Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016


3.  Η ιστορία της  εκπαίδευσης

Τα πρώτα χρόνια της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης στο ελληνικό κράτος

α) Η δημόσια εκπαίδευση αποτελείται από το δημοτικό σχολείο, το ελληνικό σχολείο, το γυμνάσιο και τις ιερατικές σχολές β) Ιδιωτική εκπαίδευση γ) Φιλεκπαιδευτική δράση

Α) ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Δημοτική εκπαίδευση : Η εκπαίδευση στην Ελλάδα οργανώθηκε αμέσως μόλις συστάθηκε το βασίλειο. Προβλέπονταν  επταετή και υποχρεωτική και τα μαθήματα που διδάσκονταν  ήταν : ελληνική ανάγνωση, γραφή, κατήχηση, αριθμητική, γραμμική ιχνογραφία και φωνητική μουσική, γεωγραφία, ελληνική ιστορία και φυσικές επιστήμες. Ακόμη υπήρχαν μαθήματα όπως η αγρονομία, η κηπουρική,  η δενδροκομία και η μελισσοτροφία. Όσον αναφορά τους μισθούς των δασκάλων ήταν ανάλογοι των γνώσεων και των τάξεων που δίδασκαν. Υπεύθυνοι για τη διοίκηση της δημοτικής εκπαίδευσης ήταν οι επιθεωρητικές επιτροπές τριών βαθμών: α) η κατά δήμον β) η επαρχιακή γ) η κατά νομούς. Τα καθήκοντά τους ήταν η εφαρμογή του νόμου για υποχρεωτική φοίτηση, η εξεύρεση-συντήρηση-πλουτισμός του διδακτηρίου, η παροχή αρωγής στους άπορους μαθητές, η διοίκηση της περιουσίας του σχολείου και τέλος είχαν το δικαίωμα να παύσουν το δάσκαλο. Επίσης, για τη μόρφωση του διδακτικού προσωπικού των δημοτικών σχολείων συστάθηκε στην Αθήνα διδασκαλείο, το οποίο αποτελούνταν από τον διευθυντή και 2 καθηγητές. Αυτή ήταν η πρώτη «ΑΚΑΔΗΜΙΑ», στην οποία οι μαθητές γίνονταν δεκτοί κατόπιν εξετάσεων. Ο διευθυντής του διδασκαλείου ήταν και γενικός επιθεωρητής των σχολείων και είχε το δικαίωμα να επιθεωρεί όλα τα σχολεία του κράτους. Μέση εκπαίδευση : Αποτελούνταν από δύο επάλληλους κύκλους, το ελληνικό σχολείο και το γυμνάσιο. 1) Ελληνικό σχολείο : Σκοπός του ήταν η προπαρασκευή για το γυμνάσιο, η παροχή μόρφωσης για όσους δεν είχαν πρόθεση να ακολουθήσουν ανώτερες σπουδές. Αποτελούνταν από 3 τάξεις. Τα μαθήματα τα οποία διδάσκονταν στους μαθητές ήταν η ελληνική (παλαιά προς τη νέα), κατήχηση και ιερά ιστορία , γεωγραφία, γενική ιστορία, καλλιγραφία, αριθμητικά, αρχή της φυσικής και της φυσικής ιστορίας, μουσική και ζωγραφική και τέλος γαλλικά και λατινικά (για όσους προορίζονταν για τα γυμνάσια). Το διδακτικό προσωπικό αυτών των σχολείων ήταν : α) σχολάρχης, β) διδάσκαλος β΄τάξης, διδάσκαλος γ΄τάξης, οι οποίοι έπρεπε να κατέχουν απολυτήριο γυμνασίου. 2) Γυμνάσιο : Σκοπός του ήταν η προπαρασκευή για τις ανώτερες επιστηνονικές σπουδές. Αποτελούνταν από 4 τάξεις και στην α΄ τάξη γίνονταν δεκτοί κατόπιν εξετάσεων. Εδώ, το  διδακτικό προσωπικό απαρτίζονταν από πέντε καθηγητές. Συγκεκριμένα, υπήρχε ένας μαθηματικός για όλες τις τάξεις, δύο για τη διδασκαλία της γλώσσας, ένας για τα γαλλικά, την ιστορία και τη γεωγραφία και τέλος ένας για τη φυσική ιστορία, τη φυσική, τη χημεία, την ανθρωπολογία και τη φιλοσοφία.  ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ ΟΜΩΣ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ;  Αρχικά, το δημοτικό σχολείο περιορίστηκε αμέσως σε τετρατάξιο ακόμη και σε τριτάξιο. Οι δήμοι λόγω ανεπάρκειας των πόρων, προέβαιναν στην ίδρυση νέων σχολείων με αποτέλεσμα να οργιάσει ο αναλφαβητισμός σε όλο το

κράτος. Οι δάσκαλοι έμεναν απλήρωτοι και αναγκάζονταν να εξευτελίζονται για να αποσπάσουν τους μισθούς τους. Όμως, υπήρξαν κάποια μέτρα που έλαβε η πολιτεία για τη θεραπεία της εξαθλίωσης στο χώρο της εκπαίδευσης. Πρώτον ήταν, η επιχορήγηση των δήμων για την εκπαίδευση, δεύτερον η ίδρυση ίδιου ταμείου της δημοτικής εκπαίδευσης και τρίτον περιόρισε τις μεταθέσεις. Ακόμη, η εκπαίδευση περιορίζονταν στην ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Αλλά από το 1875 και μετά άρχισαν να επιστρέφουν οι σπουδαστές στην Ευρώπη και ξεκίνησαν αργά-αργά να εντάσσονται τα εκπαιδευτικά ζητήματα σε καλύτερες σχετικά βάσεις. Ιερατικές Σχολές : Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος άρχισαν να ιδρύονται ιερατικές σχολές. Έχουμε την πρώτη ιερατική σχολή που ήταν ένα εκκλησιαστικό σχολείο. Ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια στον Πόρο το 1830. Είχε πρώτους δασκάλους μοναχούς. Το 1844 ιδρύεται η Ριζάρειος Σχολή από τους αδελφούς Μάνθο και Γεώργιο Ριζάρη. Η φοίτηση ήταν πενταετής. Επειδή αυτή η σχολή δεν επαρκούσε για τις ανάγκες της χώρας ιδρύθηκαν ανάλογες σχολές στα εξής μέρη : Χαλκίδα, Σύρα, Λαμία, Μεσολόγγι, Σέρρες και Χανιά. Β) ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Το ελληνικό κράτος δεν αγνόησε την ιδιωτική εκπαίδευση, ούτε αμέλησε τη ρύθμισή της. Όπως ορίζει το «περί δημοτικών σχολείων» διάταγμα του 1834, οι ιδιώτες είχαν το δικαίωμα να ιδρύσουν, είτε μόνοι, είτε με άλλους, με έξοδά τους, σχολείο ή παιδοτροφείο ή άλλο διδακτήριο.  ΦΙΛΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ Η ιδιωτική πρωτοβουλία βράδυνε κάπως στην Ελλάδα να προσέλθει επίκουρος προς το επίσημο κράτος για την προαγωγή της εκπαιδευτικής κίνησης, λόγω οικονομικής κρίσης. Όταν άρχισε να φαίνεται οικονομική ευπραγία, ιδρύθηκαν εταιρείες, σύλλογοι, ενώσεις και σωματεία, με σκοπό είτε τη διάδοση και προαγωγή της εκπαίδευσης, είτε με σκοπό την πνευματικά προαγωγή των κατοίκων της περιφέρειας. Επίσης, ιδρύθηκαν ενώσεις και σύλλογοι με σκοπό την προώθηση συγκεκριμένων θεμάτων, όπως γυμναστική, λαογραφία, ιστορία, γλώσσα κ.ά. ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ Ιδρύθηκε το 1869,στην Αθήνα από τους Αλ. Σούτσο και Ν. Μαυροκορδάτο με σκοπό την ενίσχυση της ελληνικής παιδείας στις χώρες του ελληνισμού Την επίτευξη του σκοπού επιδίωξε με:  Ίδρυση ποικίλων σχολών  Παροχή υποτροφιών  Οικονομική ενίσχυση κοινοτήτων προς ανοικοδόμηση διδακτηρίων  Καταρτισμός σχολικών βιβλιοθηκών

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΥΡΙΩΝ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ     Ιδρύθηκε το 1871 στην Αθήνα με πρωτοβουλία της Κ. Κεχαγιά με σκοπό την ανύψωση της γυναίκας δια της μόρφωσής της. Ίδρυμα του συλλόγου αυτού ήταν <<το Εργαστήριον των απόρων γυναικών>> που ιδρύθηκε το 1879.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ(1828-1831)  Ο πρώτος κυβερνήτης του κατέβαλλε προσπάθειες για την εξασφάλιση αρχικά της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Το 1829 ιδρύει το Ορφανοτροφείο της Αίγινας όπου λειτουργούσαν: αλληλοδιδακτικά σχολεία (στα οποία οι μαθητές των ανώτερων τάξεων δίδασκαν τα παιδιά που φοιτούσαν στις κατώτερες) ,τρεις κλάσεις ελληνικών μαθημάτων και πολλά <<χειροτεχνεία>> πρακτικά εργαστήρια διαφόρων τεχνών για όσους μαθητές δεν είχαν ικανότητες προόδου στα μαθήματα. Η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική. Στο Ορφανοτροφείο εντάχθηκε και το Πρότυπο σχολείο, όπου εκπαιδεύονταν δάσκαλοι για τα αλληλοδιδακτικά. Επιπλέον, ιδρύθηκε το Κεντρικό σχολείο για όσους νέους θα ήθελαν να ακολουθήσουν ανώτερες σπουδές. Σχολεία λειτούργησαν και στη Σύρο, στο Ναύπλιο, την Αθήνα και την Ύδρα. Επίσης, λειτούργησε το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο Ναυπλίου, η Εκκλησιαστική Σχολή του Πόρου, η Αγροτική Σχολή της Τίρυνθας και η Εμπορική Σχολή Σύρου.   Ο Καποδίστριας φρόντισε κατά το δυνατόν για τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό των σχολών και την έκδοση διαταγμάτων για τη σωστή οργάνωση και λειτουργία τους. Όμως οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη διδακτικού προσωπικού, καθώς και ο πρόωρος θάνατός του δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει τους οραματισμούς του.

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ(1833-1863) Τα μέλη της Αντιβασιλείας έλαβαν αποφάσεις και εξέδωσαν διατάγματα σύμφωνα με τα οποία: 1)Ιδρύθηκαν δημοτικά σχολεία σε όλους τους δήμους με υποχρεωτική φοίτηση για παιδιά άνω των 6 ετών(6 χρόνια) , 2)Ιδρύθηκαν Ελληνικά σχολεία σε όλες τις επαρχίες (3 χρόνια), 3)Ιδρύθηκαν γυμνάσια στην έδρα κάθε νόμου(4 χρόνια)  Έτσι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα οργανώθηκε σε ένα κύκλο βασικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης και δύο διαφορετικούς κύκλους μέσης. Κύριο χαρακτηριστικό του περιεχομένου των σπουδών ήταν ο κλασικισμός και η αρχαιολατρεία , ενώ ελάχιστη βάση δινόταν στην απόκτηση θετικών και τεχνικών γνώσεων.  Η ιδέα για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών άνηκε στον Ιωάννη Καποδίστρια και η υλοποίηση της στον βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με βασιλικό διάταγμα στις 14 Απριλίου του 1837 και εγκαινιάστηκε στις 3 Μαϊου του ίδιου χρόνου. Πρωτοστεγάστηκε στην κατοικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη στη βορειανατολική πλευρά της Ακρόπολης. Ήταν το πρώτο Πανεπιστήμιο , όχι μόνο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους , αλλά και της ανατολικής Μεσογείου. Το Οθώνιον Πανεπιστήμιον όπως λεγόταν πρίν πάρει το σημερινό όνομα Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποτελούνταν από τέσσερις σχολές: Θεολογίας, Νομικής, Ιατρικής και Τεχνών (η οποία περιλάμβανε τότε τις Εφαρμοσμένες Επιστήμες και τα

Μαθηματικά). Το 1904, η Σχολή των Τεχνών διασπάστηκε σε δύο σχολές, σε αυτή των Τεχνών και αυτή των Επιστημών, η οποία περιλάμβανε τις νέες Σχολές Φυσικής, Μαθηματικών και Φαρμακευτικής. Το 1919 προστέθηκε το τμήμα της Χημείας και το 1922 η Σχολή Φαρμακευτικής ξεχώρισε ως τμήμα. Μια άλλη αλλαγή έγινε όταν στην Ιατρική Σχολή προστέθηκε το τμήμα της Οδοντριατικής.

Από την δεκαετία του 1880 μέχρι σήμερα Από την δεκαετία του 1880 μέχρι σήμερα τίθενται υπό συζήτηση δύο εκπαιδευτικά ζητήματα: η διάρκεια της υποχρεωτικήςεκπαίδευσης, η ροή των μαθητών και των φοιτητών, και η πρόσβαση στην δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σε αυτά τα ζητήματα που θέσαμε μπορούμε να διακρίνουμε την περίοδο σε δύο ημιπεριόδους.  Η πρώτη ημιπερίοδος εκτείνεται από το 1880 μέχρι το Β’ παγκόσμιο πόλεμο και η δεύτερη από της αρχές της δεκαετίας του 1950 μέχρι σήμερα

Στην πρώτη ημιπερίοδο, δηλαδή στις αρχές της δεκαετίας του 1880 μέχρι το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ο Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός υφίσταται αλλαγές σε διαφορετικά πεδία που αφορούν τον χώρο της εκπαίδευσης. Η κριτική που διατυπώνετε οδηγεί σε διαφορετικές προτάσεις. Ανάμεσα στα δύο ζητήματα διαπιστώνουμε τα εξής: α) Η υποχρεωτική εκπαίδευση πρέπει να επιμηκυνθεί και να διαρκεί 6 χρόνια. β) Η υποχρεωτική εκπαίδευση μέχρι το 1929 είναι ενιαία. γ) Το εξατάξιο γυμνάσιο πρέπει να προορίζεται για τους λίγους <<τους εκλεκτούς>>. δ) Μετά το 1890 ο αριθμός των φοιτητών στην Ελλάδα είναι υπέρμετρα μεγάλος και πρέπει να μειωθεί.

Στην δεύτερη ημιπερίοδο, δηλαδή από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου μέχρι σήμερα κυριαρχούν νέες ιδέες στην εκπαίδευση. Στις σοβιετικές χώρες η εκπαίδευση γενικεύεται όπως και στις δυτικές χώρες. Έτσι, εμφανίζονται προτάσεις σχετικά με την εκπαίδευση του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Αυτές είναι: α) επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο όλες οι πολιτικές δυνάμεις και οι σχετικοί φορείς συνηγορούν στην επιμήκυνση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, το 1974 υπάρχει ομοφωνία για την 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση. β) Προς την γενίκευση του λυκείου. Το 1964 η συζήτηση εστιάστηκε στη πρόσβαση στο λύκειο ενώ μέχρι το 1880 κυριαρχούσε η άποψη ότι το λύκειο προορίζονταν σε μικρό αριθμό παιδιών. γ) Μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Χάρη στην ακολουθούμενη πολιτική, σήμερα το 50% των παιδιών εισάγεται στη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα να είναι μία από τις λίγες χώρες με εισητήριες εξετάσεις για Α.Ε.Ι και Τ.Ε.Ι και να συγκαταλέγεται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά φοίτησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 

Στην  περίοδος του 1922-1940 αποτέλεσε το πρώτο κύμα εκπαίδευσης μεταρρυθμίσεων του 20ου αιώνα. Δημιουργούνται οι κατάλληλες

προϋποθέσεις για τη συγκρότηση του Πανεπιστημίου. Με το νομοσχέδιο του 1913 η δημοτική εκπαίδευση γίνεται εξάχρονη και υποχρεωτική και οδηγεί στο αστικό σχολείο ή στο εξατάξιο γυμνάσιο. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 ακολούθησε την ελληνική οικονομική αναδιοργάνωση με καπιταλιστικά πρότυπα \. Το 1964 εισάγεται στη δημοτική γλώσσα, το εννιάχρονο σχολείο, το Παιδαγωγικό ινστιτούτο και η δωρεάν παιδεία, ενώ παράλληλα οδήγησε θέσπιση του ακαδημαϊκού απολυτηρίου. Μεταπολιτευτικά, η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η παγκοσμιοποίηση \, η κοινωνία της πληροφορίας και ο διεθνής οικονομικός ανταγωνισμός καθόρισαν την πορεία ελληνικής παιδείας από την ισότητα στην αποδοτικότητα. Την περίοδο 1978-1979 εφαρμόζεται το σύστημα εισόδου στα ΑΕΙ και ΤΑΤΕΕ μέσω εξετάσεων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τα μαθήματα στα 2 τελευταίες πόλεις χωρίζονται σε κορμού και επιλογής.   Το 1983 καταργούνται οι εξετάσεις στη Β λυκείου και καθιερώνεται το σύστημα των δεσμών.    Σήμερα η ελληνική εκπαίδευση πραγματικότητα παρουσιάζει κραυγαλέες αντιθέσεις όπως η ταυτόχρονη υψηλή πρόσβαση στην ανώτερη παιδεία και παράλληλα το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης. Το σχολείο αντιμετωπίζοντας όλους τους μαθητές με τον ίδιο τρόπο, «αγνοεί», την κοινωνική τους προέλευση αναπαράγει την κοινωνική δομή και ταυτόχρονα τη νομιμοποιεί με ισότιμες εξεταστικές διαδικασίες σε βάρος των «αδύνατων» εάν ήδη δεν έχουν αποκλεισθεί από προηγούμενες δοκιμασίες.     Το εκπαιδευτικό σχήμα δεν είναι παρά μία νοητική κατασκευή, που αποκτά υπόσταση μόνο στο  πλαίσιο ενός υπαρκτού εκπαιδευτικού συστήματος, η νοητική αυτή κατασκευή είναι χρήσιμη για την ανάλυση της λειτουργίας των πραγματικών ιστορικών – εκπαιδευτικών θεσμών γιατί συμπυκνώνει και αναδεικνύει τα συνεκτικά και. Θα λέγαμε, δομικά στοιχεία των εκπαιδευτικών λειτουργιών, που στο εμπειρικό επίπεδο εκδηλώνονται μέσα από μία μεγάλη πολυμορφία. Τόσο όσο και ο βαθμός κατακερματισμού της εκπαίδευσης σε περισσότερους ή σε έναν κεντρικό εκπαιδευτικό θεσμό, εξαρτάται από τον τρόπο παραγωγής, τις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας και το κοινωνικό κύρος των διάφορων μορφών γνώσης.     Στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σχήμα, την πολιτική της πρώιμης και εκτεταμένης επιλογής στο στάδιο της ολοκλήρωσης της στοιχειώδους βαθμίδας, αντικατέστησε μία πολιτική καταμερισμού και ρύθμισης των εκπαιδευτικών ρόλων, στα πλαίσια ενός συστήματος με μαζική απεύθυνση και εξειδικευμένες κατευθύνσεις.    Η διαδικασία μετασχηματισμού των εκπαιδευτικών συστημάτων αποκλήθηκε ‘’εκσυγχρονισμός’’ σε αντιστοιχία με τα κυρίαρχα πρότυπα οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνίας που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες της  περιόδου. Στο πλαίσιο αυτό, το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα  θεμελίωσε την κοινωνική του νομιμοποίησης σε δύο άξονες-όρους προς εκπλήρωση: α) την τεχνοοικονομική αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης, β) την κοινωνική και πολιτική ιδεολογική αποτελεσματικότητα του νέου σχήματος, μέσα από την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών πρόσβασηςαξιοκρατικής προώθησης στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης όλων των κοινωνικών στρωμάτων. Τα εκπαιδευτικά συστήματα που εγκαθιδρύθηκαν με τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές αυτής της περιόδου βρέθηκαν γρήγορα αντιμέτωπα με έντονους παράγοντες. Τέλος, αποδείχτηκε ότι ακόμη και στο επίπεδό της, μετά το πτυχίο κοινωνικοεπαγγελματικής ανέλιξης, η

κοινωνική/ταξική προέλευση εξακολουθεί να ασκεί καταλυτική επίδραση, διαβρώνοντας το μύθο της διευρυμένης κοινωνικής κινητικότητας.     Το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα παγώθηκε στην Ελλάδα με τις μεταρρυθμίσεις της περιόδου 1975-1989. Σ’ αυτό  συνέβαλαν οι μεταρρυθμιστικές πολιτικές που είχαν, επί της ουσίας, κοινούς άξονες στη στοχοθεσία τους. Παρά τις αδιαμφισβήτητες διαφορές, όχι μόνον ύφος, αλλά και περιεχομένου. Οι κοινοί άξονες-διακυρηγμένη στόχοι των παραπάνω μεταρρυθμιστικών πολιτικών ήταν: α) η υπηρέτηση της τεχνοοικονομικής αποτελεσματικότητας, β) η επίτευξη της κοινωνικής και πολιτοϊδεολογικής αποτελεσματικότητας. Με μια σειρά από συγκεκριμένα μέτρα στο επίπεδο της δομής, η επιμήκυνση της ενιαίας υποχρεωτικής βαθμίδας με ένταξη σε αυτήν και της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, η αναβάθμιση των τριτοβάθμιων τεχνολογικών ιδρυμάτων και η γενικότερη αναδιάρθρωσηεκσυγχρονισμός της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, επιδίωξαν οι μεταρρυθμιστές την υλοποίηση των παραπάνω σττόχων. Από της άποψη της ‘’τεχνοοικονομικής’’ αποτελεσματικότητας, οι μεταρρυθμιστικές πολιτικές, αποσκοπούσαν στον αποτελεσματικότερο έλεγχο των ροών εισόδου προς μέσες και ανώτερες βαθμίδες, με δύο επιμέρους στόχους: α) την κατάργηση του μονόδρομου της γενικής παιδείας και την ανάσχεση της μαζικής ροής νέων προς την πανεπιστημιακή βαθμίδα, β)  τη διοχέτευση μεγάλου μέρους της ροής αυτής προς τις πιο συγκεκριμένες παραγωγικές κατευθύνσεις της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης μέσης και ανώτερης βαθμίδας. Σε ότι αφορά το δεύτερο άξονα, ιδιαίτερη βαρύτητα είχε στη Ελλάδα, στη φάση αυτή, το δημοκρατικό εξισωτικό πρόσημο εξαιτίας α) της ιδιαίτερης ιστορικής συγκυρίας και β) μιας ελληνικής παράδοσης εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων του 2ου αιώνα που συνδέουν τον εκσυγχρονισμό με δημοκρατικά αιτήματα. Το ιστορικό αυτό πλαίσιο ερμηνεύει τις σχετικές πρωτοβουλίες της συντηρητικής παράταξης που υλοποίησε τη μεταρρύθμιση του 1976. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’90 και μετά το εκπαιδευτικό σχήμα που περιγράψαμε μετασχηματίζεται προς νέες κατευθύνσεις. Η προσαρμογή της εκπαίδευσης στις απαιτήσεις και στη λογική της αγοράς, στο πλαίσιο της ηγεμονικής σήμερα νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, συμβαδίζει με την ουσιαστική εγκατάλειψη του εξισωτικού αιτήματος, προς όφελος μια ‘’ποιότητας’’ και μιας ‘’διαφορετικότητας’’ που δεν συγκαλύπτει τις ταξικές ανισότητες.

     ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ:

1. ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 2. ΓΚΑΡΛΕΜΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 3. ΔΕΛΛΗ ΕΛΕΝΗ 4. ΔΕΛΛΗ ΦΙΛΙΩ 5. ΔΕΜΙΡΚΑΠΟΓΛΟΥ ΜΑΡΙΑ 6. ΕΞΑΡΧΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ 7. ΚΑΤΣΑΜΑΚΑ ΖΩΗ 8. ΚΟΛΟΚΥΘΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ 9. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ 10.ΚΟΡΝΟΥΤΗ ΕΙΡΗΝΗ 11.ΚΟΤΡΩΤΣΙΟΥ ΜΑΡΙΑ 12.ΚΟΥΚΟΥΛΙΑΦΚΑ ΖΩΗ 13.ΜΑΝΤΕΛΑ ΕΥΡΙΔΙΚΗ 14.ΜΑΝΤΕΛΑ ΜΑΡΙΑ 15.ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ ΕΒΙΤΑ 16.ΝΤΑΝΑΒΑΡΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 17.ΣΤΑΒΑΡΑ ΜΑΡΙΑ                                    ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ                                                                              ΑΡΣΕΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου