Σχολείο της Καρίτσας
Παρέλαση μαθητών, 25η Μαρτίου 1950
ίτημα του ελληνικού λαού, από το 1821 και μετά, ήτανε να χτιστούν σχολειά που θα κάνανε το ραγιά γραμματισμένο πολίτη της καινούργιας ελεύθερης Ελλάδας. Έτσι μια από τις πρώτες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, το 1834, ήταν διακήρυξη γενικής, υποχρεωτικής και δωρεάν εκπαίδευσης με στόχο κάθε Ελληνόπουλο, αγόρι και κορίτσι, στην απελευθερωμένη Ελλάδα να τελειώνει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια στο δημοτικό σχολείο. Δυστυχώς, όμως, η οικονομική πραγματικότητα και έλλειψη ειδικευμένων δασκάλων σήμαινε σταδιακή, ακόμη και αργή, ανάπτυξη του σχολικού συστήματος. Άλλος ένας λόγος ήταν ότι τον καιρό εκείνο την ευθύνη για τη διαχείριση των σχολείων την είχανε οι τοπικοί δήμοι. Η Καρίτσα μέχρι το 1912 υπαγόταν στον παλαιό Δήμο Γερονθρών και διαδοχικοί δήμαρχοι φαίνεται ούτε έδειχναν το ανάλογο ενδιαφέρον ούτε είχαν τις ανάλογες δυνατότητες να κάνουν περισσότερα για τα Καριτσιωτάκια. Κατά συνέπεια τα παιδιά της Καρίτσας έτυχε να περιμένουν κάπου 60 και 70 χρόνια για να χαρούν κι αυτά το δικαίωμα να πάνε σχολείο. Μέχρι τότε μπορούμε να πούμε όλοι, ή σχεδόν όλοι, στην Καρίτσα ήταν αγράμματοι.
Το σχολείο της Καρίτσας, από τα λεγόμενα των χωριανών, γιατί δεν έχουν βρεθεί ακόμα τα σχολικά μητρώα, φαίνεται να ιδρύθηκε προς το τέλος του προπερασμένου ή αρχές του περασμένου αιώνα. Μικρό αλλά καλά φροντισμένο χαιρότανε το δροσερό ίσκιο από τα σφεντάμια, δίπλα στην πλατεία, πιο κάτω από την Ευαγγελίστρια. Όλο-όλο είχε μια αίθουσα, ένα υπόγειο και το σπίτι του δασκάλου.
Ο δάσκαλος ήταν ένας και, μαζί με τον παπά και τον πρόεδρο, ασφαλώς σεβαστό πρόσωπο στην κοινωνική ζωή του χωριού. Πάντοτε καλοντυμένος, συχνά με γραβάτα, δίδασκε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κάθε πρωί, έξι μέρες την βδομάδα, από τη Δευτέρα μέχρι το Σάββατο, σήμαινε την καμπάνα της εκκλησίας για να πάνε τα παιδιά στο σχολείο. Λίγες οικογένειες είχανε ρολόγια. Οι περισσότεροι λέγανε την ώρα με τον ήλιο. Σήμαινε πρώτα κατά τις 7.30 το πρωί, όταν ο ήλιος χάραζε πάνω από την Αετοφωλιά της Ράχης Ασφάκα. Καθώς μεσουρανούσε, στις 12 το μεσημέρι, έστελνε τα παιδιά πίσω στο σπίτι για φαγητό. Ξαναγυρίζανε στο σχολείο, πάλε όταν ο δάσκαλος σήμαινε την καμπάνα, στις 1.30 και σχολάγανε το δείλι, στις 4.30, καθώς βασίλευε και χανότανε ο ήλιος σιγά-σιγά πίσω από την Τσούκα. Το πρωί κάνανε ανάγνωση, γραμματική και αριθμητική ενώ τα απογεύματα μαθαίνανε, ανάλογα με την ημέρα, γεωγραφία, ιστορία, φυσική ιστορία, χημεία και θρησκευτικά. Το Σάββάτο σχολάγανε το μεσημέρι και το απόγευμα πηγαίνανε κατηχητικό με τον παπά στην εκκλησία. Την Κυριακή πρωί τα Καριτσιωτάκια φορούσαν τα κυριακάτικα τα γιορτινά και μπαίνανε στη σειρά να ακολουθήσουνε το δάσκαλο στην εκκλησία. Δύο-τρία αγόρια ντύνονταν «παπαδάκια» για να βοηθήσουν στο Ιερό.
Τα πρώτα-πρώτα χρόνια παρά τη διακήρυξη του 1834 περί γενικής, υποχρεωτικής και δωρεάν εκπαίδευσης στο σχολείο πηγαίνανε μόνο αγόρια. Μετά το 1912, όταν ο Δήμος Γερονθρών χωρίστηκε σε κοινότητες και η Καρίτσα απόχτησε δική της αυτόνομη διοίκηση, αρχίσανε δειλά-δειλά να πηγαίνουνε και τα κορίτσια. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, η φτώχεια μεγάλη και τα παιδιά αντί για τετράδια κουβαλάγανε την πλάκα με το κοντύλι. Σκοπός ήτανε να μη μείνουν εντελώς αγράμματα. Μέχρι το 1927 το σχολείο ήτανε τετρατάξιο με πρώτη, δευτέρα, τρίτη και τετάρτη. Από τη σχολική χρονιά 1927-28 έγινε εξατάξιο με επιπρόσθετες την πέμπτη και την έχτη, αλλά, όπως πριν, με ένα δάσκαλο σε μια αίθουσα.
Στην αίθουσα μπαίνανε με σειρά και ησυχία, πρώτα τα μικρά και μετά τα μεγαλύτερα. Τα θρανία ήτανε αραδιασμένα σε έξι σειρές, μια για κάθε τάξη. Μπροστά στους καθισμένους στα θρανία μαθητές της τρίτης και της τετάρτης βρισκότανε η έδρα του δασκάλου και δίπλα, μέσα σε εντοιχισμένο ντουλάπι που πάντοτε έμενε ανοιχτό, είχανε βάλει το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού. Βρισκότανε εκεί ίσως από τη δεκαετία του ’20, ήταν από εκείνα με κουρντιστήρι και για να βγάλει ο δάσκαλος Γεράκι έπρεπε να το κουρντίζει κάμποσες φορές. Καταστράφηκε τον καιρό του πολέμου και κατά συνέπεια το χωριό έμεινε δίχως γραμμή, για περισσότερα από δέκα χρόνια, μέχρι να επανασυνδεθεί κατά το τέλος της δεκαετίας του ’50.
Στη μεριά της πρώτης και της δευτέρας είχε τοποθετηθεί ένας μεγάλος άβακας ή αριθμητήριο για να μαθαίνουν τα μικρά πώς να μετράνε και τί είναι οι μονάδες, οι δεκάδες και οι εκατοντάδες. Εκείνα, βέβαια, πάντοτε κουβαλάγανε μαζί τους, στις τσάντες ή στις τσέπες, ένα δεματάκι από ξυλάκια, που είχαν κόψει τα ίδια από τις βέργες στα σφεντάμια. Με τα ξυλάκια αυτά βοηθιόνταν στην αριθμητική όταν κάνανε την πρόσθεση, την αφαίρεση, τον πολλαπλασιασμό και τη διαίρεση.
Στη μεριά της πέμπτης και της έκτης ένας μεγάλος χάρτης της Ελλάδας έπιανε ολόκληρο σχεδόν τον πέρα τοίχο. Απορία και παράπονο από όλα τα Καριτσιωτάκια ήταν πώς ο σπουδαίος αυτός χάρτης, με τα έντονα χρώματα να διαχωρίζουν τα βουνά, τους ποταμούς, τις πεδιάδες και τα χωριά, να μην έχει το πιο σημαντικό, γι αυτά, χωριό σ’ όλη την Ελλάδα; Όλο γύρω στους τοίχους ήταν κολλημένες μικρές ζωγραφιές του Κολοκοτρώνη, του Διάκου του Φεραίου και άλλων ηρώων του ‘21, που τα παιδιά είχαν ξεσηκώσει με χαρτί αντιγραφής από το βιβλίο της ιστορίας. Για να ζεσταίνονταν το χειμώνα, στη μέση της αίθουσας στεκότανε μια σόμπα την οποία ανάβανε με ξύλα που εκείνα φέρνανε.
Οι δάσκαλοι ήτανε αυστηροί και για να επιβάλουν πειθαρχία και τάξη τιμωρούσανε τα παιδιά με πολλούς και διάφορους τρόπους. Όλοι κρατούσαν βέργες που τα παιδία φέρνανε από σκίντο, ελιά, πικροδάφνη ή μουριά. Τον καιρό εκείνο το ξύλο επιτρεπόταν και το τράβηγμα του αυτιού ή η σφαλιάρα δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστα. Ένας δάσκαλος, λένε, είχε βάλει χαλίκια στην πέρα γωνία, κοντά στην πέμπτη και την έκτη,
ίτημα του ελληνικού λαού, από το 1821 και μετά, ήτανε να χτιστούν σχολειά που θα κάνανε το ραγιά γραμματισμένο πολίτη της καινούργιας ελεύθερης Ελλάδας. Έτσι μια από τις πρώτες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, το 1834, ήταν διακήρυξη γενικής, υποχρεωτικής και δωρεάν εκπαίδευσης με στόχο κάθε Ελληνόπουλο, αγόρι και κορίτσι, στην απελευθερωμένη Ελλάδα να τελειώνει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια στο δημοτικό σχολείο. Δυστυχώς, όμως, η οικονομική πραγματικότητα και έλλειψη ειδικευμένων δασκάλων σήμαινε σταδιακή, ακόμη και αργή, ανάπτυξη του σχολικού συστήματος. Άλλος ένας λόγος ήταν ότι τον καιρό εκείνο την ευθύνη για τη διαχείριση των σχολείων την είχανε οι τοπικοί δήμοι. Η Καρίτσα μέχρι το 1912 υπαγόταν στον παλαιό Δήμο Γερονθρών και διαδοχικοί δήμαρχοι φαίνεται ούτε έδειχναν το ανάλογο ενδιαφέρον ούτε είχαν τις ανάλογες δυνατότητες να κάνουν περισσότερα για τα Καριτσιωτάκια. Κατά συνέπεια τα παιδιά της Καρίτσας έτυχε να περιμένουν κάπου 60 και 70 χρόνια για να χαρούν κι αυτά το δικαίωμα να πάνε σχολείο. Μέχρι τότε μπορούμε να πούμε όλοι, ή σχεδόν όλοι, στην Καρίτσα ήταν αγράμματοι.
Το σχολείο της Καρίτσας, από τα λεγόμενα των χωριανών, γιατί δεν έχουν βρεθεί ακόμα τα σχολικά μητρώα, φαίνεται να ιδρύθηκε προς το τέλος του προπερασμένου ή αρχές του περασμένου αιώνα. Μικρό αλλά καλά φροντισμένο χαιρότανε το δροσερό ίσκιο από τα σφεντάμια, δίπλα στην πλατεία, πιο κάτω από την Ευαγγελίστρια. Όλο-όλο είχε μια αίθουσα, ένα υπόγειο και το σπίτι του δασκάλου.
Ο δάσκαλος ήταν ένας και, μαζί με τον παπά και τον πρόεδρο, ασφαλώς σεβαστό πρόσωπο στην κοινωνική ζωή του χωριού. Πάντοτε καλοντυμένος, συχνά με γραβάτα, δίδασκε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κάθε πρωί, έξι μέρες την βδομάδα, από τη Δευτέρα μέχρι το Σάββατο, σήμαινε την καμπάνα της εκκλησίας για να πάνε τα παιδιά στο σχολείο. Λίγες οικογένειες είχανε ρολόγια. Οι περισσότεροι λέγανε την ώρα με τον ήλιο. Σήμαινε πρώτα κατά τις 7.30 το πρωί, όταν ο ήλιος χάραζε πάνω από την Αετοφωλιά της Ράχης Ασφάκα. Καθώς μεσουρανούσε, στις 12 το μεσημέρι, έστελνε τα παιδιά πίσω στο σπίτι για φαγητό. Ξαναγυρίζανε στο σχολείο, πάλε όταν ο δάσκαλος σήμαινε την καμπάνα, στις 1.30 και σχολάγανε το δείλι, στις 4.30, καθώς βασίλευε και χανότανε ο ήλιος σιγά-σιγά πίσω από την Τσούκα. Το πρωί κάνανε ανάγνωση, γραμματική και αριθμητική ενώ τα απογεύματα μαθαίνανε, ανάλογα με την ημέρα, γεωγραφία, ιστορία, φυσική ιστορία, χημεία και θρησκευτικά. Το Σάββάτο σχολάγανε το μεσημέρι και το απόγευμα πηγαίνανε κατηχητικό με τον παπά στην εκκλησία. Την Κυριακή πρωί τα Καριτσιωτάκια φορούσαν τα κυριακάτικα τα γιορτινά και μπαίνανε στη σειρά να ακολουθήσουνε το δάσκαλο στην εκκλησία. Δύο-τρία αγόρια ντύνονταν «παπαδάκια» για να βοηθήσουν στο Ιερό.
Τα πρώτα-πρώτα χρόνια παρά τη διακήρυξη του 1834 περί γενικής, υποχρεωτικής και δωρεάν εκπαίδευσης στο σχολείο πηγαίνανε μόνο αγόρια. Μετά το 1912, όταν ο Δήμος Γερονθρών χωρίστηκε σε κοινότητες και η Καρίτσα απόχτησε δική της αυτόνομη διοίκηση, αρχίσανε δειλά-δειλά να πηγαίνουνε και τα κορίτσια. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, η φτώχεια μεγάλη και τα παιδιά αντί για τετράδια κουβαλάγανε την πλάκα με το κοντύλι. Σκοπός ήτανε να μη μείνουν εντελώς αγράμματα. Μέχρι το 1927 το σχολείο ήτανε τετρατάξιο με πρώτη, δευτέρα, τρίτη και τετάρτη. Από τη σχολική χρονιά 1927-28 έγινε εξατάξιο με επιπρόσθετες την πέμπτη και την έχτη, αλλά, όπως πριν, με ένα δάσκαλο σε μια αίθουσα.
Στην αίθουσα μπαίνανε με σειρά και ησυχία, πρώτα τα μικρά και μετά τα μεγαλύτερα. Τα θρανία ήτανε αραδιασμένα σε έξι σειρές, μια για κάθε τάξη. Μπροστά στους καθισμένους στα θρανία μαθητές της τρίτης και της τετάρτης βρισκότανε η έδρα του δασκάλου και δίπλα, μέσα σε εντοιχισμένο ντουλάπι που πάντοτε έμενε ανοιχτό, είχανε βάλει το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού. Βρισκότανε εκεί ίσως από τη δεκαετία του ’20, ήταν από εκείνα με κουρντιστήρι και για να βγάλει ο δάσκαλος Γεράκι έπρεπε να το κουρντίζει κάμποσες φορές. Καταστράφηκε τον καιρό του πολέμου και κατά συνέπεια το χωριό έμεινε δίχως γραμμή, για περισσότερα από δέκα χρόνια, μέχρι να επανασυνδεθεί κατά το τέλος της δεκαετίας του ’50.
Στη μεριά της πρώτης και της δευτέρας είχε τοποθετηθεί ένας μεγάλος άβακας ή αριθμητήριο για να μαθαίνουν τα μικρά πώς να μετράνε και τί είναι οι μονάδες, οι δεκάδες και οι εκατοντάδες. Εκείνα, βέβαια, πάντοτε κουβαλάγανε μαζί τους, στις τσάντες ή στις τσέπες, ένα δεματάκι από ξυλάκια, που είχαν κόψει τα ίδια από τις βέργες στα σφεντάμια. Με τα ξυλάκια αυτά βοηθιόνταν στην αριθμητική όταν κάνανε την πρόσθεση, την αφαίρεση, τον πολλαπλασιασμό και τη διαίρεση.
Στη μεριά της πέμπτης και της έκτης ένας μεγάλος χάρτης της Ελλάδας έπιανε ολόκληρο σχεδόν τον πέρα τοίχο. Απορία και παράπονο από όλα τα Καριτσιωτάκια ήταν πώς ο σπουδαίος αυτός χάρτης, με τα έντονα χρώματα να διαχωρίζουν τα βουνά, τους ποταμούς, τις πεδιάδες και τα χωριά, να μην έχει το πιο σημαντικό, γι αυτά, χωριό σ’ όλη την Ελλάδα; Όλο γύρω στους τοίχους ήταν κολλημένες μικρές ζωγραφιές του Κολοκοτρώνη, του Διάκου του Φεραίου και άλλων ηρώων του ‘21, που τα παιδιά είχαν ξεσηκώσει με χαρτί αντιγραφής από το βιβλίο της ιστορίας. Για να ζεσταίνονταν το χειμώνα, στη μέση της αίθουσας στεκότανε μια σόμπα την οποία ανάβανε με ξύλα που εκείνα φέρνανε.
Οι δάσκαλοι ήτανε αυστηροί και για να επιβάλουν πειθαρχία και τάξη τιμωρούσανε τα παιδιά με πολλούς και διάφορους τρόπους. Όλοι κρατούσαν βέργες που τα παιδία φέρνανε από σκίντο, ελιά, πικροδάφνη ή μουριά. Τον καιρό εκείνο το ξύλο επιτρεπόταν και το τράβηγμα του αυτιού ή η σφαλιάρα δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστα. Ένας δάσκαλος, λένε, είχε βάλει χαλίκια στην πέρα γωνία, κοντά στην πέμπτη και την έκτη,









