Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017


Διστακτικός ο πεζοπόρος 

διασχίζει το έρημο τοπίο

που εναλλαγές δεν έχει

ελπίζοντας κάποια στιγμή

να συναντήσει την μικρή όαση

μ’ ένα δειλό χαμόγελο συγκατάβασης

Τίποτ’ άλλο !

Τον παράδεισο και την κόλαση

τ’ αφήνει στους λάτρεις

των παραμυθιών

Σχολείο Βούλγαρη. Ένα ιστορικό κτήριο αναζητά ταυτότητα.... Να επαναλειτουργήσει ως σχολείο Δημοτικό σχολείο Βούλγαρη +ΒΙΝΤΕΟ



Πρόκειται για το ιστορικότερο σχολείο της Θεσπρωτίας και ένα από τα πιο ιστορικά της Ηπείρου. Ο λόγος για το δημοτικό σχολείο Βούλγαρη που συνέδεσε το όνομα του όχι μόνο με την μόρφωση άλλα και πολλά σημαντικά ιστορικά γεγονότα της Θεσπρωτίας τόσο στη κατοχή και και τον εμφύλιο όσο και αργότερα.
Η Παραμυθιά ήταν κέντρο μόρφωσης αφού παρατηρούνται σχολεία ακόμα και στα τέλη του 14ου αιώνα, όταν η περιοχή ανήκε στο δεσποτάτο της Ηπείρου. Πατρίδα Λόγιων χαρακτήριζε την Παραμυθιά το 1670 στα γραπτά του, ο περιηγητής και φιλέλληνας Εβλία Τσελέμπη, ενώ το 1681 ιδρύθηκε το ανώτερο ίδρυμα της Ελληνικής Δημόσιας Σχολής Παραμυθιάς .
Το 1842 ο Επίσκοπος Παραμυθιάς, Αγάπιος Χατζηιωάννου, προβίβασε το δημοτικό σχολείο (κοινό σχολείο, όπως λεγόταν) που λειτουργούσε από 1750, σε Ελληνικό Σχολείο (σχολαρχείο), διαθέτοντας μάλιστα 4.000 γρόσια.
Τo 1842 ιδρύεται επίσης και το Παρθεναγωγείο Παραμυθιάς, ενώ το 1865, η ευεργέτης Παραμυθιώτισσα Ειρήνη Πούλα, αφήνει την οικεία της για την λειτουργία του Παρθεναγωγείου. Για το Παρθεναγωγείο Παραμυθιάς προσφέρουν χρήματα και άλλοι Παραμυθιώτες, όπως οι Ιωάννης Λούλης, Χρήστος Ρίγγας, Αντρέας Μαυρογιάννης κ.α
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως ακόμα και επί τουρκοκρατίας, οι τούρκοι έψαχναν διαφόρους τρόπους να εμποδίσουν την λειτουργία των χριστιανικών σχολών και ετσι επέβαλαν και Τούρκικο σχολείο στην Παραμυθιά
Βλέποντας την μορφωτική πορεία της Παραμυθιάς, ο μεγάλος μας ευεργέτης Μιχαήλ Παραμυθιώτης, το 1860, συντάσσοντας την διαθήκη του στην Κέρκυρα, αφήνει την οικία του στην Παραμυθιά για μετόχι του αλληλοδιδακτικού σχολείου. Αργότερα στεγάζεται εκεί το γυμνάσιο Παραμυθιάς και πολύ μετά το πρακτικό λύκειο Παραμυθιάς. Το 1872 ο Μιχαήλ Παραμυθιώτης προσφέρει μέσω της διαθήκης του 3 καταστήματα στην Παραμυθιά για την ανώτερη Ελληνική σχολή Παραμυθιάς, με τα ετήσια έσοδά τους να ανέρχονται στα 1500 γρόσια. Επίσης άφησε σε τραπεζικούς λογαριασμούς του στην Εθνική τράπεζα και στην Βασιλική τράπεζα της Μόσχας, 5.000 τάλιρα για να «διατηρείται αξιοπρεπώς το πνευματικόν τούτο κέντρον» όπως αναφέρεται στην διαθήκη του.

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017




Όγδοο Γυμνάσιο Αθηνών  Ένα ιστορικό σχολικό συγκρότημα των Πατησίων

  Μαριάνθη Μπέλλα   Εκπαιδευτικός Δ.Ε.

Το κληροδότημα του Μιχαήλ Νομικού

Ο Μιχαήλ Νομικός από την Αμοργό, σταδιοδρόμησε στην Αίγυπτο ως δημοσιογράφος, ιδιοκτήτης τυπογραφείου και εκδότης της εφημερίδας «Κάϊρον». Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1882 αγόρασε ακίνητο επί της οδού Μενάνδρου και Βηλαρά και κτήμα επτά στρεμμάτων στην περιοχή Πατησίων όπου έκτισε την κατοικία του. Πριν πεθάνει, τον Μάιο του 1900,  κληροδότησε στον Δήμο Αθηναίων ολόκληρο το κτήμα του στα Πατήσια με τον όρο «να ιδρύση εν τω κτήματι τούτω οιαδήποτε σχολεία αρρένων και θηλέων, κατά το νεώτατον σύστημα, εις τα οποία να τεθεί το όνομα Μιχαήλ Κ. Νομικός» Οι δαπάνες συντήρησης των «Εκπαιδευτήριων Μ. Κ. Νομικός» θα καλύπτονταν από εισοδήματα που προέρχονταν από το ακίνητο της οδού Μενάνδρου και Βηλαρά (οκτώ διαμερίσματα και  δύο καταστήματα) (Κοντογιάννη, 2003: 16).

Το πρώτο υπαίθριο σχολείο στην Ελλάδα

Την άνοιξη του 1916 λειτούργησε δοκιμαστικά, στο κτήμα του Νομικού, μετά από πρόταση του υγιεινολόγου και προϊσταμένου της σχολικής υγιεινής στο υπουργείο Παιδείας Εμμανουήλ Λαμπαδάριου, ένα υπαίθριο σχολείο για προφυματικά παιδιά. Το σχολείο αυτό συνδύαζε την ιατρική περίθαλψη με μια ιδιαίτερη παιδαγωγική, ακολουθώντας το πρότυπο των υπαίθριων σχολείων που λειτουργούσαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η περιοχή πληρούσε τις προϋποθέσεις καθώς είχε υγιεινό κλίμα, καθαρό νερό, πυκνή βλάστηση, οπωροφόρα δέντρα και βρισκόταν σε μικρή απόσταση από την πόλη των Αθηνών. Οι μαθητές ήταν εύκολο να φθάνουν σε αυτό με τον τροχιόδρομο χωρίς να διανύουν μεγάλη απόσταση διασχίζοντας τους σκονισμένους και πολυθόρυβους δρόμους της πόλης, πράγμα το οποίο θα επιβάρυνε την υγεία τους. Έτσι, πενήντα μαθητές και μαθήτριες από διάφορα δημοτικά σχολεία της Αθήνας φοιτούσαν από τις επτά το πρωί ως τις επτά το απόγευμα στο υπαίθριο σχολείο που λειτουργούσε στο περιβόλι του Νομικού. Για τις ανάγκες της διδασκαλίας είχαν τοποθετηθεί ξύλινοι πάγκοι και μεγάλες ομπρέλες, ενώ για τη μεσημεριανή ξεκούραση των μαθητών, αιώρες και ανάκλιντρα. Οι μαθητές χωρίζονταν σε ομάδες και διδάσκονταν σύμφωνα με τις αρχές της εποπτικής διδασκαλίας μέσα στη φύση. Οι ώρες διδασκαλίας δεν ξεπερνούσαν τις τρεις την ημέρα (η κάθε διδακτική ώρα δεν υπερέβαινε τα τριάντα λεπτά) και διαρκούσαν, με διαλείμματα, έως τις δώδεκα το μεσημέρι. Το πρόγραμμα έδινε έμφαση σε μαθήματα που εμπλέκουν τους μαθητές σε ευχάριστες δραστηριότητες, όπως η γυμναστική, η μουσική και το ελεύθερο παιχνίδι. Το εκπαιδευτικό προσωπικό αποτελούνταν από δύο δασκάλους και έναν γιατρό. Καθώς η τροφή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες θεραπείας, το υπαίθριο σχολείο προσέφερε στους μαθητές πέντε γεύματα την ημέρα που περιλάμβαναν γάλα, κρέας, φρούτα, όσπρια, ζυμαρικά, ψωμί και τυρί. Το σχολείο λειτούργησε μόνο δύο μήνες (έως τον Ιούλιο του 1916) παρά τα καλά αποτελέσματα τα οποία απέφερε στην υγεία των μαθητών (αύξηση του σωματικού βάρους και βελτίωση της φυσικής τους κατάστασης). Η μη συνέχιση της λειτουργίας του οφείλεται στο ταραγμένο πολιτικό και πολεμικό κλίμα, τον Εθνικό Διχασμό και το ναυτικό αποκλεισμό της Αθήνας από τις δυνάμεις της Αντάντ (Θεοδώρου, Καρακατσάνη, 2010: 249-253).

Το σχέδιο της ίδρυσης υπαίθριου σχολείου στο κτήμα Νομικού υποστηρίχτηκε από τον Γ.Γ. του υπουργείου Παιδείας Δ. Γληνό και τον Ανώτερο Επόπτη της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Αλ. Δελμούζο κατά την τριετία της βενιζελικής διακυβέρνησης 1917-1920. Όμως, η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 ανέκοψε τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης περιόδου. Ακολούθησαν η Μικρασιατική Καταστροφή και η άφιξη των προσφύγων (1922) που δεν επέτρεψαν την προώθηση της ίδρυσης και λειτουργίας ενός υπαίθριου σχολείου στην Αθήνα.

Η ανέγερση των Διδακτηρίων Νομικού

Τον Σεπτέμβριο του 1914 το Β΄ Βαρβάκειο Γυμνάσιο, που στεγαζόταν σε κτίριο της οδού Μιχαήλ Βόδα, μετονομάστηκε σε Η΄ Γυμνάσιο Αθηνών. Από το 1916 ως το 1931 το σχολείο στεγάστηκε στην Κυψέλη, σε μισθωμένο κτίριο που βρισκόταν στη συμβολή των οδών Σύρου και Επτανήσου (Αρβανίτου, Παναγουλέα, & Ρούτσου, 2003: 40).

Το κτίριο που στέγασε αργότερα το Η΄ Γυμνάσιο (οδός Νικοπόλεως 31-33) κτίστηκε μέσα στο κτήμα του Μιχαήλ Νομικού σε σχέδια του αρχιτέκτονα Γεωργίου Πάντζαρη, ενός από τους πρώτους αποφοίτους της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ. Το σχολικό συγκρότημα θεμελιώθηκε το 1926 και ολοκληρώθηκε το 1931. Η κυβέρνηση Βενιζέλου (1928-1932, υπουργοί Παιδείας Κ. Γόντικας και Γ. Παπανδρέου) είχε εκπονήσει πρόγραμμα οικοδόμησης διδακτηρίων και καταφέρει να συνάψει σύμβαση με Σουηδική Εταιρία «περί χορηγήσεως δανείου προς ανέγερσιν σχολικών κτιρίων του κράτους» (Μπουζάκης, 1997: 211-215).

Η συστηματική υλοποίησή του άρχισε το 1930 με την σύσταση «Γραφείου Μελετών Νέων Σχολικών Κτηρίων» στην αντίστοιχη υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας και την εφαρμογή «Γενικού κανονισμού ανεγέρσεως  διδακτηρίων» (Δημαράς, Παπαγεωργίου, 2008: 110). Έτσι, χτίστηκαν 330 πολυτάξια σχολεία στα αστικά κέντρα με βάση τις αρχές της μοντέρνας αρχιτεκτονικής και σύμφωνα με τις νέες τάσεις της παιδαγωγικής, τα οποία έμειναν στην ιστορία ως «σχολεία Παπανδρέου» ή «σχολεία του ʼ30». Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του υπουργείου Παιδείας τα νέα διδακτήρια έπρεπε «να είναι απλά κατά την μορφή και την σύνθεσιν […] πληρούντα όμως πάντοτε τας ανάγκας της εκπαιδεύσεως ως αύται κανονίζονται εν των παρόντι και εν τω ειδικώ εκάστοτε προγράμματι, ήτοι δέον να αποφεύγονται τα πολυτελή και ανωφελή στοιχεία, να επιδιώκεται λιτότης εν ταις διακοσμήσεσιν, ιδίως δε να αποφεύγωνται χώροι περιττεύοντες και πολύπλοκοι και σύνθετα σχήματα μη οργανικά» (Αρβανίτου, κ.ά., 2003: 16). Το σχέδιο ανέγερσης των Διδακτηρίων Νομικού προέβλεπε τη δημιουργία δύο Δημοτικών σχολείων και δύο Γυμνασίων (αρρένων και θηλέων) με ειδικούς χώρους που θα εξυπηρετούσαν τις νέες παιδαγωγικές αντιλήψεις, δηλαδή εργαστήρια φυσικής, χημείας, ξυλουργικής και χειροτεχνίας, θέατρο με σκηνή, αυλαία και παρασκήνια, υπόστεγο γυμναστήριο, σχολικά λουτρά, μεγάλο προαύλιο χώρο, μαγειρείο και αποθήκες τροφίμων. Το έργο κόστισε 13.333.000 δραχμές και είχε όγκο 27.522 κυβικά μέτρα. Η κατοικία του Μ. Νομικού διατηρήθηκε στον προαύλιο χώρο και αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση του 16ου Ελληνικού σχολείου. Παράλληλα στο συγκρότημα στεγαζόταν και Δημοτικό σχολείο (Αρβανίτου, κ.ά., 2003: 16-18). 

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017



Μικρό ιστορικό του Δημοτικού Σχολείου Αλεξάνδρου

Των δύο δηλαδή μαχαλάδων Μαυρογιαννάτα και Κολυβάτα

Το Δημοτικό Σχολείο Αλεξάνδρου προτού ανακαινισθεί από τον σύλλογο «Φηγός»

Έχουμε γράψει σε ανύποπτο χρόνο και προτού καν πέσει στα χέρια μας το πιο κάτω μικρό ιστορικό, ότι δεν ήταν τυχαίο που το Δημοτικό Σχολείο Αλεξάνδρου χτίσθηκε ανάμεσα από τους δυο ορεινούς οικισμούς της κοινότητας Αλεξάνδρου, τα Κολυβάτα και τα Μαυρογιαννάτα. Στο «διάμεσο των δύο μαχαλάδων», όπως γράφει ο συγγραφέας Πάνος Γ. Ροντογιάννης (Η εκπαίδευση στη Λευκάδα (1613-1950), Αθήνα, 1994). Όπως επίσης και το παλιό κοινοτικό γραφείο, που βρίσκεται δίπλα από το σχολείο.

Το Δημοτικό Σχολείου Αλεξάνδρου μετά την ανακαίνισή του από τον σύλλογο «Φηγός»

Για το Δημοτικό Σχολείο Αλεξάνδρου όμως θα επανέλθουμε, αφού υπάρχει μια εκτενέστερη αναφορά σε κάποια επετηρίδα της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών που περιγράφει λεπτομερειακά τη χρόνια διαμάχη μεταξύ Κολυβιατών και Μαυροϊννατών για το Δημοτικό Σχολείο. Ότι ως αποτέλεσμα της διαμάχης αυτής άλλαζε συχνά χώρο και λειτουργούσε πότε στον έναν οικισμό και πότε στον άλλο. Κι όλα αυτά προτού χτισθεί το 1912 με τη δωρεά του Ανδρ. Συγγρού το σημερινό κτίριο που σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα και έχει μάλιστα σε μεγάλο βαθμό ανακαινισθεί με την πρωτοβουλία του Συλλόγου Φίλων Αλεξάνδρου «Φηγός». (Ο τελευταίος όμως σεισμός του 2015 δεν το άφησε κι αυτό ανεπηρέαστο με αποτέλεσμα να έχει χαρακτηρισθεί ως «κίτρινο», δηλαδή επισκευάσιμο). Δεν θα πρέπει να ξεχνιέται ότι στις αρχές του 20ου αιώνα διέμεναν στα Κολυβάτα, που ήταν ο πληθυσμιακά μικρότερος αλλά ιστορικά ο παλιότερος από τους δύο οικισμούς της κοινότητας Αλεξάνδρου, εύπορες οικογένειες, όπως οι Δαμιανήδες, οι Κολονελαίοι (Κολυβαίοι), οι Μελένιοι (Βρετταίοι) κ.ά., με τις δυο πρώτες οικογένειες να έχει χιλιάσει η καθεμιά τα γιδοπρόβατα στους Σκάρους.

Στο προαύλιο του Σχολείου, από σχολική γιορτή

Γράφει ο Πάνος Γ. Ροντογιάννης:

«Το διδακτήριο του σχολείου οικοδομήθηκε το 1912 με τη δωρεά του Ανδρ. Συγγρού στο διάμεσο των δύο μαχαλάδων Μαυρογιαννάτα και Κολυβάτα. Παλιότερα εργάστηκε με 4 τάξεις, μονοθέσιο, κι έπειτα με εξ τάξεις, όπως όλα τα σχολεία, πάλι μονοθέσιο.

Δεν ξέρω, αν το σχολείο λειτούργησε αμέσως μετά την Ένωση. Ως παλιότερος δάσκαλος εδώ μετά την Ένωση αναφέρεται ο Γεράσιμος Μανωλίτσης, Γραμματιστής γ/βάθμιος. Πιθανώς ο Μανωλίτσης εργάστηκε στον Αλέξανδρο και πριν από το 1892, αφού αυτή τη χρονιά λειτούργησε το Υποδιδασκαλείο Λευκάδος, από το οποίο απεφοίτησε, όπως δείχνει ο βαθμός που είχε.

Το σχολείο χτίστηκε το 1912 με τη δωρεά του Ανδρ. Συγγρού

Συνταξιοδοτήθηκε το 1902, που τον διαδέχτηκε ο πρώτος δάσκαλος πτυχιούχος Διδασκαλείου που υπηρέτησε στον Αλέξανδρο Γεώργ. Π. Ροντογιάννης, που έμεινε στον Αλέξανδρο ως τον Αύγουστο του 1910. Άγνωστο ποιός τον διαδέχθηκε. Από το 1915 ως τον Αύγουστο του 1918 υπηρέτησε πάλι εδώ ο Γ. Ροντογιάννης.

Κατοπινούς δασκάλους βρίσκομε τον Πάνο Λάζαρη ή Καναβάτο από 1925-28, Ευστάθιο Κονιδάρη ;, Ευγένιο Φέτση 1935-38, Σπύρο Κακαβούλη 1940-42, Αργυρώ Σούνδια από 14-10-1942-1945 και αργότερα ως το 1953.



Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση
Το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση έχει στην ευθύνη του τη διαχείριση και υλοποίηση του κοινωφελούς έργου των μελών της οικογένειας που αποτελούν και το Εποπτικό Συμβούλιο του Ιδρύματος: της Εριέττας Λάτση, του Σπύρου Λάτση, της Μαριάννας Λάτση και της Μαργαρίτας Λάτση.Το Ίδρυμα αναλαμβάνει και υποστηρίζει πρωτοβουλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό πάνω σε δύο βασικούς θεματικούς άξονες: την εκπαίδευση, την έρευνα και τον πολιτισμό, από τη μία πλευρά, και την κοινωνική πρόνοια και αλληλεγγύη από την άλλη, με τη γεωγραφική έμφαση των δραστηριοτήτων του να εντοπίζεται κυρίως στον ελλαδικό χώρο. Το Πλωτό Μουσείο Νεράιδα, που συστάθηκε με νόμο το 2012 και χρηματοδοτείται αποκλειστικά από το Ίδρυμα, αποτελεί ένα τρίτο, διαφοροποιημένο σκέλος δραστηριοτήτων. τη σύστασή του μέχρι σήμερα, το Ίδρυμα έχει υλοποιήσει πλήθος μεμονωμένων χρηματοδοτήσεων σε πολλούς τομείς, έχει ανταποκριθεί με έκτακτα προγράμματα χρηματοδοτήσεων σε επείγουσες και επιτακτικές ανάγκες που έχουν προκύψει, ενώ παράλληλα έχει σχεδιάσει ειδικά χρηματοδοτικά πλαίσια μέσα από τα οποία ενισχύει την έρευνα, την επιστήμη, τη διδασκαλία και τον πολιτισμό. Για την επιλογή και εξεύρεση των χρηματοδοτήσεων εκείνων με τη μεγαλύτερη πολλαπλασιαστική ωφέλεια το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση επενδύει σημαντικό χρόνο και σκέψη, ώστε να ανταποκρίνεται κάθε φορά με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο στις άμεσες αλλά και πιο μακροπρόθεσμες ανάγκες της κοινωνίας.

Για καλύτερη επισκόπηση των δραστηριοτήτων του Ιδρύματος, επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του.

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017


Πολλά σου φαίνονται ασύμμετρα,
αλλά τελικώς είσαι ανημέρωτος
Η ευκλείδεια γεωμετρία να ξέρεις
καταργήθηκε με υπουργική απόφαση




Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης: Ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης είναι από τα μεγαλύτερα μουσεία της χώρας και το κεντρικό μουσείο της Βόρειας Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 1912 και το κτίριο που στεγάζεται σήμερα εγκαινιάστηκε στις 27 Οκτωβρίου 1962 όταν η πόλη γιόρταζε τα 50 χρόνια από την απελευθέρωσή της. Το κτίριο κατασκευάστηκε το 1962 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού και είναι κηρυγμένο ως διατηρητέο μνημείο της νεότερης κληρονομιάς.

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης εκτίθενται μοναδικές συλλογές αρχαίων αντικειμένων, με πλούσια δραστηριότητα και εξωστρέφεια. Άλλωστε μαζί με τα πλούσια εκθέματά του, το μουσείο προσφέρει εκπαιδευτικές δραστηριότητες για μικρούς και μεγάλους, εκπαιδευτικά προγράμματα που ταξιδεύουν τους συμμετέχοντες στο χώρο και στο χρόνο. Στα προγράμματα αυτά μπορεί να συμμετάσχουν ενήλικες είτε μεμονωμένα είτε σε ομάδες, εκπαιδευτικοί, μαθητές, φοιτητές, ερευνητές, οικογένειες κτλ.  Το μουσείο προσφέρει στους ενήλικες ποικίλες εποικοδομητικές δράσεις, όπως διαλέξεις, σεμινάρια, ημερίδες, μουσικές βραδιές, θεατρικά δρώμενα κ.α. Επίσης, σημαντική είναι η προσφορά του μουσείου στους ερευνητές μέσω ερευνητικών προγραμμάτων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, εκδόσεων, εντύπων, ενώ παρέχει πλούσιο εκπαιδευτικό υλικό για τους εκπαιδευτικούς και όχι μόνο.



Οι Συλλογές του μουσείου περιλαμβάνουν πολυάριθμα αντικείμενα που χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Προέρχονται από ανασκαφές που διενεργήθηκαν σε όλη τη Μακεδονία από το 1912, καθώς και από περισυλλογές και παραδόσεις.  Το μουσείο εκθέτει συλλογή κεραμικής, τοιχογραφιών, ψηφιδωτών, μεταλλοτεχνίας, λιθίνων και μικροτεχνίας.

Τα εκθέματα, τα οποία φιλοξενεί, προέρχονται από τις ανασκαφές, που έχουν πραγματοποιηθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.  Τον Ιούνιο του 1980 εγκαινιάστηκε μια νέα πτέρυγα για να φιλοξενήσει τα ευρήματα από τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1970  στους Βασιλικούς Τάφους της Βεργίνας με την έκθεση οι «Θησαυροί της Βεργίνας».Το 1982 οργανώθηκε μια νέα έκθεση, των ταφικών ανασκαφικών συνόλων από τη Σίνδο. Το 1996 έγινε η πρώτη εκτεταμένη έκθεση για την προϊστορική Μακεδονία στον ημιυπόγειο χώρο κάτω από την έκθεση της Βεργίνας, στο καινούργιο κτήριο του Βογιατζή του 1980. Τον Ιούνιο του 1998, μετά από τη μεταφορά  των ευρημάτων των Αιγών από το Μουσείο στη Βεργίνα, οργανώθηκε στο Μουσείο έκθεση με θέμα ο «Χρυσός των Μακεδόνων» προκειμένου να καλυφτεί το «κενό» που άφησε στη συνείδηση του κοινού η έλλειψη των εντυπωσιακών βασιλικών κτερισμάτων. Μέσα σε τέσσερεις θεματικές ενότητες καλύπτονται οι δραστηριότητεςπου συνδέονται με το χρυσό και δίνεται η εικόνα του πολιτισμού των Μακεδόνων από τον 6ο αι. μέχρι την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους το 168 μ.Χ. Μετά από μία τετραετή περίοδο εργασιών απαραίτητων για την αναδιοργάνωση των χώρων έκθεσης, αποθήκευσης, συντήρησης και διοίκησης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης άνοιξε ξανά τις πύλες του στο κοινό, τον Σεπτέμβριο του 2006.