βιέννη Αδελφότητος διά της βοηθείας των αδελφών εσύστησε Σχολείον κοινόν, καθώς και όλοι οι Γερμανοί οι πεπαιδευμένοι το νομίζουσι, και το οποίον θέλω καυχώμαι και εγώ, και να δείξω και εις τους λοιπούς, ότι οι καλόγηροι πρέπει να είναι ωφέλιμοι εις την κοινήν ζωήν, και όχι κηφήνες και ιδιοκερδείς.
Αι ευχαί των μαθητών θέλουσι φθάνει έως εις τον ουρανόν υπέρ της υγείας και ευτυχίας των ευεργετών και συνδρομητών τούτου του καλού. Εγώ δε εύχομαι εκ ψυχής υπέρ παν εφετόν καταθύμιον. Υγιαίνοιτε! ευτυχοίτε!
Τη 3η Οκτωβρίου 1815, εν Βιέννη.
Ο αρχιμανδρίτης
Ανθιμος Γαζης >>







Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

Πάνω στο λόφο του Λυκαβητού, λίγο μετά την αμνηστεία του Παπαδόπουλου ( Αρχές Σεπτεμβρίου 1973). Καθισμένος ο αείμνηστος Νίκος Γιανναδάκης,έφορος της Βικελαίας βιβλιοθήκης. Κι απ' αριστερά προς τα δεξιά: Ο σκηνοθέτης του θεάτρου Νίκος Αρμάος, ο αρχιτέκτονας Ν. Ταμιωλάκης, εγώ και ο επίσης πρόωρα χαμένος σκηνοθέτης Σωτήρης Αναστασιάδης. Εγώ με το άσπρο πουλόβερ
Αναστάσιος Τσίλογλου του Ευαγγέλου. Γεννήθηκε το 1896 στο Αξάρ {Ak Hisar) στο νομό της Σμύρνης. Έζησε στη Νέα Ιωνία του Βόλου, όπου και πέθανε το 1968
Δέσποινα Τσίλογλου του Παντελή, Γεννήθηκε το 1903 στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας (νομός Σμύρνης) και έζησε στη Νέα Ιωνία του Βόλου. Γέννησε πέντε παιδιά, που τα μεγάλωσε δύσκολα, αλλά σωστά και με αξιοπρέπεια. Πέθανε το 1988. Δεν αξιώθηκε να πάει σχολείο, μα είχε το ένστικτο της ζωής. Έτσι ήξερε ν’ αντιμετωπίζει δυσκολίες και να χειρίζεται καταστάσεις, καλύτερα από δέκα πτυχιούχους. Η Μάνα μου!