Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος (1790-1872)
Ένα από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας. Διακεκριμένος νομομαθής και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ήταν υπεύθυνος για τα θέματα της δικαιοσύνης, της εκκλησίας και της παιδείας. Επειδή όμως αγνοούσε ή παραγνώριζε τον τοπικό παράγοντα και την ελληνική πραγματικότητα, έφτασε σε ακρότητες ή εφάρμοσε μέτρα που δικαιολογημένα δημιούργησαν αντιδράσεις.
Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος
Βαυαρός νομομαθής και ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε στο Ερπολτσχάιμ και σπούδασε στη Χαϊδελβέργη και το Παρίσι. Έγινε δικαστικός, μέλος της Ακαδημίας και καθηγητής της Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το 1829 έλαβε τον τίτλο του συμβούλου του κράτους και του ιππότη, ενώ με την εκλογή του Όθωνος ως βασιλιά της Ελλάδας ο Μάουρερ, ήρθε στο Ναύπλιο και διορίστηκε μέλος της Αντιβασιλείας, επιφορτισμένος με την οργάνωση της Δικαιοσύνης, της Εκκλησίας και της Παιδείας.
Από τη θέση αυτή συνέστησε το Μάρτιο του 1833 επιτροπή για τη ρύθμιση των εκκρεμών εκκλησιαστικών ζητημάτων, επιδιώκοντας να θέσει τέλος στη χαώδη κατάσταση που επικρατούσε τότε στη ζωή της Εκκλησίας. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν, ύστερα από εισήγηση του Φαρμακίδη, η ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Ελληνικής Εκκλησίας τον Ιούλιο του 1833 και η υπαγωγή της στην κρατική εξουσία.
Ένα από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας. Διακεκριμένος νομομαθής και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ήταν υπεύθυνος για τα θέματα της δικαιοσύνης, της εκκλησίας και της παιδείας. Επειδή όμως αγνοούσε ή παραγνώριζε τον τοπικό παράγοντα και την ελληνική πραγματικότητα, έφτασε σε ακρότητες ή εφάρμοσε μέτρα που δικαιολογημένα δημιούργησαν αντιδράσεις.
Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος
Βαυαρός νομομαθής και ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε στο Ερπολτσχάιμ και σπούδασε στη Χαϊδελβέργη και το Παρίσι. Έγινε δικαστικός, μέλος της Ακαδημίας και καθηγητής της Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το 1829 έλαβε τον τίτλο του συμβούλου του κράτους και του ιππότη, ενώ με την εκλογή του Όθωνος ως βασιλιά της Ελλάδας ο Μάουρερ, ήρθε στο Ναύπλιο και διορίστηκε μέλος της Αντιβασιλείας, επιφορτισμένος με την οργάνωση της Δικαιοσύνης, της Εκκλησίας και της Παιδείας.
Από τη θέση αυτή συνέστησε το Μάρτιο του 1833 επιτροπή για τη ρύθμιση των εκκρεμών εκκλησιαστικών ζητημάτων, επιδιώκοντας να θέσει τέλος στη χαώδη κατάσταση που επικρατούσε τότε στη ζωή της Εκκλησίας. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν, ύστερα από εισήγηση του Φαρμακίδη, η ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Ελληνικής Εκκλησίας τον Ιούλιο του 1833 και η υπαγωγή της στην κρατική εξουσία.

