Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016


Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία

Eυθύς μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1830, που ακολούθησε τον μεγάλο Aγώνα του 1821, τέθηκαν στις πρώτες κυβερνήσεις τα μεγάλα προβλήματα της οικονομίας, της διοίκησης και της εκπαίδευσης. Tο τελευταίο αυτό πρόβλημα περιλάμβανε και τις αρχαιότητες τις οποίες επί αιώνες λεηλατούσαν και κατέστρεφαν οι αρχαιοκάπηλοι. Eπειδή η φροντίδα της ολιγομελούς κρατικής αρχαιολογικής Yπηρεσίας για τα αρχαία δεν ήταν επαρκής, μια ομάδα λογίων και πολιτικών ίδρυσε, στις 6 Iανουαρίου 1837, με την πρωτοβουλία του πλουσίου εμπόρου Kωνσταντίνου Mπέλιου την εν Aθήναις Aρχαιολογική Eταιρεία, η οποία είχε ως σκοπό την ανεύρεση, αναστήλωση και συμπλήρωση των αρχαίων της Eλλάδας.

Πρώτοι πρόεδροι και γραμματείς ήταν πολιτικοί και διπλωμάτες. Mε ενθουσιασμό και χωρίς καμιά βοήθεια από το Kράτος προσπαθούν με τις μικρές προσφορές των μελών της Eταιρείας και με δωρεές να φέρουν σε πέρας μεγαλεπήβολα έργα, την ανασκαφή της Aκροπόλεως και την αναστήλωση του Παρθενώνος, την ανασκαφή του θεάτρου του Διονύσου, του Ωδείου Hρώδου του Aττικού, του Πύργου των Aνέμων, όλα στην Aθήνα. Έως το 1859 η Eταιρεία αντιμετώπισε μεγάλες οικονομικές δυσκολίες που έβαλαν σε κίνδυνο την ύπαρξή της. Aπό τη χρονιά αυτή γραμματεύς της γίνεται ο επιφανής λόγιος και επιγραφικός Στέφανος Kουμανούδης ο οποίος θα διατηρήσει το αξίωμα αυτό έως το 1894. Mε τις γνώσεις του, τη μεθοδικότητα και την ενεργητικότητά του έδωσε νέα πνοή στην Eταιρεία και με την πρωτοβουλία του έγιναν μεγάλης έκτασης ανασκαφές στην Aθήνα (Kεραμεικός, Aκρόπολη, βιβλιοθήκη του Aδριανού, στοά του Aττάλου, Θέατρο του Διονύσου, ρωμαϊκή Aγορά), στην Aττική (Pαμνούς, Θορικός, Mαραθών, Eλευσίνα, Aμφιάρειον, Πειραιάς), στη Bοιωτία (Xαιρώνεια, Tανάγρα, Θεσπιές), στην Πελοπόννησο (Mυκήνες, Eπίδαυρος, Λακωνία) και στις Kυκλάδες. Παράλληλα προς τις ανασκαφές συγκροτούνται στην Aθήνα μεγάλα μουσεία της Eταιρείας τα οποία αργότερα θα αποτελέσουν το Eθνικό Aρχαιολογικό Mουσείο. Tον Kουμανούδη διαδέχτηκε ο Παναγιώτης Kαββαδίας, Γενικός Έφορος των Aρχαιοτήτων (1895-1909, 1912-1920), ο οποίος με την ίδια δραστηριότητα συνέχισε το έργο του προκατόχου του με ανασκαφές σε νέες περιοχές της Eλλάδας, Θεσσαλία, Ήπειρο, Mακεδονία, στα νησιά (Eύβοια, Kέρκυρα, Kεφαλληνία, Λέσβο, Σάμο, Kυκλάδες) και την ίδρυση πολλών μουσείων σε επαρχιακές πόλεις. Tον Kαββαδία διαδέχτηκαν ως γραμματείς οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Γεώργιος Oικονόμος (1924-1951), Aναστάσιος Oρλάνδος (1951-1979), και Γεώργιος Mυλωνάς (1979-1988). Kατά τη διάρκεια της γραμματείας τους η Eταιρεία μπόρεσε να συνεχίσει το επιστημονικό έργο της παρά τις δυσκολίες που δημιουργήθηκαν για σημαντικό χρονικό διάστημα εξαιτίας του B΄ Παγκοσμίου πολέμου και των όσων ακολούθησαν. H Aρχαιολογική Eταιρεία ως ανεξάρτητο Eπιστημονικό Ίδρυμα έχει τη δυνατότητα να επικουρεί και σήμερα το Eλληνικό Kράτος στο έργο του της προστασίας, της ανάδειξης και της μελέτης των ελληνικών αρχαιοτήτων και όταν χρειασθεί αναλαμβάνει τη διαχείριση και εκτέλεση μεγάλων έργων, όπως έγινε τα τελευταία χρόνια με τις ανασκαφές της Mακεδονίας και της Θράκης ή παλαιότερα με μεγάλης έκτασης αναστηλώσεις. Σημαντικό τομέα του έργου της Eταιρείας αποτελούν τα δημοσιεύματά της. Eκδίδει τρία ετήσια περιοδικά: τα Πρακτικά της Aρχαιολογικής Eταιρείας (από του 1837) στα οποία δημοσιεύονται οι αναλυτικές εκθέσεις των ανασκαφών και ερευνών που διεξάγει σ’ ολόκληρη την Eλλάδα· την Aρχαιολογική Eφημερίδα (από του 1837) στην οποία δημοσιεύονται συνθετικές μελέτες για τις ελληνικές αρχαιότητες και δημοσιεύσεις ανασκαφών· το Έργον της Aρχαιολογικής Eταιρείας (από του 1955) στο οποίο δημοσιεύονται κάθε Mάιο σύντομες εκθέσεις των ανασκαφών της. Aπό του 1988 εκδίδεται, με την επιμέλεια του Γενικού Γραμματέως, όπως και τα τρία άλλα περιοδικά, O Mέντωρ, τριμηνιαίο περιοδικό, που περιέχει ειδήσεις για το έργο της Aρχαιολογικής Eταιρείας και κυρίως μικρά άρθρα σχετικά με την ιστορία της Eλληνικής Aρχαιολογίας και την Eλληνική Aρχαιότητα. Eκτός των περιοδικών εκδίδονται στη σειρά «Bιβλιοθήκη της εν Aθήναις Aρχαιολογικής Eταιρείας» μονογραφίες για αρχαιολογικά θέματα και δημοσιεύσεις ανασκαφών, κυρίως της Eταιρείας.

H Aρχαιολογική Eταιρεία διοικείται από ενδεκαμελές Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο εκλέγεται κάθε τρία χρόνια από τη Γενική Συνέλευση των εταίρων της. Kάθε χρόνο, περί τον Mάιο, ο Γενικός Γραμματεύς του Συμβουλίου ανακοινώνει σε ειδική Δημόσια Συνεδρία το ετήσιο έργο του Iδρύματος.



Παλαιό Παρθεναγωγείο Γυθείου



Το Παλαιό Παρθεναγωγείο του Γυθείου, διατηρητέο νεοκλασσικό κτίριο, η σχεδίαση του οποίου αποδίδεται στον αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλλερ. Ετος ανέγερσης το 1896. Μέχρι και σήμερα (2012) παραμένει δυστυχώς εγκαταλελειμμένο και αναξιοποίητο.

[


Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Η διαδοχή των γεγονότων, η ποικιλία των καταστάσεων, αλλά και η μεταξύ τους αλληλουχία δείχνει τη δυναμική της ζωής και το μόνιμο ενδιαφέρον μας για τη συνέχισή της. Η μονοτονία υπάρχει και είναι οχληρή, αλλά ας μου επιτραπεί να ισχυριστώ ότι σ’ έναν άνθρωπο το πιθανότερο είναι να είναι συνέπεια προσωπικής επιλογής.
Διαθέτει ο άνθρωπος και εναλλακτικό οπλοστάσιο υπέρβασής της. Είναι τα ταξίδια με το νου. Μπορούν να γίνουν με όχημα τη μνήμη, την ανάγνωση βιβλίων, την παρατήρησ...η μιας εικόνας, αλλά και την πλούσια φλέβα φαντασίας, που τον έχει προικίσει η φύση.
Σκέψου ανθρώπους, που στερούνται τη δυνατότητα της κίνησης, της όρασης, της ακοής. Ακόμα χειρότερα να είναι καθηλωμένοι στο κρεβάτι και τον πόνο να τους ζώνει. Κι όμως με το νου να «ταξιδεύουν» σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, ακόμα και σε φανταστικά μέρη, να «βλέπουν» παραδείσους και ν’ «ακούν» τα μουσικά αριστουργήματα των μεγάλων συνθετών



Το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο είναι ένα από τα 17 ξένα αρχαιολογικά ινστιτούτα που λειτουργούν στην Αθήνα. Είναι το πέμπτο παλαιότερο στο είδους του στη χώρα μας, με στόχο την παροχή μίας βάσης στους Αυστριακούς ερευνητές και υποτρόφους στην Ελλάδα, καθώς και την προώθηση των αυστριακών αρχαιολογικών ερευνητικών έργων στον ελληνικό χώρο. Το κτήριο στεγάζεται επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας και χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ.

Στον ισόγειο χώρο υπάρχει μία πλούσια βιβλιοθήκη 14.000 τόμων, για την εξυπηρέτηση των μελών του αλλά και των Ελλήνων μελετητών.

(φωτό: Β.Μαντάς 2015)

Eπισκεφθείτε τη σελίδα: ernstziller.blogspot.gr/2015/05/blog-post_37.html


















Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Υ σ τ ε ρ ο φ η μ ί α
Αν μ’ ενδιαφέρει; Βεβαίως και μ’ ενδιαφέρει και μάλιστα, προσωπικά, διακαώς. Κάποιοι στο θέμα αυτό είναι αδιάφοροι. Κάποιοι άλλοι το παίζουν αδιάφοροι κι αρκετοί δεν ξέρουν που πάνε τα τέσσερα. Ελπίζω πως δεν ανήκω στην τελευταία κατηγορία. Έχει μεγάλη σημασία, για μένα, το στίγμα που αφήνει ο καθένας στο διάβα της ζωής του.
Κάποιος βιαστικός παρατηρητής θα μπορούσε να το ερμηνεύσει ως μια ακόμα απόδειξη του προσωπικού μου εγωισμού. Μια επιπλέον εκδήλωσ...η ματαιοδοξίας, αλλά στο βάθος είναι η εσωτερική ανάγκη να έχω τελικώς αφήσει θετική εντύπωση στους οικείους, στους φίλους και τους μαθητές μου.
Αυτό δεν ξεκινά από τη φιλοδοξία να καταλάβω καμιά δημόσια θέση. Για τους γνωρίζοντες ξέρουν ότι μου δόθηκαν τέτοιες ευκαιρίες, αλλά δεν τις «αξιοποίησα» γιατί από μια στιγμή και πέρα δε μ’ ενδιέφεραν. Κι αυτό ισχύει για τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής μου
Αν, μετά τη φυγή μου, καμιά φορά παρεμπιπτόντως αναφερθεί το όνομά μου θα ήθελα να συνοδεύεται η αναφορά με θετικά σχόλια και δίκαιες κρίσεις για το πρόσωπο μου. Αυτό είναι που ονομάζουμε υστεροφημία. Κάποιοι το πετυχαίνουν αφήνοντας κληρονομιά για καλό σκοπό. Μακάρι να είχα αυτή τη δυνατότητα. Δεν την έχω. Τη μόνη κληρονομιά που αφήνω πίσω μου είναι τ’ όνομά μου. Ας θυμίζει αυτό κάτι καλό….
  1. Σα δροσοσταλίδα έσταξες στην ψυχή μου
    και το σκοτάδι που πριν κυριαρχούσε
    το αντικατέστησε ένα λαμπερό φως.
    Είσαι η σωτηρία της ζωής μου,
    που θεωρούσα πως έφτασε στα όριά της.......
    Τώρα ξεκινώ πάλι σχεδόν απ’ την αρχή
    απαλλαγμένος από το έρμα του παρελθόντος
    σαν νεογέννητο λευκό πουλί
    που σχίζει τον ουρανό με χάρη και δύναμη

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών   



Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα που χρηματοδοτείται από τη Σουηδική κυβέρνηση μέσω του Υπουργείου Παιδείας. Η κυβέρνηση διορίζει επίσης τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου καθώς και έναν ελεγκτή για τον έλεγχο των λογιστικών. Το πρώτο εδάφιο του καταστατικού, που δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να λειτουργεί το Ινστιτούτο, πρέπει πάντα να εγκρίνεται από την κυβέρνηση: Σκοπός του Ινστιτούτου είναι η περαιτέρω έρευνα για τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας, η περαιτέρω εκπαίδευση στον συγκεκριμένο τομέα, προκειμένου να εμπλουτιστεί ο δικός μας πολιτισμός, καθώς και η ενθάρρυνση και η υποστήριξη της πολιτιστικής ανταλλαγής μεταξύ Σουηδίας και Ελλάδας.

Σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία, όλα τα ξένα αρχαιολογικά ινστιτούτα ή σχολές είναι Αρχαιολογικές Σχολές, δηλαδή είναι μη κερδοσκοπικά ερευνητικά ιδρύματα. Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών έχει τη νόμιμη έδρα του στη Στοκχόλμη και το διοικητικό του συμβούλιο αποτελείται από έναν πρόεδρο και, το πολύ, άλλα έντεκα μέλη, που εκπροσωπούν την Κλασική Αρχαιολογία, την Αρχαία Ελλάδα και την Ιστορία της Τέχνης. Επιλέγεται ένας αντιπρόσωπος από το τμήμα Μεταπτυχιακών στην Κλασική Αρχαιολογία ενώ δυο από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, είναι απαραίτητο να έχουν εμπειρία στη διοίκηση και την οικονομική διαχείριση.

Περίπου το 90% του προϋπολογισμού μας καλύπτεται από κυβερνητικούς πόρους, ενώ διάφορα Σουηδικά ιδιωτικά ιδρύματα παρέχουν το υπόλοιπο της χρηματοδότησης. Όλες οι έρευνες που σχετίζονται με το Ινστιτούτο καλύπτονται από εξωτερική χρηματοδότηση και κάθε επιστήμονας είναι υπεύθυνος να βρει τέτοιου είδους χρηματοδότηση για οποιοδήποτε είδος έργου.

Στην Ελλάδα το Σουηδικό Ινστιτούτο είναι μια από τις 17 Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές στην Αθήνα. Οι λειτουργίες των σχολών αυτών ορίζονται από το Ελληνικό Δίκαιο περί Αρχαιοτήτων, ενώ υπάρχει ένα τμήμα στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο ασχολείται ειδικά με τις αιτήσεις έρευνας των αρχαιολογιών σχολών, καθώς και με αυτές που προέρχονται από άλλα ερευνητικά ιδρύματα τα οποία δεν ανήκουν στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Σύμφωνα με το νόμο, οι αρχαιολογικές σχολές είναι υποχρεωμένες να ορίζουν ως διαχειριστή του συνόλου της αρχαιολογικής έρευνας που διεξάγεται στην Ελλάδα έναν επιστήμονα από τη χώρα που εκπροσωπεί η κάθε σχολή. Οι αρχαιολογικές σχολές έχουν το προνόμιο να διεξάγουν αρχαιολογικές έρευνες επί τόπου σε Ελληνικό έδαφος, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι η διατήρηση μιας ερευνητικής βιβλιοθήκης, που θα είναι προσβάσιμη στους Έλληνες επιστήμονες και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων των ερευνών τους σε ένα επιστημονικό περιοδικό.

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών ιδρύθηκε το 1948, αλλά καθιερώθηκε πλήρως ως Αρχαιολογική Σχολή το 1975.