Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Υπηρέτησα την πατρίδα

(μνήμες και σκηνές από τη θητεία μου στο στρατό)

α) Πρόλογος

Δεν έχω καμιά, μα καμιά, αντίρρηση για την αυτονόητη υποχρέωση κάθε νέου Έλληνα πολίτη να υπηρετήσει την πατρίδα του. Δηλαδή να κάνει τη στρατιωτική του εκπαίδευση, να πάρει τις αναγκαίες γνώσεις χειρισμού των όπλων, να ζήσει σε συνθήκες τήρησης κανόνων πειθαρχίας και ομαδικής ζωής. Εννοείται ότι όλα συνοδεύονται με την εσωτερική ευχή μου αυτά ποτέ να μην χρειαστούν στο μέλλον. Αν όμως, κακιά τη μοίρα, χρειαστούν σε κάποια φάση; Τότε τι γίνεται;
Βλέπεις είμαστε σε τέτοια γεωπολιτική θέση, που πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη κι ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αυτό μας λέει η μελέτη της ιστορίας μας. Επιπλέον προσθέτω το γεγονός ότι πολλές φορές η εμπλοκή μας σε μια σύρραξη δεν ήταν καθόλου στις επιλογές μας, αλλά έγινε αναπόφευκτη εκ των πραγμάτων.

  Είναι ουτοπικό να θεωρεί κάποιος ότι οι καλές προθέσεις και οι φιλειρηνικές διακηρύξεις και η αυτονόητη διάθεση του απλού πολίτη για διαρκή ειρήνη είναι ο αναγκαίος και ικανός όρος για  να αποτραπούν οι συρράξεις, αλλά και οι εμφύλιοι σπαραγμοί. Μια σύντομη ανάγνωση της ιστορικής διαδρομής του ανθρώπου πάνω στη Γη επαληθεύει του λόγου το αληθές.
 Αυτό, το πλέον προωθημένο πλάσμα στη Γη, που ονομάζεται άνθρωπος μαζί με τα ευάριθμα προτερήματα που το έκαναν κυρίαρχο στη φύση μεταφέρει από τη γέννηση του μια σειρά ελαττωμάτων, όπως η πλεονεξία, η αρπακτικότητα, η απληστία και τόσα άλλα που έχουν καταγραφεί στην διάρκεια της παρουσίας του πάνω στη Γη. Τα εκατομμύρια των θυμάτων από την ατέλειωτη αλυσίδα πολέμων είναι η ατράνταχτη απόδειξη του παραπάνω συλλογισμού.
Εννοείται όμως ότι η θετική διάθεσή σου να υπηρετήσεις την πατρίδα θα βρει τον αντίστοιχο σεβασμό από τη στρατιωτική ιεραρχία, την ηγεσία δηλαδή του κλάδου. Αυτή θα αντιμετωπίσει, χωρίς διακρίσεις και διαχωρισμούς όλα τα παιδιά του Έθνους, όταν έρθει η σειρά τους να καταταγούν στο στράτευμα. Δυστυχώς τα πράγματα στην εποχή μου δεν ήταν καθόλου έτσι. Στις περασμένες δεκαετίες, τουλάχιστον σ’ αυτές που εγώ ντύθηκα στο χακί, τα πράγματα ήταν αντίθετα, εντελώς διαφορετικά. Η ηγεσία του στρατεύματος έκανε αφάνταστες διακρίσεις σε βάρος μιας κατηγορίας παιδιών που εμφορούνταν από την αριστερή ιδεολογία και χωρίς κανένα συγκρατημό ή ηθική αναστολή τα ποδοπατούσε.
 Ξεχάστηκε το γεγονός ότι ο Στρατός είναι εθνικός θεσμός  εντεταλμένος όταν χρειαστεί να είναι σε θέση να υπερασπιστεί την ακεραιότητα της χώρας. Αντίθετα έγινε ο άκριτος υπερασπιστής μιας μερίδας που βγήκε νικήτρια από την εμφύλια διαμάχη. Τους «αντιπάλους» τους καταδίωξε με λύσσα, τους στέρησε από αυτονόητα δικαιώματα και το χειρότερο αμφισβήτησε a priori την αγάπη τους για την πατρίδα. Μονοπώλησε το είδος και χαρακτήρισε τους έχοντες διάφορη ιδεολογία ως πράκτορες του εχθρού, Βούλγαρους, συμμορίτες και τόσα άλλα. Για αυτό το έγκλημα δε ζήτησε ποτέ συγνώμη. Όχι ως άτομα –αυτό λίγο μ’ ενδιαφέρει-, αλλά ως συλλογικός θεσμός.  Πότε αλήθεια ζήτησε συγνώμη για την επάρατη δικτατορία που επέβαλλε το 1967 στη χώρα;
 Με ποιο δικαίωμα με φιλοδώρησε με απολυτήριο στο οποίο αναγράφεται διαγωγή ΚΑΚΗ, όταν στη διάρκεια των 26 μηνών θητείας μου ( 24+2 ) στο στρατό το μόνο μου παράπτωμα  ήταν η ανυποχώρητη εμμονή μου να αρνούμαι να καταδικάσω μια ιδεολογία την οποία τότε πίστευα ως σωστή;  Άνθρωποι μικρόνοες και πολλές φορές παραδόπιστοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι σε κάποιους άλλους ανθρώπους η αξιοπρέπεια είναι πολύ πιο πάνω από εκφοβισμούς, τιμωρίες και ό,τι άλλο περνούσε από την ελλειπτική γκλάβα τους…

α) Η ψυχολογική προετοιμασία



Το 1965 ήμουν σε αδιέξοδο. Ενώ το 1961 άρχισα τις σπουδές με δύναμη και αποφασιστικότητα, που φάνηκε ανάγλυφα στις εξετάσεις του πρώτου και δεύτερου έτους με τα επιτυχή αποτελέσματα στις τμηματικές εξετάσεις, στη συνέχεια η απασχόληση μου με τα συνδικαλιστικά φοιτητικά δρώμενα και αργότερα η ένταξη μου σε πολιτική οργάνωση μετέβαλαν τα δεδομένα προς το χειρότερο.
 Στα δυο πρώτα χρόνια των σπουδών μου δεν υπήρχε ακόμα κι ο θεσμός της μεταφοράς των μαθημάτων που καθιερώθηκε την επόμενη χρονιά κι έτσι αν δεν περνούσα όλα τα μαθήματα θα έχανα ολόκληρο το έτος και μάλιστα χωρίς κατοχύρωση των μαθημάτων που θα είχα προβιβάσιμο βαθμό. Ευτυχώς δεν ένιωσα κι αυτήν την άσχημη εμπειρία της αποτυχίας.
  Δεν διέθετα την ωριμότητα και την εμπειρία να ισομοιράζω το χρόνο μου ανάμεσα στις νέες ασχολίες και στις υποχρεώσεις μου ως φοιτητού. Ίσως, αυτό να είναι μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα μου, πράγμα που επαληθεύτηκε και σε μεταγενέστερες φάσεις της ζωής μου. Όταν κάτι με ενθουσιάσει δίνομαι ολόκληρος χωρίς αναστολές κι αμφιβολίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παράτησα.
  Είναι χαρακτηριστική η συμπεριφορά μου στο τρίτο έτος. Τα μαθήματα του έτους ήταν οκτώ και στην περίοδο του Ιουνίου, λόγω άλλων «υποχρεώσεων», δεν έδωσα κανένα μάθημα. Έτσι στην περίοδο του Οκτωβρίου έπρεπε να κάνω επιλογή. Κάθισα όλο τον Σεπτέμβριο και διάβασα ασταμάτητα μόνο τα έξη από τα οκτώ διακινδυνεύοντας πως αν χάσω ένα να παραμείνω στο ίδιο έτος. Τώρα στο τρίτο έτος μπορούσα να τα μεταφέρω στο επόμενο τα δυο. Σε συνθήκες οικονομικών στερήσεων πέτυχα τους στόχους και πέρασα στο τέταρτο έτος.
  Από εκεί και πέρα αυξήθηκαν οι πολιτικές και συνδικαλιστικές μου υποχρεώσεις. Κεντρικό συμβούλιο της νεολαίας Λαμπράκη, 5ο πανσπουδαστικό συνέδριο, εκλογή μου ως γενικός γραμματέας της ΕΦΕΕ. Όλα αυτά δεν μου άφηναν χρόνο για την παρακολούθηση των μαθημάτων. Εκ των πραγμάτων άλλαξα χώρους, γνωριμίες και υπήρξε μια απομάκρυνση από τους συμφοιτητές του έτους μου, που με βάση το τότε ισχύον σύστημα αυτοί ήταν που επιβεβαίωσαν με την ψήφο τους την εκλογή μου την επόμενη χρονιά.
Οι συνέπειες ήταν αναπόφευκτες. Άρχισε να δημιουργείται ένα χάσμα με αυτούς  που μεγάλωνε προϊόντος του χρόνου, με ευθύνη δική μου φυσικά, εξαιτίας και της ντροπής που ένιωθα απέναντί τους, ενώ σε μένα άρχισαν να σωρεύονται εκκρεμότητες σε παρουσίες, κυρίως σε εργαστήρια. Βλέπεις το Φυσικό τμήμα είχε πολλές υποχρεώσεις και δεν μπορούσες εσύ να τις αγνοείς με την απουσία σου. Από τους φίλους και ψηφοφόρους μου αυτό ερμηνεύτηκε ότι πια κινούμαι σε άλλους «υψηλότερους κύκλους» και δεν έδινα πια σημασία στο έτος μου. Ότι τα μυαλά μου πήραν αέρα και δεν τους έδινα πια σημασία, όπως παλαιότερα.
Έτσι είναι. Δεν γίνεται να είναι όλα δικά σου. Και το σκυλί να είναι χορτάτο και το ψωμί να παραμένει ολόκληρο.
Η θητεία μου στην ΕΦΕΕ δεν ήταν και από τις πιο επιτυχημένες. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο σε προσωπικές μου αδυναμίες, αλλά είχε κυρίως σχέση με την αλλαγή του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων μετά τη σαρωτική νίκη της Ένωσης Κέντρου στις εκλογές του 1964. Πρέπει να το πούμε καθαρά και ξάστερα. Από το 4ο και 5ο  φοιτητικά συνέδρια αναδείχθηκαν κεντρικά συμβούλια όπου επικρατούσε κατά κράτος η παράταξη της Αριστεράς. Αυτό έχει πολλές ερμηνείες. Πρώτον στις φοιτητικές εκλογές λάβαινε μέρος ένα μόνο ποσοστό των εγγεγραμμένων στους καταλόγους φοιτητών, Κατά κριτήριο ο αριστερός ήταν παρών. Δεύτερον οι αριστεροί συνδικαλιστές έδιναν μάχες στα ακανθώδη κι άλυτα μέχρι τότε φοιτητικά προβλήματα και είχαν αντίστοιχες επιτυχίες. Αυτός ο ακτιβισμός αναγνωριζόταν από ευρύτερο κύκλο νέων που αυτά τα προβλήματα τους αφορούσαν προσωπικά. Τρίτον ήταν οι πολυπληθείς αντιπροσωπίες από φοιτητικούς συλλόγους του εξωτερικού εκεί που οι δυο προηγούμενοι λόγοι ήταν πιο χρωματισμένοι, Τέταρτον ο αγώνας ενάντια στη φασιστική ΕΚΟΦ λειτουργούσε συσπειρωτικά για όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις μέχρι τη στιγμή που ξύπνησε η κεντρώα παράταξη, που όντας τώρα εξουσία, διεκδικούσε με δύναμη και απαίτηση να εκφραστεί με την πρέπουσα αναλογία και η παρουσία της στη φοιτητική ηγεσία.
Αφορμή βρήκε στην πρόχειρη δική μας πρωτοβουλία να εξασφαλίσουμε τη νομική αναγνώριση του καταστατικού της ΕΦΕΕ. Κάτι που θεωρητικά ήταν λογικά ερμηνεύσιμο. Ενώ η πρόθεση ήταν σωστή η χρονική συγκυρία πλήρως αποτυχημένη. Το πανίσχυρο συγκρότημα του Λαμπράκη άρχισε έναν στοχευμένο και λυσσαλέο αγώνα ενάντια στην ΕΦΕΕ, στηριζόμενη σε επουσιώδη θέματα και τυπικές παραλείψεις.
Όταν ήρθε η ώρα του απολογισμού στο 6ο συνέδριο ο συσχετισμός των δυνάμεων είχε πλήρως ανατραπεί. Ο ανάποδος τώρα φανατισμός έφτασε μέχρι την καταψήφιση των πεπραγμένων του απερχόμενου Κεντρικού Συμβουλίου. Στάση που ήταν κατάφωρα άδικη, υποτιμούσε τους αγώνες που είχαν γίνει αυτό το διάστημα και εμπεριείχε το στοιχείο της εκδίκησης.
  Η αλήθεια να λέγεται. Έπρεπε έγκαιρα η πλειοψηφούσα Αριστερά να μοιράσει την εξουσία με τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις και να καλλιεργήσει τους δεσμούς συμμαχίας και ενότητας σαν γενική αρχή, αλλά και ενόψει των εξελίξεων που διαφαίνονταν στα επόμενα χρόνια. Μετά την ολοκλήρωση των υποχρεώσεών μου στην ΕΦΕΕ υπήρξε ένα κενό μέσα μου. Το ερώτημα έμπαινε από μόνο του: Και τώρα τι γίνεται;
 Εκ των υστέρων η σωστή απάντηση είναι μπροστά στα μάτια μου. Έπρεπε να επιστρέψω στη σχολή μου και να δώσω τη μάχη κάλυψης των κενών που είχαν δημιουργηθεί. Να τελειώσω τις σπουδές μου και μετά βλέπουμε. Όμως δεν έκανα αυτή την επιλογή. Ίσως αν το έκανα η ζωή μου, με βάση τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν, να κυλούσε διαφορετικά. Όμως με υποθέσεις δεν γράφεται η ιστορία. Αυτή αμείλικτη καταγράφει τα συμβάντα.
Το προεδρείο της Νεολαίας Λαμπράκη, τότε, μου ανέθεσε την παρακολούθηση των οργανώσεων της Θεσσαλίας. Μάζεψα το λιτό μου νοικοκυριό κι εγκαταστάθηκα στο Βόλο, χωρίς να έχω τη συνείδηση των πραγμάτων. Υπήρχαν μια σειρά μειονεκτήματα που σιγά-σιγά θα τα αφομοίωνα. Πρώτον δεν είχα καθόλου εμπειρία καθοδηγητικής κι οργανωτικής κομματικής δουλειάς. Όλα τα προηγούμενα χρόνια ήμουν υπεύθυνος μαζικής δραστηριότητας, λόγω και της συνδικαλιστικής μου ιδιότητας, ακόμα πριν οργανωθώ στη νεολαία.
Προσπάθησα φιλότιμα να ανταποκριθώ στα νέα μου καθήκοντα. Είχα όμως μια σειρά μειονεκτήματα εκείνη την εποχή. Πρώτον δεν υπήρχε μεταφορικό μέσο και χρήματα για τις μετακινήσεις. Παρ’ όλα αυτά με το τρένο ή το λεωφορείο των ΚΤΕΛ επισκέφτηκα πολλές φορές τις πρωτεύουσες των νομών και κάποια από τα κεφαλοχώρια της περιοχής. Για τις αναγκαίες διανυχτερεύσεις στηριζόμουν στην φιλοξενία τοπικών στελεχών της νεολαίας. Πρέπει, στη θέση αυτή, να υπενθυμίσω τις σκληρές συνθήκες της εποχής και την αστυνομία να παρακολουθεί κάθε μας κίνηση σου και τις απόπειρες άμεσου εκφοβισμού που συνεχώς αντιμετωπίζαμε.
  Είναι προφανές ότι στη δική μου περιοχή του Βόλου η δραστηριότητα ήταν πιο έντονη με το άνοιγμα νέων γραφείων, με την έκδοση τριών ή τεσσάρων αντιτύπων εφημερίδας τοίχου, με συγκέντρωση της νεολαίας στη Νέα Ιωνία κα.  Κάνοντας μια συνόψιση της απόδοσής μου μπορώ να πω πως κουτσά στραβά ανταποκρίθηκα στις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που μου είχαν ανατεθεί.
Όμως το αδιέξοδο μέσα μου μεγάλωνε και το ερώτημα τι θα κάνω στη ζωή μου με τις εκκρεμότητες που υπήρχαν έγινε σφικτός κλοιός στη σκέψη μου. Κάποια στιγμή κατέληξα σε μια απόφαση. Θα πάω στρατιώτης να τελειώσω με αυτήν την υποχρέωση. Είχα όλες τις πληροφορίες για τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζα, τα δυο επόμενα χρόνια, αλλά δεν γινόταν διαφορετικά.
 Στα κεντρικά γραφεία έφτασε αυτή η είδηση και ο γραμματέας Τάκης Μπενάς με πήρε τηλέφωνο κι αυστηρά μου είπε να κατέβω στην Αθήνα. Προσπάθησα να το αποφύγω με τη δικαιολογία ότι δεν έχω λεφτά για τα εισιτήρια, κάτι που ήταν κι αλήθεια. Μου είπε θα τα πληρώσουμε εμείς. Έτσι αναγκαστικά κατέβηκα κάτω, αλλά η προσπάθειά τους να με μεταπείσουν πήγε στράφι. Η απόφαση μέσα μου είχε κλειδώσει. Τον Ιανουάριο του 1966 η περιπέτεια άρχιζε.



γ)  Κατάταξη στο κέντρο νεοσυλλέκτων της Κορίνθου


Στην Κόρινθο έφτασα στις 24 Ιανουαρίου 1966 και μπήκα στο στρατόπεδο με σφιγμένη την καρδιά και με πελώρια ερωτήματα τι θα γίνει στη συνέχεια. Μια αχτίνα αισιοδοξίας ήταν το γεγονός πως εκεί συνάντησα συντρόφους των φοιτητικών χρόνων και αυτό είναι πάντα ένα ψυχολογικό στήριγμα ό,τι και να πεις.
Άρχισε το θέατρο του παραλόγου. Γυμνοί μέσα σε έναν τεράστιο στεγασμένο χρόνο για τις ιατρικές εξετάσεις. Μια εικόνα τραγική. Μια σειρά νέοι με πραγματικούς και άλλοι με προσχηματικούς λόγους να δίνουν τη μάχη να πάρουν το χαρτί της προσωρινής ή οριστικής αναβολής. Παιδιά με ψυχολογικά προβλήματα, με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες και ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σου. Η επόμενη φάση ήταν η πιο πιεστική και δείγμα μιας εποχής που ελπίζω να πέρασε ανεπιστρεπτί.
Έτσι όπως ήμασταν γυμνοί μας μοίρασαν ένα μεγάλο χαρτί με μια σειρά ερωτήσεων. Πέρα από τις αρχικές που αναφέρονταν στα προσωπικά στοιχεία η υπόλοιπη λίστα αφορούσε ηλίθιες και κακότροπες πολιτικής φύσεως ερωτήσεις, που προφανώς δεν μπορούσαν να απαντηθούν από μένα. Ήταν η πρώτη προσπάθεια εξανδραποδισμού της προσωπικότητας μου.
  Έγραψα μόνο το ονοματεπώνυμο και τον υπόλοιπο χώρο με τις πολυάριθμες ερωτήσεις τον διέγραψα μ’ ένα τεράστιο Χ. Όταν έφτασε η σειρά μου να το παραδώσω άρχισαν τα όργανα. Σε δυο συνεχόμενα τραπέζια ήταν τρεις αξιωματικοί, που παραλάμβαναν τα συμπληρωμένα χαρτιά και επί τόπου έκαναν τον πρώτο έλεγχο. Στο πρώτο τραπέζι δυο λοχαγοί και στο διπλανό ένας αντισυνταγματάρχης. Όταν ο πρώτος λοχαγός πήρε στα χέρια του το χαρτί και του έριξε μια ματιά πετάχτηκε όρθιος και με μια αγριοφωνάρα, επίτηδες να ακουστεί από τους πάντες, μου είπε
«Μασόνος είσαι παιδί μου; Κάτσε αμέσως στην καρέκλα και συμπλήρωσε τις ερωτήσεις!»
Εγώ σε αφάνταστη δύστυχη θέση, μόνος ενώ γύρω μου εκατοντάδες άλλων, επίσης γυμνοί σαν και μένα, να περιμένουν τη σειρά τους. Παραμένοντας όρθιος του απάντησα
 «Ό,τι ήταν να γράψω το έγραψα!»
 «Κάτσε ρε τσόγλανε κάτω και γράψε μην αρχίσουν τα όργανα από την πρώτη μέρα!»
Σταθερά επανέλαβα
«Ό,τι ήταν να γράψω το έγραψα!»
Ο διπλανός λοχαγός με ήρεμη φωνή με συμβούλεψε με μελιστάλακτη φωνή
 «Συμπλήρωσε τα παιδί μου, να μην μπλέξεις»
Για πρώτη φορά γνώριζα την τακτική του δίδυμου στην ανάκριση. Ο κακός κι ο κακός. Στο μέλλον θα το ξαναέβλεπα το φαινόμενο κάτω από χειρότερες συνθήκες
«Ό,τι ήταν να γράψω το έγραψα!» επανέλαβα σταθερά
«Όχι ρε κωλόπαιδο! Δεν θα τη γλυτώσεις έτσι. Γράψε επάνω αν είσαι άντρας. Αρνούμαι να απαντήσω!»
Το έγραψα.
«Υπόγραψέ το!» Το υπέγραψα.
«Παράδωσε το στον αντισυνταγματάρχη!» Αυτός μου είπε
«Δεν θα περάσεις καλά, νεαρέ!»
Όλα τα παραπάνω γίνονται ενώπιον τουλάχιστον μιας εκατοντάδας επίσης γυμνών υποψηφίων στρατιωτών. Που οι περισσότεροι, άμοιροι της δικής μου ιδιαιτερότητας, να με βλέπουν σαν ένα παράξενο πλάσμα που κατέβηκε από τον Άρη. Να το δείτε κάνοντας ιστορική προέκταση και αναγωγή και στην εποχή στο κλίμα που επικρατούσε τότε.
Με κατάταξαν στον πρώτο λόχο με υπεύθυνο λοχαγό τον Πατσόγιαννη. Στον ίδιο λόχο ήταν μια σειρά γνωστοί μου. Αναφέρω μερικούς από αυτούς που θυμάμαι. Βλέπεις, από τότε πέρασαν 48 χρόνια. Έτσι στο λόχο ήταν ο Αλέκος Παναγούλης, τον οποίο γνώριζα από τα φοιτητικά μου χρόνια. Στο βιβλίο μου «Κι όμως ήταν όμορφα» περιγράφω μια ακόμα όμορφη συνάντηση μας στην Αλεξανδρούπολη λίγο πριν την δικτατορία και τις περιπέτειες που επακολούθησαν. Ο αρχιτέκτονας Βασίλης Ζεβελάκης από το Ηράκλειο, γνωστός από τη νεολαία Λαμπράκη κι αδελφός του επίσης φίλου μου Γιώργου Ζεβελάκη. Ο αείμνηστος πολιτικός μηχανικός Σίφης Καμάρης, που τον χάσαμε τόσο νωρίς. Ο ηθοποιός του Ελεύθερου Θεάτρου Γιώργος Σαμπάνης, που κι αυτός χάθηκε πρόωρα, αλλά μετά επιτυχημένη καριέρα στο θέατρο. Ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής, που γνώρισα εκεί στην Κόρινθο, αλλά που γνώριζα από τα φοιτητικά συνέδρια τον αδελφό του. Ο γιατρός Αντώνης Κοντόπουλος από τη νεολαία Λαμπράκη κι άλλους που ας με συγχωρήσουν που δεν τους αναφέρω ή δεν τους θυμάμαι μετά τόσα χρόνια.
Έτσι από την έναρξη της στρατιωτικής μου θητείας ήμουν σημαδεμένος κι ήξερα τι θα περάσω τα επόμενα δυο χρόνια, που πιθανόν θα γινόταν περισσότερα. Εξ αρχής θα το πω. Όλο το διάστημα της θητείας μου το πέρασα σε διαρκή επιφυλακή με συνεχή την αγωνία, προσέχοντας μην πέσω σε παγίδες, μην δώσω αφορμές για τιμωρίες. Ήμουν τύπος και υπογραμμός στις υποχρεώσεις μου, την ατομική καθαριότητα κι ό,τι άλλο μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για κάτι τέτοιο.
Εκεί που έμεινα ανυποχώρητος, που δεν υποχώρησα ούτε ρούπι, ήταν να μείνω σταθερός στα πολιτικά μου πιστεύω. Δογματικά σταθερός, πείσμων έως υπερβολής με σταθερή γραμμή από την πρώτη ως την τελευταία μέρα. Δεν ήταν εύκολο κάτι τέτοιο, ούτε και ευχάριστο. Η γραμμή ήταν: Δεν ανοίγω πολιτικές συζητήσεις, δεν μετέχω σε τέτοιες, απαντάω μονότονα στις προκλητικές ερωτήσεις που συχνά απευθύνονταν σε μένα από αξιωματικούς με την μονότονη απάντηση
 «Δεν ξέρω! Δεν ξέρω!»
 Λόγω αδράνειας μπορεί να έδωσα αυτήν την απάντηση και σε ουδέτερες ερωτήσεις όπως «από πού είσαι;» και «ποιο είναι τ’ όνομα σου». Σαν το διάκο με το κυρ ελέησον. Η σταθερή αυτή στάση με προστάτευσε από επιπλέον μπερδέματα, που θα μπορούσαν να προστεθούν σ’ αυτά που δυστυχώς δεν απέφυγα!
Στην πρώτη έξοδο μου στην πόλη της Κορίνθου με τη δίωρη, ως παρέα είχα τον Αλέκο Παναγούλη. Θυμάμαι την αρνητική εντύπωση που έχει μείνει μέσα μου- και δεν θα διστάσω να το πω - για την αγοραία συμπεριφορά της τοπικής κοινωνίας, που αντιμετώπιζε στους στρατιώτες με ιδιαίτερη εκμετάλλευση στις τιμές, την ποιότητα των αγαθών και τη υποτιμητική τους συμπεριφορά. Καθίσαμε σ’ ένα από τα κεντρικά καφενεία της πόλης και ήπιαμε δυο καραφάκια ούζο με δείγμα «μεζέ». Καμιά σχέση με τα τσιπουράδικα της ιδιαίτερης πατρίδας μου
 Εγώ ανήσυχος κοίταζα συνεχώς το ρολόι μου για να επιστρέψω έγκαιρα στο στρατόπεδο. Παρά τις εκκλήσεις μου να φύγουμε εγκαίρως ο Αλέκος παρέμενε άνετος. Έτσι αναγκάστηκα να τον αφήσω και να φύγω μόνος μου. Ευτυχώς ήμουν πίσω στην ώρα μου. Μέχρι το σιωπητήριο ο Αλέκος δεν είχε εμφανιστεί. Έπεσα στο κρεβάτι αλλά με την ανησυχία ζωντανή μέσα μου. Γύρω στις δώδεκα τη νύχτα όλοι στο θάλαμο ξυπνήσαμε από έντονους θορύβους, σπάσιμο τζαμιών και δυνατές φωνές. Ο Αλέκος γύρισε πίσω αλλά είχε καταναλώσει κι άλλα ποτά και ήταν εκτός ελέγχου. Έσπαζε όλα τα τζάμια του λόγου και χρειάστηκαν τρεις-τέσσερις  άλλοι να τον κάνουν ζάφτι.
Στην πρωινή αναφορά ήμουν σίγουρος ότι τα νυχτερινά γεγονότα θα ήταν το κύριο θέμα. Έπεσα από τα σύννεφα όταν δεν έγινε καμιά συζήτηση για το θέμα. Μετά από δυο μέρες μου το εξήγησε ο ίδιος ο Αλέκος. Προερχόμενος από στρατιωτική οικογένεια - πατέρας κι αδελφός- ήταν οικογενειακός φίλος με τον διοικητή του στρατοπέδου και το θέμα σκεπάστηκε με την πληρωμή των ζημιών που υπήρξαν.
 Από τις πρώτες μέρες φάνηκε η αντιμετώπιση που θα είχαμε στο στρατό. Σε λίγες μέρες μας έβγαλαν στην αναφορά- εμένα, τον Βασίλη και τον Αντώνη αν θυμάμαι καλά. Η κατηγορία;
«Γιατί ήρθατε σε επαφή με ύποπτους πολίτες μέσω του τοίχου;»
Τι να απαντήσεις σε τέτοια κατασκευασμένη και εξωφρενική κατηγορία. Μείναμε αμίλητοι. Ο λοχαγός συνέχισε με απειλές ότι θα κόψει τα πόδια σε όσους τολμήσουν να κάνουν δολιοφθορά στο στράτευμα.
 «Να το βάλετε καλά στο μυαλό σας. Δεν θα περάσουν τα σχέδια των κομμουνιστών. Έχουν το νου τους οι φύλακες» κι άλλα τέτοια φληναφήματα.
  Ήταν μια κακόγουστη θεατρική παράσταση, παιγμένη από έναν ανεκδιήγητο παλιάτσο με έναν και μόνο σκοπό. Να σφίξουν, κατά την αντίληψή τους, τα λουριά στους «εχθρούς της πατρίδας»!
Στη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας αυτό ήταν που με πλήγωνε περισσότερο. Η αμφισβήτηση από νάνους, ημιμαθείς και σίγουρα παραδόπιστους, της αγάπης μου για την πατρίδα τον τόπο που με γέννησε και μ’ ανάθρεψε. Το τραγικότερο βρισκόταν στο γεγονός ότι όλες αυτές οι χοντροειδείς προκλήσεις έμεναν αναπάντητες, με βάση τη γενική γραμμή αποχής από κάθε τέτοιου είδους συζήτηση. Σήμερα, μετά τόσα χρόνια, αναρωτιέμαι αν θ’ άξιζε κι αυτό τον κόπο να πείσω τα εκ γενετής βλήματα ότι:
  «Όχι ηλίθιε, εγώ είμαι Έλληνας και το γεγονός ότι είσαι και εσύ μόνο αισθήματα ντροπής μου δημιουργεί»
 Η παραμονή στην Κόρινθο περιελάμβανε τη βασική εκπαίδευση, μαθήματα για το «Αμερικανικής κατασκευής και προελεύσεως» όπλο Μ1,  τις πρώτες δοκιμαστικές βολές, που εγώ φρόντισα να πάνε στο άγνωστο, ασκήσεις παρελάσεων και τα γνωστά μαθήματα ηθικής διαπαιδαγώγησης και την πορεία με πλήρη εξάρτηση στα Εξαμίλια, που η εκπαίδευση την χαρακτήριζε σαν δοκιμασία, αλλά εμένα που μ’ άρεσε από πάντα το περπάτημα, ήταν μια όμορφη μέσα στην γενική ασχήμια εμπειρία.
 Για τη μεγάλη πλειοψηφία το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εστιαζόταν στην επιλογή των εφέδρων ανθυπολοχαγών, κάτι που εμένα και κάποιους άλλους γνωστούς και μη εξαιρετέους, τους άφηνε εκ των πραγμάτων πλήρως αδιάφορους. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή του συνωστισμού στην είσοδο του λόχου όταν κυκλοφόρησε η είδηση ότι ήρθαν τα αποτελέσματα. Κάποια στιγμή βγήκε στο παράθυρο ο λοχαγός με το χαρτί στο χέρι για να τα ανακοινώσει. Το μάτι του μας είδε να την έχουμε -δυο-τρεις-  αράξει στο απέναντι δέντρο άνετοι κι αδιάφοροι. Όταν είδε την εικόνα του φάνηκε παράξενο.
 «Εσάς δεν σας ενδιαφέρει;»
Όταν πρόσεξε καλύτερα τη σύνθεση της παρέας είπε
«Ά! Εσείς είστε; Καλά κάνετε! Μείνετε εκεί που κάθεστε»
Χαρούμενες ιαχές από τους επιλεχθέντες και σύντομα όλοι οι ΥΕΑ (υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί) έφυγαν για την αντίστοιχη μονάδα τους. Έμειναν εμείς, τα ρετάλια, που σύντομα ενημερώθηκαν για την ειδικότητά τους και την μονάδα που θα μετατεθούν. Εγώ είχα τη μέγιστη των τιμών. Σκαπανέας-πυροβολητής και χαρτί πορείας για τη Θήβα.


δ) Μετάθεση στη Θήβα


Στη Θήβα έμεινα λίγο. Εκεί είναι η βάση του πυροβολικού και από εκεί θα γινόταν η οριστική μου τακτοποίηση σε μονάδα. Δεν θυμάμαι κάτι αξιόλογο. Μαθήματα για τα πυροβόλα από λοχίες που είχαν μάθει το ποίημά τους και το επαναλάμβαναν από στήθους λες και απάγγειλαν την συμπυκνωμένη ανθρώπινη σοφία. Αλίμονο αν λοξοδρομούσες! Το πυροβόλο ζυγίζει 16 τόνους κι ένας από τους εκπαιδευόμενους στην ερώτηση που του έγινε απάντησε 16.000 κιλά. Ο λοχίας- εκπαιδευτής πετάχτηκε τρομαγμένος από τη θέση του και του είπε: «Σιγά ρε μαλακισμένο μη ζυγίζει όσο η Γη!». Να έχουμε υπόψη μας ότι βρισκόμαστε σχεδόν πενήντα χρόνια πίσω, τηλεόραση δεν υπάρχει, το ποσοστό του αναλφαβητισμού είναι ακόμα διψήφιο, οι εξ αναβολής περιορισμένοι στα δάκτυλα και τα βιβλία περιορισμένα. Στο στρατό συνάντησα παιδιά με τις μόνες εμπειρίες τους ότι έζησαν στο χωριό τους κι ότι άκουσαν απ’ τις διηγήσεις των μεγαλυτέρων. Να μην ξέρουν να γράψουν το όνομά τους, να μην έχουν δει στη ζωή τους θάλασσα, αλλά πολλές φορές να λάμπουν από αγνότητα και μπέσα που ο πολιτισμός τα εξαφάνισε. Εκείνο που μου έμεινε από αυτές τις μέρες είναι το γεγονός ότι μια μέρα που είχα δίωρη έξοδο ήρθε στη Θήβα η Ντόρα και περάσαμε το δίωρο όμορφα στην ύπαιθρό της. Η δική μου μετάθεση ήταν στην Αλεξανδρούπολη, στο στρατόπεδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και πιο ειδικότερα στην 154 ΜΜΠ (μονάδα μέσου πυροβολικού)
Από τη Θήβα στην Αλεξανδρούπολη με φύλλο πορείας πήραμε το τρένο, εφοδιασμένοι με τρόφιμα δυο ημερών, δηλαδή μια ολόκληρη κουραμάνα και μια μεγάλη κονσέρβα διατηρημένου κρέατος. Όσο κι αν σήμερα φαίνεται υπερβολικό ο μουτζούρης για να μας φτάσει από τη Θήβα στην ακριτική Αλεξανδρούπολη έκανε δυο ολόκληρες μέρες!



ε) Ένας χρόνος  και κάτι στην Αλεξανδρούπολη


Πρώτη φορά στη ζωή μου ταξίδευα πέρα από τη Θεσσαλονίκη κι έφτανα στο άκρο της Δυτικής Θράκης. Δεν νομίζω ότι είδα τίποτα το ιδιαίτερο μέσα από το τρένο, αλλά με τις πολύωρες στάσεις σε ενδιάμεσους σταθμούς μου δόθηκαν μικρές ευκαιρίες να δω τοπία, να μιλήσω με άγνωστους ανθρώπους να πάρω με ένα λόγο μια μικρή μυρωδιά του νέου τόπου. Άλλη ατμόσφαιρα από τους «περπατημένους» Κορίνθιους. Όταν έφτασα στη μονάδα έπεσα σε έναν «καλόβολο» λοχαγό που μόλις με είδε μου είπε, λες και μου χάριζε ένα ουρί του παραδείσου. Το ποιον μου, φαίνεται είχε προηγηθεί της αυτοπρόσωπης παρουσίας μου
«Μη στεναχωριέσαι καθόλου. Εγώ, εδώ μπορώ να σε αποχαρακτηρίσω και να καθαρίσω πλήρως το φάκελό σου. Έχεις την ευκαιρία να μπεις ολοκάθαρος στην Εθνική οικογένεια»
Είναι αλήθεια ότι με το γλυκερό του ύφος με αιφνιδίασε λίγο, αλλά σύντομα έπρεπε να κόψω το βήχα του και να ξέρει με ποιον είχε να κάνει
«Δεν νομίζω ότι χρειάζομαι να καθαρίσω κάτι!»

Εδώ στην πόλη της Αλεξανδρούπολης έζησα δύσκολες στιγμές, αλλά  έχω και μια σειρά ωραίες αναμνήσεις, γνώρισα κι έκανα νέους φίλους. Ενδεικτικά αναφέρω τον Σταύρο Σταφυλάκη. Με το Σταύρο δεν γνωριζόμασταν πριν, αλλά διαβατήριο να ξανοιχτούμε μεταξύ μας ήταν οι κοινοί φίλοι που είχαμε από το Ηράκλειο. Μετά από χρόνια- και μέσω του fb- ξαναβρήκαμε επαφή και χαίρομαι ότι παρά την πολύχρονη διακοπή της επαφής μεταξύ μας υπάρχει μια ξεχωριστή σύμπτωση σε πολλά θέματα της πολιτικής, εθνικής και κοινωνικής συγκυρίας. Άλλος φίλος είναι ο δικηγόρος Φάνης Αρχιμανδρίτης που ήταν προστάτης οικογένειας και απολύθηκε σύντομα. Με το Φάνη ήμασταν και συμπατριώτες από το Βόλο. Παρά το γεγονός ότι τα υπόλοιπα χρόνια συναντιόμασταν συχνά στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας που εγώ κυκλοφορούσα κι αυτός είχε το δικηγορικό του γραφείο κι ανταλλάσσαμε τους τυπικούς χαιρετισμούς, δεν συνεχίσαμε να κάνουμε παρέα. Αυτός ήταν στο «ένα είναι το κόμμα» κι εγώ πατενταρισμένος ρεβιζιονιστής. Τι σημασία είχαν αυτά με το σημερινό βλέμμα, αλλά κάθε εποχή έχει τους δικούς της φανατισμούς και τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ο τέταρτος της παρέας πόντιος, ωραίος Θεσσαλονικιός είχε μαζί με τα αδέλφια του εμπορική επιχείρηση που στα επόμενα χρόνια πήγε πολύ καλά. Είναι ο Γιώργος Σαραφίδης με τον οποίο συναντηθήκαμε μετά μόνο μια φορά στην Αθήνα σε ταβέρνα μαζί με τον Φάνη.
Στην Αλεξανδρούπολη κάναμε καλή παρέα και μάλιστα γίναμε αφορμή μιας νέας απαγόρευσης. Μια φορά που είχαμε κοινή έξοδο στην πόλη πήγαμε για φαγητό στο καλύτερο εστιατόριο- ξενοδοχείο της πόλης που σύχναζαν κι οι αξιωματικοί. Όταν μας πήρε το μάτι ενός δικού μας αξιωματικού, του κακοφάνηκε. Το επόμενο πρωινό ανακοινώθηκε στην μονάδα ότι απαγορεύεται στους απλούς στρατιώτες να πηγαίνουν σε αυτό το εστιατόριο.
Σε διάφορες ευκαιρίες έγραψα διάφορα επεισόδια αυτής της περιόδου. Κάποια από αυτά έχουν ήδη δημοσιευθεί κι άλλα όχι, αλλά εδώ κάνοντας μια συγκέντρωση τους, τα εμφανίζω σε μια απόπειρα κάποιας αναβίωσης της στρατιωτικής μου θητείας. Ίσως δεν έχει πρακτική αξία να αναφερθώ αναλυτικά στην καθημερινή ζωή. Όμως για μένα που είχα μόνο την εμπειρία της ζωής στην πόλη η στρατιωτική μου θητεία, πέρα από τα στραβά κι ανάποδα, πέρα από τα παράλογα που περιλαμβάνει η στρατιωτική ζωή, ήταν ένα χρήσιμο κι αναγκαίο μάθημα. Με την πάροδο του χρόνου αυτό θεωρώ το κυριότερο που θέλω να υπογραμμίσω


στ) Ο τελευταίος σταθμός, η Πρέβεζα



Αμέσως μετά τη δικτατορία από τη Χούντα εκδόθηκε η εντολή όλοι οι χαρακτηρισμένοι εξαιτίας πολιτικών λόγων φαντάροι, πρέπει να αλλάξουν περιβάλλον. Η επίσημη εξήγηση ήταν να σπάσουν τα παράνομα δίκτυα των αριστερών, αλλά και υπογείως να αναβιώσει για μια ακόμα φορά η μόνιμη πολιτική των εκφοβισμών τους. Μετά τη Χούντα άλλαξε κατ’ εμέ η τακτική στο εσωτερικό του στρατεύματος. Μειώθηκαν οι εσωτερικές επιθέσεις γιατί ζητούσαν εσωτερική ενότητα, αφού και εξ αιτίας του φόβου οι προοδευτικοί φαντάροι είχαν εκ των πραγμάτων μαζευτεί και αρκετοί δεν άντεξαν φυσικά στις ατομικές πιέσεις και υπόγραψαν δηλώσεις αποκήρυξης. Αυτό επιδρούσε ψυχολογικά αρνητικά πάνω τους με αναπόφευκτη συνέπεια την αυτοαπομόνωσή τους.

 Η δική μου μετάθεση καθυστέρησε γιατί, όντας δογματικός και πείσμων εκείνη την εποχή, αρνούμουν την τζίφρα και όλο αυτό το διάστημα κρατούμουν στο πειθαρχείο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε κάποιο από τα προηγούμενα κομμάτια περιγράφω πως έγινε η μετάθεση μου από την 154 ΜΜΠ της Αλεξανδρούπολης στην 133  ΜΜΠ της Πρέβεζας. Εκεί η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική κυρίως από τη συμπεριφορά του αντισυνταγματάρχη διοικητή της, που ήταν ένας καλόβολος αλλά στο έπακρο φοβισμένος Επτανήσιος. Όμως ο λοχαγός του Α2  ήταν επάξιος της θέσης του. Την επόμενη μέρα από την άφιξη μου με κάλεσε στο γραφείο κι έκανε το εξής κόλπο. Μόλις μπήκα μέσα σηκώθηκε από τη θέση του, μου πάσαρε ένα χαρτί και μου είπε αυστηρά.
«Διάβασέ το προσεκτικά και υπόγραψέ το!»
Αμέσως, πριν προλάβω να αντιδράσω, άνοιξε την πόρτα και μ’ άφησε μόνο. Τώρα ήμουν αρκετά έμπειρος κι η αγωνία ελεγχόμενη. Του έριξα μια ματιά και είδα ότι ήταν η πιο soft μορφή της δήλωσης… «Δεν θα ασχοληθώ στο μέλλον με πολιτικές δραστηριότητες…..». Την είχα υπόψη μου γιατί μου είχε ξανά προταθεί. Σ’ αυτά ήμουν απόλυτος γιατί ήξερα ότι με ένα βήμα υποχώρησης στη συνέχεια θα σε λιανίσουν. Έτσι περίμενα να επιστρέψει, πλην ματαίως. Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο να περιμένω, από την αναμονή η φούσκα μου πήγαινε να σπάσει. Άνοιξα την πόρτα και τότε φάντης μπαστούνι να κι ο λοχαγός
«Ε! πού πας;»
«Θα κατουρηθώ πάνω μου κυρ λοχαγέ»
Μέχρι να τελειώσω εκείνος είχε ελέγξει τα χαρτί κι είδε το μάταιο της αναμονής
«Τσίλογλου, μυαλό δεν θα βάλεις έ;»
Σε κάτι τέτοια απάντηση δεν υπάρχει
Σύντομα προσαρμόστηκα στο νέο περιβάλλον, βρήκα ανθρώπους να λέω καμιά κουβέντα. Ένα καλό παιδί από τη Σούρπη, ο Θερμός από την περιοχή της Πρέβεζας, ο Βασίλης Γιαννόπουλος και ο πιο ευρύτερα γνωστός,  ηθοποιός Ηλίας Λογοθέτης. Μαζί του πέρασα πολλές ώρες με ευχάριστες συζητήσεις και το πολύπλευρο ταλέντο του ήταν για μένα μια παρηγοριά. Τραγούδια, ιστορίες, ανέκδοτα κι ότι μπορείς να φανταστείς. Κι εγώ εκείνη την εποχή είχα την ικανότητα να κερδίζω την προσοχή ενός καλοπροαίρετου ανθρώπου κι αυτή μου η ικανότητα με προφύλαξε από τον κίνδυνο της απομόνωσης, που επεδίωξαν να μου επιβάλλουν.
Στην μονάδα της Πρέβεζας πήρα μέρος σε άσκηση βολής κάπου προς τα βόρεια. Δεν θυμάμαι ακριβώς που, αλλά το αναφέρω για τον εξής λόγο. Εκεί μου ανατέθηκε το καθήκον να δημιουργήσω έναν ορατό στόχο στο απέναντι βουνό από την πεδιάδα που είχαμε πρόχειρα στρατοπεδεύσει. Με έναν άλλο στρατιώτη εφοδιαστήκαμε μ’ έναν κουβά ασβέστη και ξεκινήσαμε να φτάσουμε εκεί που περίπου μας υπέδειξαν. Την απόσταση την έκρινα βιαστικά ένα με ενάμιση χιλιόμετρο. Έπεσα πολύ έξω γιατί στην πραγματικότητα έπρεπε ν’ ανεβούμε και να κατέβουμε χαράδρες και πλαγιές. Η άσκηση θα γινόταν το πρωί της επόμενης μέρας. Ο σύντροφός μου στο καθήκον από μια στιγμή και μετά παραιτήθηκε και μου το είπε καθαρά
«Λευτέρη δεν αντέχω άλλο. Θα κάτσω εδώ κι ας πνιγούν…»
Εγώ δεν είχα αυτή την πολυτέλεια. Έπρεπε να ολοκληρώσω την αποστολή γιατί το να κατηγορηθείς για σαμποτάζ δεν ήταν απίθανο. Πήρα του κουβά και συνέχισα. Κάποια στιγμή έφτασα στο μέρος κι άρχισα να μαζεύω τις πέτρες που υπήρχαν γύρο από το σημείο. Σε αυτή τη συγκέντρωση κάπου γλίστρησα και κουτρουβαλιάστηκα σε μια χαράδρα. Όταν με κόπο σηκώθηκα κατάλαβα ότι είχα στραμπουλίξει το πόδι μου. Με μεγάλη προσπάθεια επέστρεψα στο σημείο και ασβέστωσα τις πέτρες να φαίνονται από μακριά. Επέστρεψα με αρκετή χρονική καθυστέρηση, ενώ ο σύντροφός μου είχε γυρίσει από ώρα λέγοντας ότι δεν μπόρεσε να φτάσει στο στόχο!
Ευτυχώς την επόμενη ώρα ο υπεύθυνος της άσκησης βολής μου είπε ότι έκανα καλή δουλειά. Χρειάστηκαν μέρες να μου περάσουν οι πόνοι.
 Στην Πρέβεζα υπήρχε ο στρατιώτης-μάστορας σαν τον Σάκη της Αλεξανδρούπολης. Τον έλεγαν Τάκη κι ήταν από τη Δάφνη της Αθήνας. Πελώριος, δυνατός ήταν ικανός για κάθε έργο. Είχε τις πληροφορίες για μένα και με εξυπηρέτησε πολλαπλώς, Του ανατέθηκε  να φτιάξει ένα πεδίο σκοποβολής σε έναν άδειο χώρο δίπλα στη θάλασσα αμέσως έξω απ’ την πόλη. Ζήτησε βοηθό και ο διοικητής τον είχε στο όπα- όπα, αφού τους είχε όλους εξυπηρετήσει δεν του χαλούσε χατίρι. Αυτός ζήτησε εμένα. Εκεί υπήρξε ένα κόμπιασμα, αλλά επιμένοντας το πέτυχε.
Για μέρες κάθε πρωί ένα Ντόιτς μας πήγαινε στη θέση και μας έπαιρνε το ηλιοβασίλεμα. Είχαμε προμηθευτεί το μεσημεριανό μας φαγητό. Ο Τάκης έβγαζε δεκαπλάσια δουλειά από μένα. Εκείνο που αξίζει να αναφερθεί είναι πως ο Τάκης διέθετε ένα καλό τρανζίστορ κι εγώ χωμένος στην τάφρο. που εμείς ανοίξαμε και συνεχώς διευρύναμε, προσπαθούσα να «πιάσω» ξένους σταθμούς. Φωνή της Αλήθειας, BBC και ό,τι άλλο μπορούσα. Ας είναι καλά ο Τάκης! Δυστυχώς ποτέ δεν συναντήθηκα ξανά μαζί του ούτε έχω καμιά πληροφορία για την πορεία του. Στη Πρέβεζα έκανα και παρέλαση με τη μονάδα και έχω και φωτογραφία του συμβάντος.
Εκεί μου ήρθε η πληροφορία για το χαμό του πατέρα μου και σε προηγούμενο κείμενο ( 19 Νοεμβρίου) περιγράφω αναλυτικά το γεγονός. Όταν επέστρεψα στην Πρέβεζα φιλοδωρήθηκα και με εικοσαήμερη φυλάκιση, άδικη και εκδικητική. Όταν συμπληρώθηκε η θητεία μου έπρεπε να υπηρετήσω και τις μέρες της φυλάκισης, που μου είχαν αναίτια επιβληθεί για πολιτικούς και μόνο λόγους. Για τον διοικητή της μονάδας ήμουν πρόβλημα που ήθελε με κάθε θυσία να απαλλαγεί. Πράγματι τον Φεβρουάριο και τον μισό Μάρτιο με έστειλε στην οικονομική υπηρεσία του στρατού που έδρευε στα Γιάννενα. Εκεί ως θεατής είδα την παρέλαση τη μέρα της απελευθέρωσης της πόλης. Επέστρεψα στην Πρέβεζα να πάρω το απολυτήριο. Εκεί είδα τη διαγωγή και εξέφρασα την απορία μου για το λόγο.
«Να είσαι ευχαριστημένος που σ’ αφήνουμε να πας σπίτι σου»


ζ) Επίμετρο

Από τη μέρα που απολύθηκα από φαντάρος έχουν περάσει σαράντα πέντε χρόνια. Κι όμως η πίκρα μένει ακέραια μέσα μου. Κι αυτό για πολλούς λόγους πέρα από την φυσική αντιπάθεια εξαιτίας της προσωπικής μου αντιμετώπισης εκ μέρους της ιεραρχίας του στρατού.. Ένας από τους λόγους είναι ο άσκοπος χρόνος που δαπανάται χωρίς να σου προσφέρεται τίποτα χρήσιμο. Βεβαίως σήμερα αλλάξανε πολλά από τις συνθήκες της δικής μου εποχής. Πρώτον η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας. Τι αλήθεια κέρδιζε ο στρατός όταν σε κράταγε άσκοπα δυο και περισσότερα χρόνια εξουδετερωμένο, εκτός της ζωής σε κρίσιμα χρόνια της νεανικής σου ηλικίας; Δεύτερον εξέλιπε- ελπίζω- η οργανωμένη προσπάθεια να βιάσουν την προσωπικότητα εκείνων που δεν ακολουθούσαν την κυρίαρχη αντίληψη που ταίριαζε στους στρατιωτικούς. Από παλαιά με απωθεί  η εκμετάλλευση του πατριωτισμού από μικρούς, μικρόνοες και επαγγελματίες πατριώτες, που μετατρέπουν τη εθνικοφροσύνη σε εμπορεύσιμο είδος και το πλασάρουν στην αγορά.
Ένα μεγάλο ερώτημα υπάρχει πώς στη διάρκεια της θητείας του νέου Έλληνα θα του δίνεται η ευκαιρία κοινωνικής προσφοράς και η εξάσκηση στην πράξη της αντίληψης για αλληλεγγύη και εκμάθηση χρήσιμων γνώσεων για την ζωή του αργότερα, μετά την απόλυσή του στην ατομική και συλλογική ζωή στον τόπο του. Τότε θα αποκτά πιο χαρακτηριστικό νόημα ο χρόνος της ζωής κάθε νέου που δαπανάται κατά τη διάρκεια της στράτευσης του.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου