Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Πενιχρή σοδειά ( Γραμμένο τον Ιούνιο 1978)
1968... Καιρός του σπείρειν...
Ώρες σιωπής, μέρες στεναγμών, μονοπάτια του χρόνου ανηφορικά. Αγκομαχητά μέσα στο παγερό σκοτάδι. Η καρδιά πρόθυμη για ένα μήνυμα. Το αυτί κολλημένο στο ραδιόφωνο ακούει τις σιγανές φωνές, τα φτωχά μηνύματα της Ευρώπης. Real Politic που πληγώνει. Ραντεβού ακρίβειας μέσα στη νύχτα.
- Οκτώμιση θα κατεβαίνω το αριστερό πεζοδρόμιο. Να είσαι στην ώρα σου. Αν δεν έρθω, την άλλη Τετάρτη στο ίδιο μέρος.
Ύστερα γρήγορο κρύψιμο στους τέσσερις τοίχους, ανταλλαγή μηνυμάτων, τα νέα καθήκοντα, άνοιγμα της καρδιάς.
- Το πανό να πέσει την παραμονή της δίκης. Μαζί με τις χειρόγραφες προκηρύξεις. Πρόσεξε! Το φυτίλι να σου δώσει χρόνο να εξαφανιστείς. Να δώσουμε αμέσως την είδηση. Θα είναι ένα μήνυμα πως ο αγώνας συνεχίζεται.
- Νιώθω μετέωρος. Του ζήτησα μια κάλυψη για το καινούργιο σπίτι. Ορίσαμε ραντεβού μα μ’ έστησε. Συνέβη τίποτα ή άλλαξε γνώμη; Χρειάζεται να βρω ένα σπίτι, δε βλέπω όμως φως...
- Πρέπει να δώσουμε νέα κατεύθυνση. Να εκμεταλλευθούμε τη δράση με «νόμιμους» ανθρώπους. Να φτιάξουμε επιτροπές μέσα στις σχολές. Αιτήματα κι αγώνας για τα προβλήματα του χώρου τους. Με τρόπο. Όχι κατευθείαν στο κλαρί. Ας φυτέψουμε το σπόρο για το αύριο.
- Αποκατέστησα την επαφή με τα κορίτσια. Ήταν απομονωμένα εδώ και έξι μήνες. Πείναγαν σου λέω. Δεν έχουν κι ένα ρούχο ν’ αλλάξουν. Τους έδωσα ό,τι μπορούσα. Πρέπει να τα δει λίγο ο ήλιος. Έχουν βγάλει σπυράκια στο πρόσωπο.
- Στο άλλο ραντεβού θα σου φέρω τον νέο «Θούριο». Διακόσια κομμάτια. Στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα. Θα είναι τετρασέλιδος με προσωπογραφία του Ρήγα πάνω αριστερά.
Η ζωή συνεχίζεται αδιάφορη. Ερημιά μέσα στο πλήθος. Οι επιθυμίες ασυντόνιστες κυκλοφορούν σιωπηλά στους πολύβουους δρόμους, καταχωνιασμένες στα βάθη της καρδιάς. Στα γήπεδα κραυγές ακίνδυνες, διέξοδοι στη σιωπή...
Και η συζήτηση συνεχίζεται. Αρχίζουν τα ονειροπολήματα. Οι ήχοι στο δρόμο κοιμούνται.
- Θυμάσαι;...
Αναμνήσεις από καλύτερες μέρες. Ζεις με τον νου για ό,τι στερείσαι στην πραγματική ζωή. Σε στιγμές λιμού η ανάμνηση είναι σωσίβιο. Πράξη του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης.
Μια παρτίδα χαρτιά. Χαράματα πια. Σιγανές φωνές μην ενοχλήσουμε αυτούς που κοιμούνται πίσω από το διπλανό τοίχο.
- Κοιταζόμασταν συνέχεια. Ένιωθα πως πρέπει να της μιλήσω. Η παρέλαση μόλις είχε τελειώσει κι αυτή περίμενε. Όμως δεν βρήκα το θάρρος. Την έχασα! Πόσες ευκαιρίες έφυγαν σαν το νερό μέσα απ’ τα δάχτυλα. Τη θυμάμαι ακόμα…
Οι ήχοι ξύπνησαν στο δρόμο μαζί με τα πρώτα αυτοκίνητα. Εμείς έχουμε κάνει τη νύχτα μέρα. Μες στο δωμάτιο τις σιγανές φωνές τις κόβει ξαφνικά το κουδούνι της εξώπορτας. Κόβεται η ανάσα, παγώνει το αίμα. Μουγκαμάρα. Δεν περιμένουμε κανέναν. Φοβόμαστε πως ο τρελός χτύπος της καρδιάς θα φτάσει στο δρόμο… Όμως πρέπει να είναι κάτι άλλο. Η πείρα λέει πως οι λύκοι δεν σε προειδοποιούν από την εξώπορτα. Σπάζουν την πόρτα και νάτους φάντης μπαστούνι μπροστά σου. Αν μ’ ακολούθησαν από το βράδυ, δεν θα μας χάριζαν μια ήσυχη νύχτα. Όχι. Περνάνε πελώρια τα δευτερόλεπτα. Κάποιος που θέλει να μπει στην πολυκατοικία, χτυπά αδιάκριτα τα κουδούνια.
- Έλεος, φίλε μου! Μας χρωστάς μια λαχτάρα!
Μέρες παρανομίας, μέρες ερημιάς. Αναζητάς ένα αποκούμπι. Ξεπεσμένοι Δον Κιχώτες ενώ η ζωή συνεχίζεται. Ψάχνεις έναν άνθρωπο συντονισμένο μαζί σου. Στους γνωστούς προκαλείς αμηχανία ως και φόβο. Δεν τους πλησιάζεις πια.
- Μια είδηση... μια είδηση! Έλεος πια!

Οι εφημερίδες την άλλη μέρα γεμάτες με το γεγονός. Πηχυαίοι τίτλοι:
«Ο Θεός της Ελλάδος», «Απόπειρα δολοφονίας κατά του πρωθυπουργού», «Συνελήφθη ο λιποτάκτης υπολοχαγός Γεώργιος Παναγούλης» και από κάτω, γυμνός με το πρόσωπο τεντωμένο, ο Αλέκος.
Μου έρχεται να βάλω τις φωνές.
- Εεε! δεν είναι ο Γιώργος. Κάνετε λάθος.
Όμως σωπαίνω και κλείνομαι ξαναμμένος στο δωμάτιο.
Αλέκο, σε θυμάμαι σαν σήμερα στο στρατόπεδο Μ. Αλεξάνδρου στην Αλεξανδρούπολη. Είχαμε χωρίσει στην Κόρινθο. Μπήκες σαν σίφουνας οδηγώντας το φορτηγό των τριών τετάρτων από την πύλη χωρίς στάση. Ο αλφαμίτης σε κυνηγούσε με τα πόδια μέχρι το διοικητήριο. Το μόνο που έκανε ήταν να τρώει τη σκόνη που σήκωνες. Όταν με ζήτησες, εγώ ήμουν ημερήσιος σκοπός στο διπλανό όρχο, έγινε συναγερμός! Εσύ ήρεμος, αποφασιστικός, έδινες την εντύπωση πως έχεις τους άσσους κρυμμένους στο μανίκι σου. Και τους αφόπλιζες. Μέχρι που έστειλαν άνθρωπο να με αντικαταστήσει. Πόσο το ευχαριστήθηκα τότε! Όλοι γύρω στα παράθυρα μας κοίταζαν. Κι εσύ ορμητικός και παραστατικός, μου έλεγες τα νέα σου. Χαλάλι ό,τι άκουσα μετά. Ήσουν ένας άνθρωπος που μίλησα μαζί του κι αυτό μου έλειπε τόσο!
Πού είσαι, Αλέκο, τώρα; Ποιες μηχανές πολτοποιούν το κορμί σου; Ανατριχίλα! Σε σκέφτομαι, αλλά σκέφτομαι και τον εαυτό μου...
Νοέμβρης ’68. Δέκα εννέα του μήνα πριν ένα ακριβώς χρόνο μας άφησε για πάντα ο τυραννημένος Πατέρας. Τώρα οι λύκοι όρμησαν απ’ όλες τις μπάντες. Αποφράδες μέρες, το μαρτυρολόγιο στις κατακόμβες και την ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Πενήντα δύο μέρες, τέσσερα και μισό εκατομμύρια δευτερόλεπτα, μετρημένα χτύπο-χτύπο. Κι ύστερα η στέπα του Αβέρωφ και του Κορυδαλλού. Αν βρω μια ευκαιρία θα στα πω ένα-ένα….
1975... Καιρός του θερίζειν.
Μέρες κραυγών, ώρες αλαλαγμών. Νταούλια, καραμούζες, παράτες. Πανδαισία ήχων και εικόνων. Χιλιάδες άνθρωποι ξεχύνονται στους δρόμους. Οι κόκκινες σημαίες με σφυροδρέπανα ανεμίζουν στον αέρα. Πύρινοι λόγοι. Αγώνες συνθημάτων, πλειστηριασμός θέσεων. Τώρα οι σιγανές φωνές χάνονται. Αντηχούν παράξενα. Το σπάνιο γίνεται μόδα και πλημμυρίζει πνίγοντας το χώρο. Λέξεις που ψιθυρίζονταν από μέσα τώρα σχίζουν τον αέρα. Περνάνε πάνω από τους τοίχους, τρυπώνουν στα υπόγεια, φτάνουν στα ρετιρέ, σπάζοντας τα τύμπανα των ανθρώπων.
Όλα έγιναν τόσο εύκολα! Εσύ με το σύνδρομο της στέρησης είσαι σαν το ψάρι έξω από τη γυάλα.
Νευρικές φωνές ζητάνε εκδίκηση, κεφάλια στο ταψί!
Κι εσύ;
Ανήμπορος να νιώσεις μίσος, έστω έχθρα, για τους λύκους που σε ποδοπάτησαν. Μόνο ζητάς να ερευνήσεις το ανεξιχνίαστο του ανθρώπινου νου, τη μυστηριακή ύπαρξη που κρύβει ο άνθρωπος μέσα του. Αυτός που μπορεί ν’ αγαπά και συγχρόνως να ισοπεδώνει. Πώς βρίσκει τη δύναμη και επιζεί, Θεέ μου; Ποια παράξενη σύνθεση τον κρατάει στη ζωή!
Εσύ μόνος μέσα στο πλήθος, που γεμίζει την άσφαλτο. Ποιο στίγμα, ποιού προπατορικού αμαρτήματος σε κάνει αδιάλυτο σ’ όλα τα κοινωνικά διαλύματα;
Τι επιτέλους θέλεις, άνθρωπέ μου; Είσαι ένα ξένο σώμα που σνομπάρει. Καλύτερα μη μιλάς. Είσαι εκτός της λογικής των καιρών. Σήμερα απαιτείται έπαρση αισθημάτων, διάπλατα ψηλά οι σημαίες. Ό,τι δεν κατακτήθηκε όλα τα χρόνια, τώρα πρέπει να κατακτηθεί.
- Εμπρός προχωρείτε, προχωρείτε.
Εσύ ξένος μέσα στο πλήθος.
- Κρατάει μια στάση που σ’ εκνευρίζει. Δεν σου απαντά. Μόνο σε κοιτάζει σαν χαζός. Μήπως νομίζει ότι έτσι θα κρύψει την κούρασή του; Τον καταλαβαίνω, μεγάλωσε και έσπασε πια.
- Δεν βαριέσαι, έτσι είναι αυτοί. Νομίζουν πως έπιασαν του πάπα τ’ αρχίδια. Όμως θα τα πούμε από δω και πέρα.
- Του έδωσα να καταλάβει. Τον στρίμωξα και δεν μπορούσε να πει κουβέντα. Όχι, θα τον άφηνα. Να σπέρνει την ηττοπάθεια σε στιγμές που το κίνημα είναι σε άνοδο. Πάνε αυτά, δεν περνάνε πια!
Λες και τίποτα δε συνέβη. Τόσο νερό, τόση βροχή κι αυτοί στεγνοί και αδιάβροχοι. Λένε πως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Σωστά! Απλώς, συνεχίζει με τον τρόπο της να καταγράφει γεγονότα που έρχονται και επανέρχονται με τη ρίζα τους αναλλοίωτη στο διάβα του χρόνου.
Τι είναι αλήθεια δικαίωση; Η καθολική κατάφαση ή η μοναξιά μέσα στο πλήθος; Μήπως το θράσος είναι το κλειδί που ανοίγει το δρόμο; Πότε η σιωπή επιτέλους νίκησε; Ποτέ! Πάντοτε τη σχίζει ένας θόρυβος!
Η προσφορά είναι αγάπη στο ανώνυμο πλήθος;
Με ενοχλεί αυτή η απρόσωπη αγάπη. Η αγάπη πρέπει να ξεκινάει από τις πηγές της. Αγάπη για τη μέρα που ξημερώνει, το φίλημα του άνθους με την πρωινή δροσοσταλίδα, τις φωνούλες των παιδιών. Η γλυκιά μορφή αυτής που μεγαλώνει μέσα της μια νέα ζωή. Η αγάπη στην απρόσωπη ανθρωπότητα είναι μια ακίνητη μορφή, ένα έκθεμα στα μουσεία για τους τουρίστες...
Νιώθω τόσο ανήμπορος μπροστά τους, σχεδόν ένοχος. Είναι η αμβλυμμένη μνήμη ή ένας τρόπος προσωπικής επιβίωσης; Χριστέ μου, ποια είναι η πρώτη ύλη που τους έπλασε; Εγώ σπαράσσομαι από προβλήματα κι αυτοί έχουν μια αυτάρκεια που με σοκάρει. Τι το στραβό πάει μ’ εμένα;
Χρειάζομαι αδήριτα ένα νέο σύστημα αυτοάμυνας για να επιζήσω. Έχασα την επικοινωνία με τους ανθρώπους. Είναι σύμπτωμα προσωπικό ή χαρακτηριστικό της εποχής; Βλέπεις ανθρώπους, μιλάς, γελάς, συζητάς, λες αστεία αλλά, παρόλα αυτά, εκείνη η παλιά σχέση, που ανοίγεις την καρδιά σου, που μοιράζεσαι τους καημούς και τις χαρές σου, πέρασε ανεπιστρεπτί. Διάλογοι κουφών, άνθρωποι ταμπουρωμένοι πίσω από κατασταλαγμένες απόψεις, ανταλλάσσουν κονταροχτυπήματα. Έχουμε πάψει να είμαστε ακροατές. Είναι ένας ρόλος σπάνιος σε μεγάλους. Μόνο σε παιδιά θα τον βρεις. Να ρωτάνε και να ρουφάνε τις απαντήσεις σου.
Θέλω ν’ ανακαλύψω πάλι τον εαυτό μου. Τον κατασπατάλησα μέσα στις συνεδριάσεις, στις ολομέλειες, στις κραυγές των συνθημάτων, στα κυνηγητά κλέφτες κι αστυνόμοι.
Έχω μέσα μου πολλές πληγές. Για να τις γιάνω χρειάζομαι βότανα, βότανα παρθένου λιβαδιού. Πίσω στις πηγές λοιπόν, εκεί που τα πρώτα ρυάκια δημιουργούνται, εκεί που το νερό ακουμπάει στο έδαφος, το τρίβει, το παίρνει μαζί του.
Αμπαρωθήκαμε στη βεβαιότητα του δίκιου μας κι όταν διαβήκαμε συμπληγάδες του μίσους, ξωκύλαμε. Τότε πήραμε θέσεις μάχης σ’ ένα παιχνίδι με σημαδεμένη τράπουλα. Γίναμε τόσο εύκολα οπαδοί λες κι ήμασταν γεννημένοι για τούτο. Στο πρώτο παζάρι που συναντήσαμε, πουλήσαμε τις αισθήσεις μας για ένα πινάκιο φακής. Στον έρανο που ζητήθηκε αρκούσε να δώσουμε το ένα μας χέρι. Μα εμείς δώσαμε και την καρδιά μας.
Θέλω τη μέση οδό.
Ούτε εκείνον που κυνηγά ασθμαίνοντας την επανάσταση που όλο και δεν έρχεται, αναστέλλοντας σ’ αυτό το κυνηγητό όλα τα ανθρώπινά του στοιχεία. Ούτε όμως κι εκείνον που πιστεύει ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση με αυτά είναι χαμένος χρόνος. Που θέλει να ζήσει μακριά κι έξω από αυτά αγνοώντας ότι τον ορίζοντα των κινήσεων του, το παιχνίδι της ζωής καθορίζεται, θέλεις δε θέλεις, από την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης. Το αντίθετο είναι στρουθοκαμηλισμός ή άγνοια.
Θέλω να είμαι ο μέσος άνθρωπος κρυμμένος μέσα στο ανώνυμο πλήθος.
Αντιπαθώ τη βρώμικη θάλασσα, τα χαμηλά βαρομετρικά συστήματα, τη γυναικεία σεμνοτυφία, το γερμανικό μιλιταρισμό. Μ’ αρέσουν οι κροκάλες στη θάλασσα, τα αστυνομικά μυθιστορήματα, η αίσθηση του χιούμορ, το γήπεδο της ΑΕΚ, ο μεγάλος Στέλιος Καζαντζίδης.
Μ’ ενοχλούν οι ουρές στη στάση, η αυτάρκεια στο πρόσωπο, τα τέλεια συστήματα, τα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο.
Πρέπει να σώσω τη λίγη ανθρωπιά που έμεινε μέσα μου. Αν δεν προσέξω σε λίγο θα μείνει το τίποτε.
Ιούνιος 1978
Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις
Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου