Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Συνόψιση 3
…. Αυτά τα χρόνια οι πιεστικές βιοτικές ανάγκες με οδήγησαν να εργάζομαι ως δάσκαλος. Δεν είχα αποφασίσει ακόμα οριστικά με τι θα ασχοληθώ. Αυτή η αμφίσημη θέση μου, αυτή η επαμφοτερίζουσα κατάσταση επέδρασε αρνητικά στη ψυχολογία μου. Έζησα συνθήκες «υπερκόπωσης» με μια μέτρια εργασιακή απασχόληση σε σχέση με αυτήν που στη συνέχεια και για πολλά χρόνια θα είχα, όταν οριστικά καταστάλαξα ότι αυτό θα είναι το επάγγελμά μου.
Έτσι το επάγγελμα που άσκησα ήταν δάσκαλος σ’ ένα μεγάλο φροντιστήριο. Δε μου ταίριαζε η δέσμευση στο δημόσιο και η γενικότερη ατμόσφαιρα που εκεί επικρατούσε. Εν είδει παρενθέσεως να αναφέρω εδώ ότι κανένας από την οικογένειά μου δεν επιδίωξε την σιγουριά και την «ασφάλεια» της κρατικής θέσης. Έτυχε ή ήταν σφραγισμένο στο DNA μας; Δεν ξέρω! Εκείνο που σημειώνω είναι ότι ποτέ δεν επιδιώξαμε γνωριμίες με τον τοπικό βουλευτή, ποτέ δεν διανοηθήκαμε να ζητήσουμε κάποιο ρουσφέτι από κανέναν, ακόμα και την περίοδο της μεγάλης ανέχειας.
Μαζί με πολλούς άλλους συναδέλφους καθηγητές προετοιμάσαμε στο Φροντιστήριο δεκάδες χιλιάδες μαθητές για την εισαγωγή τους σε μια Πανεπιστημιακή σχολή. Αυτό κατορθώθηκε κυρίως με τις δικές τους πνευματικές ικανότητες, αλλά όμως και με τη δική μας καθοδήγηση και συμβολή. Σήμερα ένας μεγάλος αριθμός τελειωμένοι απόφοιτοι Πανεπιστημίων, που κυκλοφορούν στη χώρα και το εξωτερικό υπήρξαν μαθητές μου. Πολλοί μάλιστα από αυτούς έχουν αξιοζήλευτη πορεία και αυτό με γεμίζει με την αυτονόητη περηφάνια.
Σα δάσκαλος, μάλλον ήμουν καλός. Προσπάθησα να εμπλουτίζω το μάθημα και με άλλα στοιχεία χρήσιμα κατά την άποψη μου στον νέον άνθρωπο. Ίσως γι’ αυτό απόκτησα το προσωνύμιο: Ο Θείος! Κάποια στιγμή που ολοκληρώθηκε ο χρόνος και έφτασα στη συντάξιμη ηλικία έγινα απόμαχος της εργασίας. Είχα πια εξηνταπενταρίσει. Τώρα βρίσκομαι σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου και νομίζω ότι περνάω σχετικά καλά, αν αγνοήσεις το γεγονός ότι ο χρόνος που περνάει είναι αδυσώπητος και αφήνει δυστυχώς πίσω του όλο και σαφέστερα τα ίχνη του.
Ας έρθω τώρα στη δεύτερη κατηγορία θεμάτων στην οποία θέλω να αναφερθώ, δηλαδή να περιγράψω κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του χαρακτήρα μου και τις αλλαγές που επήλθαν σ’ αυτά στη διάρκεια του χρόνου. Με την ευκαιρία θα κάνω κάποιες νύξεις και στα πολιτικά δρώμενα της χώρας σε κάποιους κατά την προσωπική μου άποψη μύθους, που ευρύτερα κυκλοφορούν.
Η ανέχεια των παιδικών χρόνων, όπως ξανά είπα, στένεψε εξαρχής τον χαρακτήρα μου, τον έκανε παραπονιάρη και μίζερο, του περιόρισε το εύρος των γνώσεων και άρα των ενδιαφερόντων. Αυτό είναι ένα αφετηριακό αρνητικό δεδομένο. Οι σκληρές συνθήκες της εποχής συνδυασμένες με τη ειδική ατμόσφαιρα της γειτονιάς μου σφυρηλάτησαν έναν ανθεκτικό μεν χαρακτήρα, για να αντέχει στις υλικές δυσκολίες, που έτσι κι αλλιώς υπήρχαν, αλλά τον άφησαν εκτός από μια μεγάλη και χρήσιμη γκάμα ανθρώπινων ενδιαφερόντων, ενώ συγχρόνως τον φιλοδώρησαν με μια σειρά κόμπλεξ και αναστολές που τον συντρόφευσαν σ’ όλη την υπόλοιπη διάρκεια της ζωής του.
Ιδιαίτερα με ενδιέφεραν οι άνθρωποι, η ιστορία και οι περιπέτειές τους. Τα αντικείμενα, οι τεχνικές κατασκευές, ο τρόπος λειτουργίας τους, ποτέ δεν συγκέντρωσαν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μου. Παρατηρούσα τον υλικό κόσμο με τη γενική ματιά, σαν αυτό που λέμε διαγώνιο διάβασμα. Μ’ άρεσε ένα όμορφο τοπίο, αλλά δεν συγκέντρωνα το ενδιαφέρον μου σε λεπτομέρειες της μορφής αυτού του πράγματος. Όλο αυτό θα το έβαζα κάτω από τον εξής τίτλο:
Πλήρης έλλειψη καλλιτεχνικής φλέβας!
Τα χέρια μου δεν είχαν την παραμικρή δεξιοτεχνία στις οποιασδήποτε κατασκευές και όταν μια τέτοια κατασκευή ερχόταν ενώπιον μου δεν μου ξυπνούσε κανένα ενδιαφέρον για τις δομές της και τη λογική της λειτουργίας της. Αν έχωνα το χέρι μου το πιθανότερο αποτέλεσμα θα ήταν να την καταστρέψω. Αυτό ήταν ένα μεγάλο μειονέκτημα που επίσης με συντρόφευσε στη ζωή.
Είναι χαρακτηριστική η αφοσίωση και η αγάπη πολλών άλλων για τις μηχανές κάθε μορφής, για τα τεχνικά τους δεδομένα, τα αυτοκίνητα, τα μοντέλα. Όλες αυτές οι συζητήσεις που πολλές φορές είναι έντονες και μακρόχρονες προσωπικά τις αντιμετώπιζα με συγκατάβαση, αλλά στην ουσία με άφηναν παντελώς αδιάφορο. Έτσι εξηγείται που δεν έδειξα ποτέ ενδιαφέρον να μάθω οδήγηση, να γνωρίζω τη λειτουργία των πολυποίκιλων ηλεκτρονικών συσκευών, να μείνω τόσο πίσω γενικά στη τεχνολογία. Όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι σπούδασα Φυσική και έπρεπε λογικά να είμαι μέσα στα πράγματα.
Είναι ευκαιρία εδώ να ομολογήσω κάτι. Από πολύ νωρίς λάτρεψα τα Μαθηματικά, ένιωσα τη χαρά να λύνω δύσκολα προβλήματα και κατά ένα ασαφή στην αρχή τρόπο είχα την αίσθηση της λογικής ακολουθίας και ενότητας που αυτά παρουσιάζουν. Μαθηματικός ξεκίνησα να γίνω, στη σχολή αυτή έδωσα εξετάσεις. Στο Φυσικό έδωσα συμπληρωματικά, με το τότε υπάρχον σύστημα εξετάσεων, για λόγους ανασφάλειας. Το γεγονός ότι «παρασύρθηκα» από συμβουλές τρίτων να πάω στο Φυσικό, ενώ είχα πετύχει και στο Μαθηματικό, είναι ένα από τα πολλά λάθη της ζωής μου για το οποίο βεβαίως αποκλειστικά υπεύθυνος είμαι εγώ. Όμως δεν το ομολόγησα ποτέ στους μαθητές μου. Θα ήταν παιδαγωγικά απαράδεκτο κάτι τέτοιο. Στην αρχή του πρώτου έτους σπουδών, μου πέρασε από το μυαλό να δώσω πάλι εξετάσεις, αυτή τη φορά στη Φιλολογία, πράγμα όμως που δεν το έκανα. Όταν λίγο αργότερα άρχισα να ασχολούμαι με τη πολιτική ήθελα να σπουδάσω… Οικονομία. Όλα αυτά δείχνουν και τα στοιχεία της αστάθειας του χαρακτήρα μου, αλλά όμως λίγο-πολύ έτσι δεν είναι οι περισσότεροι άνθρωποι; Τουλάχιστον ας το υποθέτω ότι έτσι είναι, για να παρηγορηθώ. Ένα από τα σχέδιά μου ήταν να γυρίσω ως καθηγητής στην ιδιαίτερη μου πατρίδα. Όμως οι περιπέτειες που παρενεβλήθησαν ακύρωσαν οριστικά αυτά τα σχέδια.
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου