Το μαγαζί το είχε σταμπάρει από πριν. Μπήκε αποφασιστικά μέσα κι εξήγησε τι θέλει. Ο μαγαζάτορας του έδειξε διάφορες ποιότητες. Εκείνο που τον ενδιέφερε είναι η αντοχή τους.
«Κι ένα τόνο μπορεί ν’ αντέξει, κύριε!»
«Α! Εντάξει. Κόψτε μου πέντε μέτρα..»
«Θα σας φτάσει;»
«Και περισσεύει… Σας παρακαλώ τυλίξτε το ..»
Μαζεμένο σε μια κομψή μικρή κουλούρα, τυλιγμένο με μια ουδέτερη κορδέλα. Όλα έπρεπε να γίνουν με πρόγραμμα και τάξη. Βασικό γνώρισμα ολόκληρης της ζωής του.
Όταν έφτασε στο σπίτι γδύθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Φεύγοντας το πρωί είχε φροντίσει να υπάρχει ζεστό νερό. Λούστηκε με ιδιαίτερη φροντίδα, έκοψε νύχια στα πόδια και τα χέρια. Με το ψαλιδάκι εξαφάνισε μερικές τρίχες που με θράσος έβγαιναν απ’ τα ρουθούνια του. Ξυρίστηκε με προσοχή και με μπαγιονέτες καθάρισε επιμελώς τ’ αυτιά του.
Πασαλείφτηκε, χωρίς φειδώ, με την κολόνια που είχε για ειδικές περιπτώσεις και φόρεσε καινούρια εσώρουχα που προμηθεύτηκε από την προηγούμενη μέρα. Έβαλε το καλό ρολόι με το χρυσό μπρασελέ και με ικανοποίηση είδε ότι έχει αρκετό χρόνο μπροστά του μέχρι να έρθει το ταξί.
Κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο του κι άνοιξε το συρτάρι με τα προσωπικά ενθυμήματα, που του είχαν απομείνει. Είδε μια προς μια τις φωτογραφίες και κάποιες τις χάιδεψε με τρυφερότητα. Κάθε πράγμα εκεί μέσα, του έφερνε στο νου, εικόνες, συμβάντα, πρόσωπα. απώλειες. Μ’ άλλα λόγια μια συμπυκνωμένη περιήγηση της ζωής του. Δεν ήταν καιρός για αξιολόγηση ή κριτική. Αυτή ήταν η ζωή του …
Εκεί ξεχάστηκε λίγο και κάποια στιγμή είδε το ρολόι. Πετάχτηκε όρθιος. Σ’ ένα πεντάλεπτο θα ερχόταν το ταξί. Έκλεισε το συρτάρι. Ντύθηκε βιαστικά, αλλά και με φροντίδα, με ρούχα που από πριν είχε ξεχωρίσει. Η μόνη αλλαγή με το σύνηθες ήταν πως δεν φόρεσε γραβάτα. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο ότι το ταξί είναι από κάτω, μόλις που είχε ολοκληρώσει την προετοιμασία του. Αρπάζοντας την κουλούρα και ρίχνοντας ένα βλέμμα γύρω, έκλεισε πίσω του την πόρτα…
Ήταν πια δειλινό. Χαιρέτησε ευγενικά τον οδηγό και μπήκε στην πίσω θέση. Του είπε χοντρικά τον προορισμό του. Όταν το ταξί κινούνταν στον επαρχιακό δρόμο ο επιβάτης είπε απότομα στον οδηγό να σταματήσει. Εκείνος έκπληκτος υπάκουσε και με απορία γύρισε να τον ρωτήσει.
«Εδώ θέλετε; Μα είναι ερημιά»
«Μια χαρά είναι. Κράτα τα ρέστα..»
«Να σας περιμένω;»
«Όχι. Να πας στο καλό. Ευχαριστώ»
Όταν τα φώτα του ταξί χάθηκαν, αυτός κατευθύνθηκε με σιγουριά σε μέρος που φαίνεται το ήξερε από πριν. Όταν έφτασε στο μεγάλο πεύκο στηρίχτηκε στον κορμό του για λίγο. Ήξερε με ακρίβεια τα επόμενα βήματά του. Απλώς έκανε στάση για μια ανάσα. Με ιδιαίτερη αναρριχητική ικανότητα σκαρφάλωσε στο χοντρό κλάδο που από παλαιότερες επισκέψεις ήξερε.
Άνοιξε το δέμα που είχε στην τσέπη του. Στο ένα άκρο έκανε έναν βρόχο και το άλλο άκρο το έδεσε στον στέρεο κλάδο. Να που οι γνώσεις του σε ναυτικούς κόμπους που είχε μάθει στην προσκοπική του περίοδο του φάνηκαν τελικά χρήσιμοι. Πέρασε τον βρόχο στο λαιμό του κι έριξε μια τελευταία ματιά γύρω του. Όταν πήδηξε στο κενό δεν μίλησε καθόλου. Ο μόνος ήχος που ακούστηκε στην ηρεμία που επικρατούσε στο χώρο, εκείνη τη στιγμή ήταν ο κρότος του λαιμού του που έσπαζε κάτω από τη μεγάλη πίεση του βάρους του..
Οι λίγοι γνωστοί του αναρωτήθηκαν για τα αίτια της τραγικής του πράξης, αλλά παρά το επιμελημένο ψάξιμο δεν βρέθηκε κανένα σημείωμα που να εξηγεί τα κίνητρά του.
«Κι ένα τόνο μπορεί ν’ αντέξει, κύριε!»
«Α! Εντάξει. Κόψτε μου πέντε μέτρα..»
«Θα σας φτάσει;»
«Και περισσεύει… Σας παρακαλώ τυλίξτε το ..»
Μαζεμένο σε μια κομψή μικρή κουλούρα, τυλιγμένο με μια ουδέτερη κορδέλα. Όλα έπρεπε να γίνουν με πρόγραμμα και τάξη. Βασικό γνώρισμα ολόκληρης της ζωής του.
Όταν έφτασε στο σπίτι γδύθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Φεύγοντας το πρωί είχε φροντίσει να υπάρχει ζεστό νερό. Λούστηκε με ιδιαίτερη φροντίδα, έκοψε νύχια στα πόδια και τα χέρια. Με το ψαλιδάκι εξαφάνισε μερικές τρίχες που με θράσος έβγαιναν απ’ τα ρουθούνια του. Ξυρίστηκε με προσοχή και με μπαγιονέτες καθάρισε επιμελώς τ’ αυτιά του.
Πασαλείφτηκε, χωρίς φειδώ, με την κολόνια που είχε για ειδικές περιπτώσεις και φόρεσε καινούρια εσώρουχα που προμηθεύτηκε από την προηγούμενη μέρα. Έβαλε το καλό ρολόι με το χρυσό μπρασελέ και με ικανοποίηση είδε ότι έχει αρκετό χρόνο μπροστά του μέχρι να έρθει το ταξί.
Κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο του κι άνοιξε το συρτάρι με τα προσωπικά ενθυμήματα, που του είχαν απομείνει. Είδε μια προς μια τις φωτογραφίες και κάποιες τις χάιδεψε με τρυφερότητα. Κάθε πράγμα εκεί μέσα, του έφερνε στο νου, εικόνες, συμβάντα, πρόσωπα. απώλειες. Μ’ άλλα λόγια μια συμπυκνωμένη περιήγηση της ζωής του. Δεν ήταν καιρός για αξιολόγηση ή κριτική. Αυτή ήταν η ζωή του …
Εκεί ξεχάστηκε λίγο και κάποια στιγμή είδε το ρολόι. Πετάχτηκε όρθιος. Σ’ ένα πεντάλεπτο θα ερχόταν το ταξί. Έκλεισε το συρτάρι. Ντύθηκε βιαστικά, αλλά και με φροντίδα, με ρούχα που από πριν είχε ξεχωρίσει. Η μόνη αλλαγή με το σύνηθες ήταν πως δεν φόρεσε γραβάτα. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο ότι το ταξί είναι από κάτω, μόλις που είχε ολοκληρώσει την προετοιμασία του. Αρπάζοντας την κουλούρα και ρίχνοντας ένα βλέμμα γύρω, έκλεισε πίσω του την πόρτα…
Ήταν πια δειλινό. Χαιρέτησε ευγενικά τον οδηγό και μπήκε στην πίσω θέση. Του είπε χοντρικά τον προορισμό του. Όταν το ταξί κινούνταν στον επαρχιακό δρόμο ο επιβάτης είπε απότομα στον οδηγό να σταματήσει. Εκείνος έκπληκτος υπάκουσε και με απορία γύρισε να τον ρωτήσει.
«Εδώ θέλετε; Μα είναι ερημιά»
«Μια χαρά είναι. Κράτα τα ρέστα..»
«Να σας περιμένω;»
«Όχι. Να πας στο καλό. Ευχαριστώ»
Όταν τα φώτα του ταξί χάθηκαν, αυτός κατευθύνθηκε με σιγουριά σε μέρος που φαίνεται το ήξερε από πριν. Όταν έφτασε στο μεγάλο πεύκο στηρίχτηκε στον κορμό του για λίγο. Ήξερε με ακρίβεια τα επόμενα βήματά του. Απλώς έκανε στάση για μια ανάσα. Με ιδιαίτερη αναρριχητική ικανότητα σκαρφάλωσε στο χοντρό κλάδο που από παλαιότερες επισκέψεις ήξερε.
Άνοιξε το δέμα που είχε στην τσέπη του. Στο ένα άκρο έκανε έναν βρόχο και το άλλο άκρο το έδεσε στον στέρεο κλάδο. Να που οι γνώσεις του σε ναυτικούς κόμπους που είχε μάθει στην προσκοπική του περίοδο του φάνηκαν τελικά χρήσιμοι. Πέρασε τον βρόχο στο λαιμό του κι έριξε μια τελευταία ματιά γύρω του. Όταν πήδηξε στο κενό δεν μίλησε καθόλου. Ο μόνος ήχος που ακούστηκε στην ηρεμία που επικρατούσε στο χώρο, εκείνη τη στιγμή ήταν ο κρότος του λαιμού του που έσπαζε κάτω από τη μεγάλη πίεση του βάρους του..
Οι λίγοι γνωστοί του αναρωτήθηκαν για τα αίτια της τραγικής του πράξης, αλλά παρά το επιμελημένο ψάξιμο δεν βρέθηκε κανένα σημείωμα που να εξηγεί τα κίνητρά του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου