Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Στιγμές και εικόνες από την Εκπαίδευση στη Σιάτιστα

 και η ανέγερση και λειτουργία του Α΄ Δημοτικού Σχολείου της
Αισθάνομαι για πολλούς λόγους ιδιαίτερα συγκινημένη για τη συμμετοχή μου στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων για τα εκατόχρονα του 1ου Δημοτικού σχολείου.
Πρώτα, γιατί στο σχολείο αυτό έμαθα κι εγώ τα πρώτα γράμματα, έκανα τους πρώτους φίλους, διαμόρφωσα τις πρώτες εικόνες ζωής και συμπεριφοράς, που με καθόρισαν γενικά στη ζωή μου.
Έπειτα, γιατί στο σχολείο αυτό υπηρέτησαν, από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, άτομα από την οικογένεια μας, ο παππούς Ζήσης Ζωγράφος, ο θείος Νικολάκης Ζωγράφος, μαζί τους κι ο παππούς Φίλιππος Ζυγούρης και - στη σειρά τελευταία - η μητέρα μας, η κυρα-Δέσποινα. Μαζί της σ’ αυτήν την πόλη και σ’ αυτό το σχολείο έζησα:
-τον αγώνα της για τη ζωή μας σε δύσκολους καιρούς Κατοχής και πολέμου
- και τον αγώνα και την αγωνία του δασκάλου για τα παιδιά του κόσμου.
- Και αξιώθηκα κοντά της να δω και να καταλάβω τι σημαίνει για τον εκπαιδευτικό καταξίωση μιας προσπάθειας ζωής: είναι η χαρά και η ικανοποίηση ζώντας να βλέπει την προκοπή των μαθητών του και να φεύγει με την αγάπη τους.
==================
Κυρίες και Κύριοι,
Η εκπαίδευση απλά ορίζεται ως προσπάθεια μετάδοσης γνώσεων από τους μεγάλους, που κατά τεκμήριο τις κατέχουν, στους νέους, που τις χρειάζονται, μετάδοση γνώσεων από τον ειδικό στον ειδικευόμενο.
-Είναι η καλλιέργεια των ικανοτήτων και δεξιοτήτων μας και
-έχει τελικό στόχο την παιδεία μας, που είναι η μόρφωση του ανθρώπου, δηλαδή η καλλιέργειά του, η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του σε όλους τους τομείς της: σκέψη, σώμα, συναίσθημα.
-Είναι η ολοκλήρωση της ανθρώπινης φύσης μας.
Η παιδεία βέβαια, όπως την ορίσαμε παραπάνω, δεν πετυχαίνεται με γνώσεις ή μόνο με τις γνώσεις. Πολλοί παράγοντες συντελούν στο να την αποκτήσουμε, όπως η οικογένεια, το περιβάλλον μας γενικά, η κοινωνία με τα προβλήματα και τους στόχους της και, τελικά, ο ίδιος ο άνθρωπος, ο καθένας μας, που επιδιώκει την καλλιέργειά του, την παιδεία του, και αποδύεται σε έναν αγώνα συνειδητό και δύσκολο, για να την αποκτήσει.
Όμως και μια καλή εκπαίδευση στα πλαίσια του σχολείου μπορεί να δώσει παιδεία με πολλούς τρόπους (με τα μαθήματα που διδάσκονται, με την προβολή προτύπων, κύρια με συμπεριφορές των εκπαιδευτικών κλπ.) και μπορεί να βοηθήσει και όλους τους άλλους παράγοντες να αποδώσουν.
Στην κοινωνία μας τη φροντίδα για την εκπαίδευση του νέου ανθρώπου στα πρώτα βήματά του την έχει το στενό οικογενειακό περιβάλλον, γρήγορα όμως αυτή περνάει στα πλαίσια της οργανωμένης πολιτείας, όπου η Εκπαίδευση είναι θεσμός, και πραγματοποιείται στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, στα σχολεία κάθε εκπαιδευτικής βαθμίδας, (Στοιχειώδους, Μέσης, Ανώτερης και Ανώτατης) και τότε ο όρος Εκπαίδευση έχει μεγαλύτερο πλάτος και δεν εννοούμε πια μόνο τη μετάδοση γνώσεων αλλά και ό,τι έχει σχέση με αυτήν τη διαδικασία, δηλαδή:
- σχολεία και δασκάλους,
- βιβλία και προγράμματα που καθορίζουν τι θα διδάσκεται, πότε και πώς,
- νόμους που διέπουν την ίδρυση, την οργάνωση και τη λειτουργία των σχολείων
- και όλα τα σχετικά.
Ναός της εκπαίδευσης είναι το σχολείο, όπου και η γνώση μεταδίδεται και ο νέος άνθρωπος προετοιμάζεται για τη ζωή και όπου ιερουργεί ο δάσκαλος, η λαμπάδα που καίει και φωτίζει και ταυτόχρονα λιώνει, όπως έλεγε παλιός σεβαστός μου δάσκαλος.
Αρκετά, όμως, αυτά τα θεωρητικά, και ας προσχωρήσουμε στο θέμα μας :
Στην Εκπαίδευση στη Σιάτιστα, που είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στην Ιστορία της πόλης μας, και
στο 1ο Δημοτικό, που είναι σημαντικό κομμάτι στην εκπαιδευτική Ιστορία μας.
Θα γυρίσουμε για λίγο πίσω στο χρόνο και θα κάνουμε ένα σύντομο περίπατο στο χώρο της Εκπαίδευσης με κύριο στόχο να δούμε:
- κάποιες εικόνες από τα παλιά, γραφικές αλλά και διδακτικές,
- τη στάση της κοινωνίας απέναντι στο σχολείο, κάτι που αφορά και το σήμερα,
- το έργο του δασκάλου και τη ζωή του μαθητή τότε, στο σχολείο εκείνο, το παλιό,
για να έχουμε μια κάποια δυνατότητα σύγκρισης και αξιολόγησης της σημερινής κατάστασης στην εκπαίδευση και στα σχολεία μας...
Στα χρόνια της σκλαβιάς η εκπαίδευση σε όλη την υπόδουλη χώρα, και στην πόλη μας φυσικά, ήταν υπόθεση και φροντίδα της τοπικής κοινωνίας, αφού κράτος δεν υπήρχε, ο κατακτητής δεν ενδιαφερόταν για την παιδεία των ραγιάδων, και το Πατριαρχείο δεν είχε τη δυνατότητα να βοηθήσει οικονομικά για την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και συντήρηση σχολείων. Είχε βέβαια το Πατριαρχείο την εποπτεία των σχολείων και το λόγο του στην αγωγή των νέων μέσω της εκπαίδευσης και έμμεσα κάπως βοηθούσε οικονομικά, αφού έδινε τη δυνατότητα / άδεια στις εκκλησίες με τα έσοδα από το παγκάρι να βοηθούν τα σχολεία, για να αντιμετωπίζουν τις λειτουργικές τους ανάγκες.
Δεν επαρκούσε όμως αυτό και κατανάγκην δραστηριοποιούνταν η τοπική κοινωνία και η Κοινότητα ως θεσμός. Πλούσιοι πολίτες, συνήθως έμποροι, έδιναν χρήματα, για να πληρώνονται οι μισθοί των δασκάλων, όπως έγινε εδώ με την ίδρυση και λειτουργία της Ελληνικής Σχολής Σιάτιστας λίγο πριν από το 1700, επί Ζωσιμά. Απλοί πολίτες στην πόλη μας ή στις παροικίες δώριζαν ένα κτήμα, για να αποφέρει εισόδημα στο σχολείο. Σημαντικότατη για τη Σιάτιστα ήταν η προσφορά της Βαρβάρας (κατά κόσμο Βασιλικής Νικολάου). Δώρισε το σπίτι της για να στεγαστεί η Ελληνική Σχολή και (το1816) χρήματα, κληρονομιά από τον αδερφό της, για την ανακαίνιση και λειτουργία της Σχολής. Και η Κοινότητα συνέτρεχε με την παραχώρηση πόρων στα σχολεία (παραχώρησε π.χ το μίσθωμα της Τσερβένας και το εισόδημα από Γκιούμια, δικαιώματα από προικοσύμφωνα, διαθήκες, επίσημα πιστοποιητικά κ.ά.). Και η Εκκλησία ενίσχυε τα σχολεία οικονομικά με χρήματα από το παγκάρι..
Όσοι μιλούν για άνθιση της εκπαίδευσης στη Σιάτιστα τον 18ο και τον 19ο αι. αναφέρονται κυρίως στη λειτουργία της Ελληνικής Σχολής της, που ήταν φημισμένη και είχε γνωστούς αξιόλογους δασκάλους, ανάμεσά τους τον Μεθόδιο Ανθρακίτη και τον Μιχαήλ Παπαγεωργίου.
Αν όμως η Σχολή της Σιάτιστας (που αντιστοιχεί στη δεύτερη βαθμίδα Εκπαίδευσης, τη μέση), έκλεψε το ενδιαφέρον των ιστορικών, η κοινωνία ενδιαφέρθηκε σίγουρα και για τα σχολεία της πρώτης βαθμίδας, νηπιαγωγεία και δημοτικά.
Και οι δυο συνοικίες είχαν το νηπιαγωγείο τους και το σχολείο της στοιχειώδους εκπαίδευσης, το κοινό σχολείο, όπου μάθαιναν γραφή, ανάγνωση και αρίθμηση. Ο Φ. Ζυγούρης αναφέρει ότι πριν το 1865 και ιδιώτες, όπως η Παπαγιώργαινα και ο Παπαγιάννης της Αγόρους, ασκούσαν στα σπίτια τους επ’ αμοιβή το έργο του δασκάλου. Και οι δυο συνοικίες είχαν το Παρθεναγωγείο και την Αστική Σχολή, δηλ. δημοτικό σχολείο για τα αγόρια.
Κτιριακή υποδομή για σχολεία δεν υπήρχε, βέβαια.
Στο σπίτι του Ιωνά, στη Γεράνεια, κατά καιρούς και περίσταση στεγάστηκαν το νηπιαγωγείο, το παρθεναγωγείο, και η Ελλ. Σχολή της Γεράνειας.
Ένα κελλί του Αγίου Δημητρίου και το σπίτι της Βαρβάρας αργότερα στέγασαν την Ελληνική Σχολή της Χώρας.
Το σπίτι της Τσιαγκάλινας και έπειτα (μετά την κατεδάφιση του) το σπίτι που ανοικοδόμησε στο ίδιο μέρος ο Βόγκουλιος, με χρήματά του και υλικά από την κατεδάφιση του σπιτιού της Τσιαγκάλινας, στέγασαν το Παρθεναγωγείο και το Νηπιαγωγείο της Χώρας.
Το 1830 χτίστηκαν τα πρώτα οικήματα για τα δημοτικά σχολεία Χώρας και Γεράνειας.
Το 1911 στη Γεράνεια οι ευεργέτες αδερφοί Τσιστόπουλοι μαζί και με άλλους απόδημους σιατιστινούς και στη Χώρα ο Ιωαννίδης έχτισαν τα δυο νηπιαγωγεία αντίστοιχα.
Ο Τραμπαντζής, το 1888, μας χάρισε το Γυμνάσιο και ο κατάλογος των ευεργετών έχει κι άλλους για τα νεότερα χρόνια και παραμένει ανοιχτός και εν ενεργεία.
Οι παρεχόμενες γνώσεις στα κοινά σχολεία ήταν στοιχειώδεις: γραφή, ανάγνωση, αρίθμηση. Από το Μικρό Αλφαβητάριο του Μιχαήλ Παπαγεωργίου, το «αλφαβητικό βιβλιάριον» όπως το ονομάζει ο ίδιος, που το έγραψε «χάριν των μαθησομένων νέων τας πρώτας αρχάς και την ανάγνωσιν των ιερών ημών Γραμμάτων…», παίρνουμε ένα δείγμα του τι διδασκόταν: Σε αυτό δίνει τα γράμματα του αλφαβήτου σε μικρογράμματη και κεφαλαιογράμματη μορφή, τις συλλαβές που μπορούμε να σχηματίσουμε με αυτά τα γράμματα και στο Α΄κεφάλαιο καταγράφει λέξεις ελληνικές (δηλ. αρχαίες ελληνικές) και δίπλα την αντίστοιχη απλή (της ομιλούμενης ελληνικής Γλώσσας). Ένα παράδειγμα λέξεων
Μηδικόν μήλον λεμόνι
Χρυσομηλέα νεραντζιά

Δοκός γρεντιά
Πυράγρα τζιμπίδι, διλάβι
Κρεάγρα φρουκλίτζα, πηρούνι

Αιξ γίδα
Σεισοπυγίς κωλοσφυρίδα
κορυδαλλός τζουτζουλιάνος
Και ολοκληρώνει τη συγγραφή με τις προσευχές που πρέπει να ξέρει το παιδί, «το πάτερ ημών», το «σύμβολο της πίστεως» και μια «Σύντομη χριστιανική διδασκαλία».
Παίρνουμε, έτσι, από αυτό το βιβλίο μια γεύση βιβλίου και διδασκόμενης ύλης: διδάσκονται κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου και είναι εμφανής και η προσπάθεια πολύ νωρίς, μέσω της διδασκαλίας της γλώσσας, να συνδεθούμε με το παρελθόν μας, τις ρίζες μας.
Για τη διάρκεια φοίτησης στα σχολεία της στοιχειώδους εκπαίδευσης δεν ξέρουμε πολλά. Όμως δυο καλλιγραφημένες αναγραφές μικρών μαθητών πάνω σε βιβλίο, που τώρα υπάρχει στη Μανούσεια Βιβλιοθήκη, μάς πληροφορούν: «Ιωάννης Δημητρίου Μουσταφά στα τρία τα χρόνια ήρθα στο σχολείον κι στα δώδεκα βγίκα και πίγα στο ελινικόν το σχολείον δια να μάθου γράμματα» και παρακάτω με άλλο γραφικό χαρακτήρα: «1865 Ιουνίου 5 Δημήτριος Νικολ. Πάικου τα τρία χρόνια ήρθα».
Νωρίς στα βάσανα και πολλά τα χρόνια της φοίτησης….
Είναι γραφικές και οι εικόνες που έχουμε για το πώς γινόταν η διδασκαλία της γραφής και της ανάγνωσης, από τις αρχές του 19ου αι και ως το1880., με την Αλληλοδιδακτική μέθοδο, που εφαρμοζόταν τότε στα σχολεία
Αλληλοδιδακτική κατά λέξη σημαίνει μέθοδο με την οποία κάποιοι διδάσκονται αναμεταξύ τους, ο ένας διδάσκει τον άλλο.
Στην Εκπαίδευση αυτό σήμαινε ότι κάποιοι μαθητές, οι καλύτεροι των μεγάλων τάξεων, οι οποίοι ονομάζονταν πρωτόσχολοι, με την ευθύνη και την καθοδήγηση του δασκάλου βοηθούσαν στη διοίκηση του σχολείου και στη διδασκαλία.
Για να λειτουργήσει αυτή η μέθοδος έπρεπε και η τάξη να έχει την κατάλληλη διαρρύθμιση. Η αίθουσα χωριζόταν με δυο σειρές στύλων σε τρία μέρη, σαν τα τρία κλίτη μιας εκκλησίας, κι αυτά λέγονταν διάδρομοι.
Στον κεντρικό διάδρομο που ήταν πλατύτερος υπήρχαν τα θρανία όπου κάθονταν οι μαθητές, όταν διδάσκονταν τη γραφή .
Στους .πλαϊνούς διαδρόμους στο πάτωμα κάτω υπήρχαν ξύλινα ημικύκλια ή μισά σιδερένια στεφάνια με διάμετρο 1,μέτρο και 63 εκατοστά
και απέναντι από το κάθε ημικύκλιο στον τοίχο ήταν κρεμασμένος ένας πίνακας, όπου ήταν γραμμένο το προς ανάγνωση και εκμάθηση κείμενο.
Οι μαθητές χωρισμένοι σε οκτώ κλάσεις (δηλαδή τάξεις) ,ανάλογα με το επίπεδο των γνώσεών τους, κατατάσσονταν κατά τη διδασκαλία του μαθήματος στα ημικύκλια.
Το πώς ακριβώς γινόταν η διδασκαλία της γραφής και της ανάγνωσης το περιγράφει ωραία ο Φ. Ζυγούρης σε τετράδιο σημειώσεών του.
Λέει: «Εκεί ώφειλον να διδαχθώ τα πρώτα γράμματα εις τα ημικύκλια, κατά την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον του Άγγλου Λαγγάστερ. Κατετασσόμεθα δηλ. εις ημικύκλια έχοντες απέναντί μας επί του τοίχου κρεμασμένον πίνακα περιέχοντα γεγραμμένο με μεγάλα γράμματα το προς εκμάθησιν μάθημα. Ο πρωτόσχολος, ένας μαθητής από τις ανώτερες τάξεις, μας έδειχνε και συγχρόνως μας διάβαζε φωναχτά τα γράμματα, τις λέξεις ή τις φράσεις που ήσαν αναγεγραμμένες εις τον πίνακα και τις οποίες έπρεπε ημείς να εκμάθωμεν κατόπιν πολλών επαναλήψεων γενομένων εν χορώ. Την εργασίαν του πρωτοσχόλου επιθεωρούσεν ο διδάσκαλος, όστις και ενήργει τον προβιβασμόν των ικανών μαθητών εις το αμέσως ανώτερο ημικύκλιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπον εγίνετο η πρώτη διδασκαλία……
Και τώρα ας έλθωμεν εις την διδασκαλίαν της πρώτης γραφής. Τα τοποθετημένα εις το μέσον της αιθούσης θρανία καταρχάς μεν ήσαν κατεσκευασμένα εν είδει κιβωτίων, φερόντων δηλ. ρίγες σανίδινες εις τα άκρα, ώστε να μη χύνηται η άμμος με την οποία επληρούντο και επί της οποίας εγράφοντο δια των δακτύλων τα γράμματα……
Εις το δεξί άκρον του θρανίου όπου παρέμενε ο πρωτόσχολος υψούτο μια ράβδος φέρουσα εις το άνω άκρον πίνακα επί του οποίου ήτο γραμμένον καλλιγραφικά το γράμμα που έπρεπε να γράψουν οι μαθηταί. Ο πρωτόσχολος έχων την πινακίδα εστραμμένην προς τους μαθητάς, ούτως ώστε να βλέπουν το γράμμα, έδειχνε αυτό με τον δείχτη και εφώναζε π.χ. «γράψατε το α». Και αφού οι μαθητές το έγραφαν, περιήρχετο και επιθεωρούσε το γράψιμό των διορθώνοντας τα κακώς έχοντα.»
Έτσι μάθαιναν τα γράμματα. Αργότερα την άμμο αντικατέστησε η πλάκα και το κοντύλι, που πολλοί από μας τα χρησιμοποιήσαμε, έπειτα το πρόχειρο τετράδιο και το σβηστήρι, σήμερα κάποιο ηλεκτρονικό μέσο…..
Να σημειώσουμε ακόμη πως στα σχολεία της εποχής εκείνης η βέργα και η εξευτελιστική τιμωρία, όπως και ο έπαινος με αντάλλαγμα (τα εύσημα, όπως τα έλεγαν τα ανταλλάγματα) ήταν σε χρήση ως μέθοδος φρονηματισμού
Τη διοίκηση των σχολείων της πόλης ως την Απελευθέρωσή μας και λίγο μετά, την ασκούσε η Εφορεία του κάθε Σχολείου, η οποία έκανε τις προσλήψεις και τη μισθοδοσία των δασκάλων, επισκεπτόταν το σχολείο, παρακολουθούσε τις παραδόσεις, παρευρισκόταν στις σχολικές εξετάσεις και διαχειριζόταν τη σχολική περιουσία.
Ολοκληρωμένη εικόνα για την κατάσταση στην εκπαίδευση, στοιχειώδη και μέση, στη Σιάτιστα, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και για τις ανάγκες των σχολείων σε χρήμα δίνει έκθεση του Έλληνα Προξένου στα Σέρβια, ο οποίος επισκέφθηκε τη Σιάτιστα το Σεπτέμβριο 1910: Γράφει:
Στη συνοικία Χώρα υπάρχουν:
Ελληνική Σχολή ή ημιγυμνάσιο με 4 τάξεις, 50 μαθητές και 4 διδασκάλους…
Αστική Σχολή με 6 τάξεις, 198 μαθητές, 5 διδασκάλους….
Παρθεναγωγείο με 4 τάξεις
Νηπιαγωγείο (μικτό) με 150 νήπια.
Στη συνοικία Γεράνεια υπάρχουν:
Αστική σχολή με 5 τάξεις, 149 μαθητές, 3 διδασκάλους…
Παρθεναγωγείο με τρεις τάξεις, 41 μαθήτριες και δυο δασκάλες
Νηπιαγωγείο μικτό με 100 νήπια.
Και κλείνει με τη γενική παρατήρηση:
Η συνολική δαπάνη για τη συντήρηση των εκπαιδευτηρίων (μισθοί, θέρμανση, επισκευές κλπ.) φτάνει τις 750 οθωμανικές λίρες.
Τα πάγια εισοδήματα της Κοινότητας για τις ανάγκες των σχολείων κάθε χρόνο είναι 508 οθωμανικές λίρες, «το δε κατ’ έτος έλλειμμα εκ λιρών οθωμανικών 242 συμπληρούται μετά κόπου εξ εράνων των την πρόοδον των γραμμάτων και του Ελληνισμού θερμώς επιδιωκόντων τέκνων της Πατρίδος».
Τι πιο επαινετικό για τους Σιατιστινούς;…..
Στο εύλογο ερώτημά μας: πώς αξιολογούσαν τότε οι Σιατιστινοί το σχολείο, τη γνώση και την προσφορά συμπατριωτών τους για την ίδρυση και τη λειτουργία σχολείων αξίζει ως απάντηση να ακούσουμε τα παρακάτω. Είναι λόγια του ελληνοδιδασκάλου Αργυρίου Παπαρίζου από λόγο που εκφώνησε το Φεβρουάριο του 1820 προς τιμήν της Βαρβάρας και των άλλων ευεργετών των Σχολείων την ημέρα της γιορτής για την ανακαίνισης της Ελληνικής Σχολής.
Λέει, λοιπόν: « η προσφορά όπου γίνεται εις τα σχολεία προς φωτισμόν και βελτίωσιν του γένους είναι η πλέον ευάρεστος και ευπρόσδεκτος εις τον θεόν.
Η σύστασις των σχολείων είναι η πρώτη πηγή ανθρωπισμού, η πρώτη βάσις του πολιτικού, το πρώτον θεμέλιον του χριστιανισμού.
Χωρίς τα σχολεία δεν ημπορεί να είναι ούτε άνθρωπος, ούτε πολιτικός ούτε χριστιανός ο άνθρωπος.
Και ο Μητροπολίτης Ιωαννίκιος στην ίδια εκδήλωση τιμής προτρέπει τους Σιατιστείς:
δείξητε την καλήν προθυμίαν εις το να συντρέχετε εις την προκοπήν των παιδιών σας και να τα στέλλητε εις τα σχολεία, δια να γίνουν με την μάθησιν και άνθρωποι καλοί και χριστιανοί τέλειοι. (σελ. 255)
Και σε επιστολή του προς την Βαρβάρα πάλι ο Αργύριος Παπαρρίζος (15- Φεβρουαρίου 1820) με διατύπωση λακωνική δίνει το μέγεθος της δικής της προσφοράς και την αξία της για τον κόσμο. Λέει: Ερράγη ύδωρ εν γη διψώση, φώς ανέτειλε εν σκότει καθημένοις που θα πει: ξεπήδησε νερό σε γη διψασμένη, ανέτειλε φως σ’ αυτούς που ήταν στο σκοτάδι.
Και παρακάτω :
Η ιδική σας Σχολή….. θέλει διαμένει ….εις όφελος παντοτεινόν και φωτισμόν της νεολαίας της πατρίδος μας.
Έτσι έβλεπαν τα σχολεία και το ρόλο τους στην κοινωνία, στην παιδεία των νέων: προσφορά θεάρεστη, προς φωτισμό του έθνους, συντελεστές όχι απλής εκπαίδευσης αλλά της παιδείας του ανθρώπου.
Κι ας κλείσουμε αυτήν την ενότητα αναζητώντας τους παράγοντες που επηρέασαν και καθόρισαν την άνθιση της παιδείας στη Σιάτιστα των 18ου -19ου αιώνων.
Είναι πολλοί: Πρώτα: το απαιτούσαν οι οικονομικές συνθήκες. Το εμπόριο με χώρες της Ευρώπης, και κύρια με τις παροικίες, είχε ανάγκη από την εκπαίδευση. Η γνώση της γραφής και της ανάγνωσης που αποκτούσαν οι νέοι στην πατρίδα, στα κοινά σχολεία της στοιχειώδους εκπαίδευσης, δεν επαρκούσαν. Το εμπόριο χρειάζεται:
- και τη δυνατότητα να ξέρεις τα σχετικά με αυτό (μέτρα, σταθμά- κανονισμούς εμπορίου κλπ.)
- και να έχεις και να μελετάς τα σχετικά με το εμπόριο βιβλία.
Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοια βιβλία πρακτικά γράφτηκαν ή μεταφράστηκαν από Έλληνες παροίκους και στέλνονταν στην πατρίδα με στόχο να βοηθήσουν εκείνους που θα ασχοληθούν με αυτό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο Σιατιστινός Θωμάς Δημητρίου. Έχει γράψει και εκδώσει με δικά του χρήματα τρία βιβλία:
- τον Χειραγωγό έμπειρο της Πραγματείας (1793) (βιβλίο εμπορικό για μέτρα σταθμά και άλλα σχετικά),
- τη Σκριτούρα Δόππια (1794) (βιβλίο/οδηγό για την τήρηση εμπορικών βιβλίων)
- και στα Ελληνικά μια Ιταλική Γραμματική
και όλα αυτά, όπως λέει και ο ίδιος, «για το καλό του γένους, όχι για ίδιον κέρδος»..
Τη Γραμματική δίσταζε να την εκδώσει, φοβόταν την κριτική. Είναι ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική προθέσεων και ήθους η επιστολή που του στέλνει ο Μιχαήλ Παπαγεωργίου, ο συντάκτης των γνωστών Αλφαβηταρίων, Μικρού και Μεγάλου, και του λέει (σε ελεύθερη απόδοση):
«Μην καθυστερείς να εκδώσεις αυτή την ωραία Γραμματική. Αυτό που εμείς μάθαμε με πολύ κόπο, χρησιμοποιώντας για κάθε λέξη το λεξικό, δουλεύοντας το άγνωστο με το άγνωστο, τώρα μπορούμε να το προσφέρουμε γραμμένο στη γλώσσα μας σε όσους θέλουν να μάθουν την ιταλική γλώσσα. Θα κουραστούν λιγότερο από μας, θα κάνουν τον μισό κόπο. Έχεις χρέος να το κάνεις για το καλό του γένους μας ….Άλλωστε δε γεννηθήκαμε μόνο για μας, γεννηθήκαμε για να βοηθάμε τον πλησίον μας…..».
Αυτοί, λοιπόν, που είδαν έξω πόσο σημαντική είναι η γνώση για την προκοπή, θα βοηθήσουν την πατρίδα να έχει σχολεία, δασκάλους και βιβλία.
Έπειτα, οι Έλληνες πάροικοι στη Μεσευρώπη ασπάστηκαν την ιδέα του Κοραή και άλλων πως «η Παιδεία φέρει Ελευθερία» και αποδύθηκαν σε αγώνα να βοηθήσουν για την ανάπτυξή της εκπαίδευσης στη μεγάλη πατρίδα, την Ελλάδα, αλλά και τη μικρή, τη γενέτειρα. Φρόντισαν:
- για την ίδρυση σχολείων,
- για εξοπλισμό τους με βιβλία και με άλλα εποπτικά μέσα,
- για την εκπαίδευση δασκάλων στην Ευρώπη και την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Στους δωρητές βιβλίων στα σχολεία της Σιάτιστας νωρίς αναφέρονται: η αρχόντισσα Αικατερίνη Τζετήρη, ο Γεώργιος Αυξεντιάδης, ο Ναούμ Δημητρίου και αργότερα ο Θεόδωρος Μανούσης με τη μεγάλη δωρεά του, ένα μεγάλο τμήμα της βιβλιοθήκης του που αποτέλεσε τη βάση για τη Μανούσεια Βιβλιοθήκη μας.
Επίσης, στις παροικίες της Μεσευρώπης οι Έλληνες πάροικοι βίωσαν και τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και το θαυμασμό των Ευρωπαίων για τους αρχαίους Έλληνες κι αυτόν θέλησαν να μεταφέρουν και στην πατρίδα, κύρια με τη μελέτης της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας που διδασκόταν στο σχολείο και συστηματικά στον ανώτερο κύκλο της Ελληνικής Σχολής, για να συντελέσουν στη γνωριμία με το παρελθόν μας, με τις ρίζες μας και έτσι να ενισχυθεί και η εθνική ταυτότητα, που τότε ήταν ζητούμενο.
Ο Μιχαήλ Παπαγεωργίου, ήδη από το 1771 εξέδωσε το Μέγα Αλφαβητάριο το αρχαιότερο χρονολογημένο αλφαβητάριο, όπως χαρακτηρίζεται από τους μελετητές, για τη διδασκαλία της Ελληνικής (δηλαδή της Αρχαίας Ελληνικής) γλώσσας, με το εξής σκεπτικό: «…δεν υπέφερα πλέον να βλέπω τους ευφυεστάτους νέους των Ρωμελιτών να καταδαπανώσι ματαίως εις το εξής τους χρόνους δια την μάθησιν της πατρίου αυτών Ελληνικής Γλώσσης. Όθεν εκινήθην με κάθε τρόπον δια να διευκολύνω την μέθοδον μαθήσεως αυτών….».
Λίγο αργότερα, το 1783 ο ίδιος συνέγραψε και τον Οικιακόν και πρόχειρον διδάσκαλον των αρχαρίων της ελληνικής γλώσσης, ένα βιβλίο, μέθοδο άνευ διδασκάλου θα λέγαμε, για την εκμάθηση της ελληνικής (αρχαίας ελληνικής) γλώσσας. Αποκαλυπτικό και συγκινητικό, όσο και έκφραση πρακτικού δασκάλου, είναι το απόσπασμα από την εισαγωγή του, που απευθύνεται στον μικρό εμποράκο:
«…Νέε, όπου δια την υστέρησιν των αναγκαίων έμαθες μόνον να αναγιγνώσκεις και να γράφεις και τώρα διατρίβεις εις το εργαστήρι της πραγματείας σου, επιμελήσου, όταν έχεις ευκαιρίαν, να ενστηθίσεις τούτο το βιβλίδιον. Όπου καθώς άλλων γλωσσών είσαι ειδήμων, και επαινείσαι δι’ εκείνας, ούτω πολύ περισσότερον να καλοτυχίζησαι και δια την οπωσδήποτε μάθησιν της πατρίου σου γλώσσης.
«….και συ νέε, όπου είσαι και ονομάζεσαι Έλλην το γένος, πώς ήθελες υποφέρει όπου να μην ηξεύρεις της προγονικής σου γλώσσης καν τουλάχιστον χιλίων ή δισχιλίων λέξεων σημασίας και τινας Περιόδους και Διαλόγους….»
Όλα τα παραπάνω επηρέασαν την Εκπαίδευση στην πατρίδα μας, συνετέλεσαν στην άνθισή της

Ανέγερση του 1ου Δημοτικού Σχολείου Χώρας.
Πριν χτιστεί το Α΄ Δημοτικό Σχολείο δυο κτίρια – σχολεία στέγασαν την Αστική Σχολή Χώρας (όπως τότε ονομαζόταν το δημοτικό σχολείο των Αρρένων). Το πρώτο χτίστηκε το 1830 και το δεύτερο το 1863 και αυτό, το δεύτερο, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, μας λέει ο Φ. Ζυγούρης.
Το νέο σχολείο, το 1ο Δημοτικό, που ανεγέρθηκε στο χρονικό διάστημα από το 1908 μέχρι το 1914, είναι τέκνο της ανάγκης, της ευαισθησίας κάποιων φωτισμένων συμπολιτών μας, που συνέστησαν την «Αδελφότητα Προφήτης Ηλίας», και των κατοίκων της Χώρας, που όλοι συνέδραμαν με τον οβολό και την προσωπική τους εργασία για το κοινό καλό.
Αφήνω να μας πει τα σχετικά ο άνθρωπος που έζησε από πολύ κοντά την προσπάθεια της ανέγερσης, ο Φιλιππος Ζυγούρης:
«Άμα καταργήθηκε η αλληλοδιδακτική μέθοδος, η φροντίδα πολιτών και διδασκάλων εστράφη στην ανέγερση νέου σχολείου, που να εκπληρώνει τις απαιτήσεις του νέου διδακτικού συστήματος, και ανηγέρθη το νέο δημοτικό σχολείο στη θέση του σπιτιού του Ιωάννου Κούια και του χωραφιού του Γεωργίου Νικολαΐδου (Κασνάρη) ιατρού. Το νέο σχολείο έγινε με τις ενέργειες της Αδελφότητος «Προφήτης Ηλίας», που το Διοικητικό συμβούλιο είναι άξιο πολλών επαίνων και της ευγνωμοσύνης της νέας γενεάς για τον άοκνο ζήλο που έδειξε για να υπερπηδήσει όλα τα παρουσιασθέντα εμπόδια……. Φρόντισε να φιλοτεχνηθεί δωρεάν το σχέδιο από τον Αναστάσιο Χέλμη, (σημαντικό αρχιτέκτονα σπουδαγμένο στο Παρίσι, κάποιοι τον αναφέρουν ως αρχιτέκτονα στο σχέδιο για το μέγαρο Μαξίμου) με τη φροντίδα του Δημητρίου Βικέλα, Προέδρου της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας στας Αθήνας.
Επίσης αυτό εφρόντισε να ισοπεδωθεί το μέρος και να γίνει κατάλληλο για την οικοδομή και να εξευρεθούν οι απαιτούμενοι πόροι, αφού δεν ώκνησε να στείλει πληρεξουσίους του τον Αργύριον Παπίαν και Φίλιππον Ζυγούρην, να συλλέξουν εράνους στη Σερβία και Ρουμανία από τους εκεί πατριώτες……. Αξιέπαινοι επίσης είναι και οι τότε μαθηταί και διδάσκαλοι, διότι κατόρθωσαν με την προσωπική τους εργασία να κάμουν το χώρο που είναι μπροστά στο σχολείο από ένα χάος βαθύ και άμορφο, σε κήπο εύμορφον και περικαλλή». (Από Φ. Ζ. σελ. 228-29).
Η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης Σιατίστης «Προφήτης Ηλίας» συστήθηκε το 1902 και στο πρώτο κεφάλαιο του Κανονισμού της αναγράφεται σε δυο και μόνα άρθρα ο Σκοπός της Αδελφότητας:
Άρθρον 1
Κύριος σκοπός συστάσεως της εν τη άνω συνοικία Σιατίστης Αδελφότητός εστιν η ανέγερσις κτηρίου Αστικής Σχολής αρρένων, ούτινος η πατρίς έχει απόλυτον ανάγκην,
Άρθρον 2.
Η κατά το δυνατόν εκτέλεσις παντός αφορώντος τον καλλωπισμός της συνοικίας, ήτοι η εξωράϊσις του εξωτερικού των ιερών εκκλησιών και εκπαιδευτικών καταστημάτων της άνω συνοικίας ……..
Το τρίτο Άρθρο του Κανονισμού αναφέρεται στους Πόρους της Αδελφότητος.
Γράφει: Πόροι της Αδελφότητος εισίν
α) αι προαιρετικαί των μελών συνδρομαί, άμα τη εγγραφή αυτών.
β) αι μηνιαίαι συνδρομαί των μελών.
γ) αι έκτακτοι συνδρομαί παντός φιλομούσου και φιλοκάλου.
δ) η καθ’ εκάστην Κυριακήν και τας μεγάλας εορτάς περιφορά του κυτίου της Αδελφότητος εν τη εκκλησία και
ε) το εισόδημα της εκκλησίας του Προφήτου Ηλιού.
Και συνεχίζει ο Φ. Ζ για το Σχολείο: «Η Θεμελίωση του νέου δημοτικού Σχολείου έγινε στις 18 Ιουνίου 1908 και η ανέγερσή του είχε συντελεστεί ως τα 1914. Έγινε διώροφο με εμβαδόν 550 τετρ. μέτρα. Τα έξοδα της ανέγερσης κατέβαλεν η Αδελφότης της Χώρας «Προφήτης Ηλίας» και όλοι οι κάτοικοι της Χώρας, οι οποίοι με προθυμίαν προσέφεραν τον οβολό τους στο διοικητικό συμβούλιο για να ιδούν για τα παιδιά τους ένα σχολείο που να εκπληρώνει τους όρους της υγιεινής.
Μεταξύ των συνδραμόντων στην ανέγερση του νέου σχολείου τα πρωτεία έχει ο γηραιός και σεβαστός Δημήτριος Τσιρλιγκάνης με τη γενναία δωρεά των 100 λιρών οθωμανικών. Η όλη δαπάνη πέρασε τις 1000 οθωμανικές λίρες.
Έχει δυο πατώματα. Το κάτω πάτωμα έχει έξι μεγάλες παραδόσεις και δυο μικρές αίθουσες, από τις οποίες η μια χρησίμευεν ως διευθυντήριο και η άλλη ως αποθήκη….. Στο απάνω πάτωμα υπάρχουν 4 μεγάλες αίθουσες για παραδόσεις και η μεγάλη και ευρύχωρη αίθουσα για τις τελετές »
Το γεγονός της ανέγερσης παρουσιάζει με λόγια θαυμασμού για την πόλη και τους κατοίκους της η Εφημερίδα Μακεδονία σε ανταπόκρισή της με υπογραφή Ζακόνη, στις 15 Σεπτεμβρίου 1911. «Πρώτη φορά (γράφει ο ανταποκριτής) παρετήρησα το φαινόμενο της ιδρύσεως σχολείου, Τελείας Αστικής Σχολής, επί σχεδίου μεγαλοπρεπούς εκ μέρους μιας Αδελφότητος ανωτέρας παντός επαίνου, της Αδελφότητος του Προφήτου Ηλιού, δια μόνων των εισπράξεων και των εκουσίων εισφορών των φιλοπατρίδων πολιτών. Και τους ακούει κανείς με όλην την αφέλειαν να διηγούνται ότι τους έμειναν μόνο 15-20 στη σακούλα. Το σχολείον ευρίσκεται εις το μέσον και όμως θα τελειώσει με αυτά τα 15-20, διότι ποτέ δεν θα τελειώσουν, διότι εντός ολίγου έγιναν15 ή και 20 χιλιάδες ………… Το απόγευμα τα 9 μέλη του Συμβουλίου παρέσχον εις την Αδελφότητα 180 λίρες οθωμανικές, ο καθείς ανά είκοσι, οι μεν πλουσιότεροι ατόκως, οι δε πτωχότεροι με τόκον νόμιμον. Και όλα αυτά εντούτοις εντός ολίγου θα εξοφληθούν δια της γενναιοδωρίας των Σιατιστινών».
Στα Πρακτικά της Εφορείας των Σχολείων παρακολουθούμε την εξέλιξη των εργασιών για την αποπεράτωση του έργου και την προσπάθεια για εξοικονόμηση σχετικών πόρων:
Στο Πρακτικό της 8ης Ιουνίου 1912 εγκρίνεται πρόταση του Μητροπολίτη «δια την ταχυτέρα αποπεράτωση της νεοδμήτου Αστικής Σχολής προς εισαγωγήν των αρρένων κατά τον προσεχή Σεπτέμβριον» να πουληθεί το υπάρχον Παρθεναγωγείο και ένα μικρό μαγαζί στην πλατεία των Τριών Πηγαδιών και το αντίτιμο να δοθεί ολόκληρο στην Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα.
Στις (2 Ιουλίου 1912 αρ.Πρ. 56) τα προς πώλησιν κατακυρώνονται στο Λάζαρο Θ. Μουχτάρη, αντί 200 Οθωμανικών λιρών.

Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
Τον Ιανουάριο του 1913 (πρ. 62) αποφασίζεται να παραδοθούν τα κλειδιά και οι χρεωστούμενοι από τον καιρό της υπογραφής του συμβολαίου τόκοι στον αγοραστή Λάζαρο Μουχτάρη και η επίσημη παράδοση του νέου κτηρίου του Δημοτικού σχολείου στην Εφορεία να γίνει «την προσεχή Κυριακή».
Το Φλεβάρη του 1913 (πρ. 65) αποφασίζεται η τελετή του Σχολείου κατά την εορτή της Ορθοδοξίας να γίνει στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, γιατί στο νεόδμητο κτήριο δεν υπάρχει κατάλληλος χώρος (προφανώς δεν έχει ολοκληρωθεί η αίθουσα τελετών).
Αλλά και τον Ιανουάριο του 1916 (πρ. 96) στον πάνω όροφο του σχολείου δεν είναι ακόμη έτοιμες οι αίθουσες για να λειτουργήσει εκεί το Διδασκαλείο. Η Εφορεία αποφασίζει να ετοιμάσει τις δύο αίθουσες με χρήματα που θα πάρει από το Ιωαννίδειο Κληροδότημα.
Έτσι έγινε αυτό το σχολείο. και είχε την τύχη να το φροντίσουν οι Σιατιστινοί από γεννησιμιού του, να το εξοπλίσουν από την αρχή με σημαντικά εποπτικά μέσα
Αναφέρει πάλι ο Φ. Ζ…… «Η Αποθήκη περιέχει συλλογή εποπτικών μέσων διδασκαλίας και διδακτικών οργάνων, δωρεά των συμπολιτών μας Αλεξάνδρας και Μιχαήλ Κουκουλίδη,
συλλογή εικόνων Φυσικής Ιστορίας , δωρεά της Αδελφότητος «Προφήτης Ηλίας»,
συλλογή εικόνων Ιστορίας, δωρεά του Δημητρίου Μουσταφά, εμπόρου στη Λειψία και του Περπέσσα, επίσης εκεί εμπόρου .……….
Στο επάνω πάτωμα στην ευρύχωρη αίθουσα για τελετές υπάρχει κινηματογράφος, δωρεά του συμπολίτου μας Θεοδώρου Μουσταφά, εμπόρου στη Λειψία».
Και δωρεές για το σχολείο αυτό γίνονται μέχρι σήμερα. Μια βόλτα στο χώρο του θα μας πείσει και θα μας πληροφορήσει για τους νεότερους δωρητές.
Η μεταφορά των μαθητών στο νεόδμητο κτήριο πρέπει να έγινε το Σεπτέμβριο του 1912, <του Σχολ. Έτους 1912-13>σύμφωνα με την πληροφορία που έχουμε από το Πρακτικό της 8ης Ιουνίου 1912 και με τη μαρτυρία του Χρ. Καπνουκάγιας, που τότε ήταν μαθητής και γράφει: «από το 1913 μετεφέρθημεν εις το νεόδμητον Δημοτικόν μας σχολείον».
Πολλά άλλαξαν στο Σχολείο από την ώρα που αυτό λειτούργησε μέσα σε ελεύθερο πια Κράτος. Ακολούθησε νόμους και πρακτικές που ίσχυαν για όλο το κράτος, προγράμματα, μαθήματα και βιβλία όπως ορίζονταν από το Κράτος. Οι διδάσκαλοι διορίζονται από το Κράτος, έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι και αυτό αλλάζει νοοτροπία, σημειώνει σε μια παρατήρησή του ο Χρ. Καπνουκάγιας, που λυπήθηκε πολύ που άφησε το παλιό του σχολειό και δεν του άρεσε καθόλου το καινούργιο. Η εποπτεία των δασκάλων γίνεται πια από το Κράτος μέσω Επιθεωρητών και ο ρόλο της Εφορείας / Επιτροπής των Σχολείων περιορίζεται, δεν διοικεί πια αυτή το σχολείο, διαχειρίζεται μόνο την περιουσία του και κάποια στιγμή Πρόεδρός της δεν είναι πια ο Μητροπολίτης.
Για τους δασκάλους, που οργανώθηκαν σε Πανελλήνια Διδασκαλική Ένωση άρχισε αγώνας διεκδίκησης καλύτερης αντιμετώπισής τους από το Κράτος, αγώνας για ικανοποίηση και οικονομικών αιτημάτων.
Οι σιατιστινοί δάσκαλοι μετέχουν στον αγώνα, όπως δείχνει σχετικό λακωνικό και αυστηρό τηλεγράφημα προς την Διδασκαλική Ένωση, δημοσιευμένο και στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ αρχές Δεκεμβρίου του 1919, υπογραμμένο από τους δυο διευθυντές των Αστικών Σχολών: Φίλιππο Ζυγούρη και Ιωάννη Αποστόλου, οι οποίοι γράφουν: «Το νομοσχέδιον έκαμεν αλγεινήν εντύπωσιν. Επιδιώξατε την αποδοχήν των αιτημάτων της Ενώσεως».

Από τις δραστηριότητες των δασκάλων θα σταματήσω σε μια που με ενθουσίασε, γιατί έχει κάτι από τον νέο αέρα στην παιδεία, έχει τη φροντίδα για τη νεοελληνική γλώσσα, για την ιστορία και τον πλούτο της το διαλεκτολογικό. Συμμετέχουν υπηρεσιακά σε μια έρευνα διαλεκτολογική και απαντούν σε ερωτηματολόγιο με υπογραφή Μανώλη Τριανταφυλλίδη και με βασική ερώτηση: «πώς λέτε στον τόπο σας την τάδε λέξη ή την τάδε φράση». Το ερωτηματολόγιο συμπληρώνει ο Φίλιππος Ζυγούρης και αποκαλύπτει τον πλούτο και την ομορφιά λέξεων του σιατιστινού ιδιώματος. Σας δίνω λίγα μόνο παραδείγματα. Στην ερώτηση πώς λέτε τις λέξεις απαντάει:
βάτραχος, μπάκακας (του νερού) ζιάμπα (της ξηράς)
σάλιαγκας σάλιαρς
τζίτζικας τζίντζιρας
χαίτη αλόγου τσιαμπάς
ιστός αράχνης μπαϊαγκουφουλιά
γιαγιά μαμάνα νενέ
υδρορροή στέγης σιούρκα
αναρριχώμαι γκραμπατσώνουμι
Άλλαξαν σίγουρα πολλά. Εκείνο όμως που δεν άλλαξε είναι
- η αγάπη του κόσμου για το σχολείο τους,
- η φροντίδα των εκπαιδευτικών για το έργο τους και το σχολειό τους και
- η φροντίδα των εκπαιδευτικών και των γονέων να διατηρήσουν και να αυγατίσουν την περιουσία του Σχολείου,
γιατί με αυτήν το φροντίζουν, αφού ποτέ το κράτος δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις λειτουργικές ανάγκες των σχολείων του.
Και θεωρώ χρέος μου στο σημείο αυτό να αναφερθώ στην προσπάθεια του διευθυντή του 1ου Δημ. Σχολείου το 1973 κ. Παντελή Δίκου και της τότε σχολικής Εφορείας του[ (με πρόεδρο αρχικά τον κ. Ι. Δολώπη και μετά την παραίτησή του τον κ. Γ. Μπόντα, ταμία τον Αν. Πούλιο και μετά τον θάνατο του τον κ. Παν. Γκερεχτε και Γραμματέα τον κ. Παντ. Δίκο με τη σοβαρή (αλλά χωρίς ουσιαστική αμοιβή) συμβολή του δικηγόρου κ. Νικολάου Κακάλη] να ρευστοποιήσουν τις τραπεζικές μετοχές του Σχολείου και να αγοράσουν τα 7 διαμερίσματα στη Θεσσαλονίκη, για να έχουν έσοδα από τα ενοίκια.
Διάβασα με προσοχή την επιστολή του κ. Δίκου στο 88ό φύλλο της εφημερίδος ΕΦΗΜΕΡΙΣ, του Συλλόγου «Μαρκίδες Πούλιου» το Σεπτέμβρη του 1990 και θαύμασα την επιμονή τους να πραγματοποιήσουν αυτό που κρίθηκε σωστό, ιδιαίτερα τον αγώνα τους να αποδείξουν ότι το σχολείο ήταν ο διάδοχος της Ελληνικής Σχολής και να κερδίσουν τις 18 μετοχές, τις δεσμευμένες από την Τράπεζα της Ελλάδος Ήταν τυχερό με τον αγώνα αυτό και τα χρήματα – προσφορά της Βασιλικής Νικολάου – Βαρβάρας για άλλη μια φορά να γλιτώσουν και να αξιοποιούνται ως τώρα δεόντως. Η Ιστορία αυτών των μετοχών είναι ενδιαφέρουσα και την παραθέτω: την πρώτη φορά, το 1821 η δωρεά της Βαρβάρας ως αυλικές ομολογίες, γλίτωσαν από τη λεηλασία των Τούρκων στην Κων/πολη και επέστρεψαν στη Σιάτιστα. Αργότερα ο Μητροπολίτης Μελέτιος, για να μείνουν τα χρήματα στο σχολείο, τις εξαγόρασε «πληρώσας το αντίτιμον αυτών εις το ακέραιον», για να εξοφλήσει με αυτές, και όχι με ζεστό χρήμα, όπως θα λέγαμε σήμερα, τα χρέη της Μητρόπολης προς το Πατριαρχείο. Τα χρήματα αυτών των ομολογιών μετατράπηκαν σε μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ως σχολική περιουσία και το 1973 ρευστοποιήθηκαν και έγινε η αγορά των διαμερισμάτων.
Τη λειτουργία του Σχολείου μας για όλα αυτά τα χρόνια δεν μπορώ να την παρακολουθήσω, ίσως κάποιος πρέπει να γράψει την Ιστορία του αναζητώντας πληροφορίες σε αρχεία και έγγραφα.
Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω εδώ είναι να καταθέσω τις προσωπικές μου θύμησες από τη μαθητεία μου σε τούτο το Σχολείο και μέσα από αυτές να δώσω κάποιες εικόνες από τη ζωή και τη λειτουργία του για μια μικρή και συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να θυμηθώ τους δασκάλους και τις συμμαθήτριες και τους συμμαθητές μου.
Για μένα τούτο το σχολείο δεν ήταν ένα απρόσωπο σχολείο, ένα σχολείο σαν όλα τα άλλα, τα σημερινά τα καμωμένα πάνω σε ένα σχέδιο, ίδιο για όλα. Ήταν ένα σχολείο με τη δική του φυσιογνωμία. Στα μάτια μου τότε φαινόταν σαν ένα μεγάλο αρχοντικό.
Θαύμαζα τη μεγάλη και πλατιά σκάλα, που από το ισόγειο του σχολείου μάς οδηγούσε άνετα και χωρίς συνωστισμό στο προαύλιο. Ένιωθα δέος μπροστά στο «μπόι» της, ένιωθα μικρό μυρμηγκάκι απέναντί της. Τις ώρες που το κουδούνι μας συγκέντρωνε στην αυλή έβλεπα όλους τους δασκάλους στο πλατύσκαλο να στέκονται απέναντί μας και εύκολα να μας εποπτεύουν και τους αισθανόμουν σαν να ήταν ανάμεσά μας και με τη σιωπηλή παρουσία τους να επιβάλλουν την τάξη και την ησυχία την ώρα της προσευχής.
Στη σκάλα αυτή φωτογραφιζόμασταν μετά από θεατρικές παραστάσεις
ή παίρναμε θέση για τις ομαδικές αναμνηστικές φωτογραφίες
Αυτή η εικόνα της μεγάλης και επιβλητικής σκάλας με συντρόφευε από το 1951 που έφυγα ως το 74 που ξαναγύρισα, μου θύμιζε το σχολείο μου και δεν άφησε να δημιουργηθεί καμιά άλλη εικόνα από το νέο σχολείο που με υποδέχτηκε. Και ομολογώ πως ξαφνιάστηκα και απογοητεύτηκα, όταν το 1974 που γύρισα την γύρεψα και δεν την έβρισκα. Λάθος. Εκείνη ήταν εκεί και ήταν η ίδια. Εγώ είχα αλλάξει, και μεγάλη πια μπορούσα να τη δω στις πραγματικές της διαστάσεις.
Κι ας κλείσω τούτη την εικόνα της επιβλητικής για μένα σκάλας με μια αναφορά και στο προαύλιο όπου μας οδηγούσε αυτή. Για μένα έχει κι’ αυτό την ιστορία του πολέμου 45-49. Κάποιο διάστημα νιώσαμε σ’ αυτό εντονότερη τη φροντίδα των δασκάλων μας, κάθε πρωί να μας μοιράζουν και να μας επιβάλλουν να πιούμε ένα κύπελλο γάλα με κακάο, να φάμε το σταφιδόψωμο και να καταπιούμε μια κάψουλα μουρουνέλαιο, για να αντιμετωπίσουμε την αδυναμία και την καχεξία από την κακή διατροφή που είχαμε στις δύσκολες εκείνες μέρες.
Πολλά αστεία γίνονταν. Το γάλα δεν μας άρεζε και προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπο να το ξεφορτωθούμε. Το μαρτύριο του μουρουνέλαιου γινόταν μεγαλύτερο αν δεν καταπίναμε την κάψουλα αμέσως ή αν τύχαινε αυτή να σπάσει στα χέρια μας. Και στις δυο περιπτώσεις η μυρουδιά δεν έφευγε με τίποτα και μας βασάνιζε ώρες….
Οι ευρύχωρες αίθουσες διδασκαλίας ήταν ωραίες με τους τοίχους στολισμένους με τα πορτρέτα ηρώων της Επανάστασης του 1821. Ήταν όμως κρύες τις μέρες του χειμώνα, όταν οι σόμπες κάπνιζαν και δεν άναβαν εύκολα, αφού και τα προσανάμματα δεν ήταν πολλά και τα ξύλα που φέρναμε κάθε πρωί τα παιδιά από το σπίτι μας ήταν βρεγμένα.
Στην επάνω μεγάλη αίθουσα, «των τελετών και εξετάσεων», όπως λεγόταν, πολλοί είχαμε την ευκαιρία να ανεβούμε στη σκηνή της και να υποκλιθούμε στο κοινό, σε γονείς, συγγενείς και φίλους, ύστερα από την απαγγελία ενός ποιήματος ή τη συμμετοχή μας σε ένα θεατρικό σκετς, σε ένα ταμπλό βιβάν, στις τελετές λήξης των μαθημάτων ή σε άλλες περιπτώσεις.
Στην αίθουσα αυτή γίνονταν τα εκπαιδευτικά συνέδρια που το οργάνωνα οι εκπαιδευτικοί για την επιστημονική τους ενημέρωση και κατάρτιση.
Από τα μαθήματα που άκουσα δε θυμάμαι πολλά πράγματα. Κράτησα όμως στη μνήμη μου κι εκτίμησα αργότερα μερικά πράγματα που –κρίνοντάς τα και σήμερα - βλέπω ότι ήταν σοφά και εξέφραζαν μια εκπαιδευτική φιλοσοφία, που τελικά διαμόρφωναν μια φιλοσοφία ζωής καλύτερης, νομίζω, από τη δική μας, τη σημερινή, γιατί το όλο πρόγραμμα των μαθημάτων, ως περιεχόμενο και διδακτική πράξη, δεν ήταν προσανατολισμένο μόνο στη γνώση, δεν ασκούσε μόνο το μυαλό, αξιοποιούσε και το χέρι και τις ιδιαίτερες κλίσεις και δυνατότητές μας.
Καθημερινή ήταν η άσκηση στην γραφή μιας παραγράφου στο τετράδιο της αντιγραφής. Η καλλιγραφία το πρώτο μέλημα και η ορθογραφία το σημαντικότερο. Και ο έλεγχος από το δάσκαλο καθημερινός και ουσιαστικός. Η επιβράβευση με ένα βαθμό, άμεση.
Η έλλειψη βιβλίων μας έκανε πιο προσεκτικούς στην αφήγηση του δασκάλου και στην επανάληψη, διπλή και τριπλή, από τους μαθητές, ώστε και το μάθημα να το μάθουμε στο σχολείο και χρόνο για παιχνίδι μέσα στη μέρα να κερδίζουμε.
Στο μάθημα της φυτολογίας είχαμε τον τρόπο να δούμε ζωντανά τη λειτουργία της φύσης.
Τη βλάστηση του φυτού δεν τη διδασκόμασταν στα χαρτιά, ούτε με τις καλύτερες εικόνες του βιβλίου ή με διαφάνειες,
την παρακολουθούσαμε από κοντά, καθώς ο καθένας στο σπίτι του, σαν σε θερμοκήπιο, παρακολουθούσε μέσα σε ένα ποτήρι νερό ή σε πιάτο βαθύ μέρα με τη μέρα και σιγά σιγά να βλασταίνει ο σπόρος της φακής ή του σταριού που είχε βάλει εκεί, το φυτό να μεγαλώνει ή να βλέπει το φασόλι να ανοίγει στα δυο και να μαθαίνουμε έτσι στην πράξη τι είναι το δικοτυλήδονο
Στο μάθημα της Γεωγραφίας γινόμασταν ζωγράφοι. Πάνω σε ένα κομμάτι κόντρα πλακέ κάναμε ανάγλυφους γεωγραφικούς χάρτες. Ζωγραφίζαμε μια γεωγραφική περιφέρεια και με ζυμάρι σχηματίζαμε τα βουνά. Με τα χρώματα, με νερομπογιές ή χρωματιστά μολύβια, ολοκληρώναμε το έργο.
Στο μάθημα της χειροτεχνίας γινόταν πραγματικά άσκηση - προετοιμασία για τη ζωή. Τα κορίτσια μαθαίναμε βελονιές, κοπτική – ραπτική και τα αγόρια με το πριονάκι το ειδικό και το σχέδιο πάνω σε κόντρα πλακέ έκαναν κατασκευές, πραγματικά έργα τέχνης. Εκεί μαθαίναμε να κάνουμε με γκοφρέ χαρτί λουλούδια, ωραία τριαντάφυλλα, να κατασκευάζουμε στολές με αυτό το χαρτί για κάποιες εκδηλώσεις στις τελετές λήξης του σχολικού έτους ή στις γυμναστικές επιδείξεις.
Τέτοιες προσπάθειες δένουν τα παιδιά μεταξύ τους, τα μαθαίνουν να συνεργάζονται, να αξιοποιούν τις δυνάμεις τους να φαντάζονται και να λύνουν προβλήματα, να εκτιμούν τη δουλειά των χεριών τους, να μην αισθάνονται μειονεκτικά, γιατί δεν τα πήγαιναν τόσο καλά σε κάποιο μάθημα. Για όλους υπήρχε το μπράβο και η αναγνώριση.
Και όλα είχαν μέτρο. Είχαν το μέτρο μας. Τίποτε παραπάνω από αυτό που μπορούσαμε…… Έτσι και το σχολείο το θυμόμαστε για όσα κάναμε και ήταν πολλά, όχι για όσα δεν μπορούσαμε να κάνουμε, για την αποτυχία ή την αδυναμία μας.
Το σχολείο μας ετοίμαζε και για τις φροντίδες της ζωής. Το σημαντικότερο κομμάτι της οικονομικής ζωής της πόλης για τότε ήταν η αμπελοκαλλιέργεια. Ο τρύγος ήταν μια από τις πιο κρίσιμες ώρες, καθώς γινόταν σε καιρό που έφερνε βροχές. Απαιτούσε πολλά χέρια. Έπρεπε όλοι να μπουν στον αγώνα. Θέρος, τρύγος, πόλεμος.
Παλιά το σχολείο σταματούσε τα μαθήματα για μια βδομάδα, βλέπουμε το σχετικό πρακτικό, και η έναρξη του τρύγου σημαδευόταν από εκείνη την ωραία τελετή: συνάντηση του κόσμου στον Άγιο Μηνά, μπροστά στο Ηρώο, όπου εψάλετο δέηση. Ζούσαμε και μόνο με αυτή την τελετή και συνειδητοποιούσαμε την κρισιμότητα της ώρας, αφού ζητούσαμε θεία προστασία για κάποια εργασία μας. Στην τελετή έπαιρνε επίσημα μέρος και αντιπροσωπεία μαθητών με στεφάνια στο κεφάλι καμωμένα με κληματόβεργες.
Αργότερα, όταν τα μέσα στη δουλειά άλλαξαν, ο τρύγος ήταν αφορμή μόνο να κλείσουν τα σχολεία, εθιμικώ δικαίω και χωρίς πρακτικό λόγο, και η τελετή σιγά σιγά ξεχάστηκε αλλά και η αργία καταργήθηκε.
Και τι δεν έχεις να θυμηθείς από τη σχολική ζωή … από το λαγοπόδαρο που αναζητούσαμε να το κάνουμε σπόγγο για τον μαυροπίνακα ως τις ημερήσιες εκδρομές στον Αι-Γιώργη, όπου απλώναμε την πετσέτα μας με ό,τι είχαμε, κιχιά, αυγά, κεφτεδάκια μυρωδάτα, κι έπειτα το ρίχναμε στο χορό ή…. στην προσπάθεια να περάσουμε ανάμεσα από δυο κλαδιά δέντρου που άνοιγαν σε σχήμα V αφήνοντας πολύ λίγο χώρο, και να αποδείξουμε περνώντας ανάμεσά τους πως δεν είχαμε αμαρτίες…
Θυμάμαι ακόμη και την προσπάθεια να συντάξουμε ένα ημερολόγιο- σημειώσεις για κάθε μέρα- σε ένα μπλοκ και να το διαβάσουμε κάποια ώρα στην τάξη. Ήταν το πιο δύσκολο πράγμα για μένα. Τι να γράψω, αφού τίποτε δεν άλλαζε στη ζωή μου; Το «Σηκώθηκα, πλύθηκα, ντύθηκα, έκανα την προσευχή μου, έφαγα πήρα την τσάντα και έφυγα για το σχολείο» ήταν η επαναλαμβανόμενη ανούσια εισαγωγή, που κάποτε ήταν και η μοναδική καταγραφή.
Κάποτε όμως σ’ αυτό κατέθεσα και τις σκέψεις μου για ένα σημαντικό γεγονός. Σε μια σελίδα με ημερομηνία 4 Νοεμβρίου 1950 ενός μπλοκ που ακόμα φυλάγω έγραψα για τη σημαντική αυτή μέρα:
Σιάτιστα 4-11-1950
Πρωί πρωί σηκώθηκα και αντίκρισα την ωραία Σιάτιστα. Μα ξαφνικά όμως άκουσα τις καμπάνες και μετά κατάλαβα ότι είναι η 4η Νοεμβρίου που οι Τούρκοι θα σκλαβώναν τη Σιάτιστα. Αλλά ο ελληνικός στρατός και η παληκαριά των Σιατιστινών ελευθέρωσαν την πατρίδα μου. Την ημέρα εκείνη χύθηκε αρκετό αίμα των Σιατιστινών και άλλων στρατιωτών. Γι’ αυτό χρέος μας είναι να σηκωθούμε να πάμε να τους χαρίσομε λίγα λόγια. Πραγματικά πήγα στο σχολείο. Εκεί καθίσαμε λίγο και πήγαμε στην εκκλησία να ακούσουμε τη δοξολογία και πήγαμε στο Ηρώον και καταθέσαμε στεφάνια ..…
Θα τελειώσω την ομιλία μου όπως άρχισα, συναισθηματικά. Θα θυμηθώ και θα θυμίσω… θα αναφερθώ σε δασκάλους και συμμαθητές, σε κάποια γεγονότα…
Καμάρωνα το δάσκαλο Παναγιώτη Μάνιο για το λεβέντικο παράστημά του, αλλά διαφωνούσα με την αυστηρότητά του και φοβόμουνα τη βέργα του…. Δε θα ξεχάσω τον Θωμά Παπαγεωργίου, τον κύριο Θωμά, για το μόνιμο χαμόγελό του, που μου έδινε την αίσθηση της γαλήνης και της σιγουριάς. Οι δασκάλες μας, η κ. Βασιλική, η κ. Ζαφειρία, φάνταζαν σε μένα σαν μάνες, καθώς μας φρόντιζαν σαν παιδιά τους και ήταν δίπλα μας τα πρωινά να πιούμε το γάλα κι εκείνη την απαίσια βιταμίνη που ανέφερα παραπάνω.
Μα στην καρδιά μου έμεινε για πάντα μια πολύ νέα και όμορφη δασκάλα, ξένη, η Θάλεια Κωστοπούλου, αν θυμάμαι καλά το όνομά της. Την έβλεπα με θαυμασμό ντυμένη με τη σωμόν μοντέρνα μουσαμαδιά της και ήθελα έτσι όμορφες να είναι όλες οι δασκάλες μου. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα και το πόσο ενημερωμένη σε θέματα ψυχολογίας παιδιού και παιδαγωγικής ήταν η νεαρή αυτή δασκάλα μου και πόσο καλό μου έκανε διαβάζοντας το απρόσμενα ανορθόγραφο γραπτό μου, που έδειχνε και το πρόβλημα μου, την ανάγκη μου να με προσέξει κι εμένα σαν μαθήτρια η μητέρα μου:
Κάποια στιγμή παρατήρησε σε μένα μια αλλαγή απρόσμενη, ξαφνικά έγινα φοβερά ανορθόγραφη. Κατάλαβε σωστά τι μου συνέβαινε, ήταν η εναγώνια ασυνείδητη προσπάθειά μου να προκαλέσω την προσοχή της «δασκάλας» μητέρας μου, να με προσέξει και μένα όπως έκανε για τα άλλα παιδιά. Οι υποχρεώσεις της οι οικογενειακές και η φροντίδα της για τα παιδιά της τάξης της έβαλαν το παιδί της, εμένα, σε δεύτερη μοίρα κι εγώ χτύπησα κουδούνι κινδύνου, που η νεαρή δασκάλα το άκουσε, ενημέρωσε τη μητέρα μου και με έσωσε από χειρότερα. Μπορώ να την ξεχάσω; Και για πόσα άλλα παιδιά θα έδωσε την καλύτερη συμβουλή της!.....
Για δασκάλους που υπηρέτησαν σε τούτο το σχολείο και μάλιστα από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ζήλεψα τις πλούσιες και ωραιότατες περιγραφές του αξέχαστου καθηγητή Χρήστου Καπνουκάγια . Μπαίνω στον πειρασμό να μεταφέρω εδώ μερικά αποσπάσματα για δυο πρόσωπα που γνώρισα, τον παππού μου Ζήση Ζωγράφο και τον παππού Φίλιππο Ζυγούρη. Διάβασα το κείμενο του Χρ. Καπνουκάγια και ήταν σαν να τους είδα ολοζώντανους μπροστά μου, όπως τους ήξερα.
Τους ξεχώρισα όμως και για έναν άλλο λόγο, γιατί, αν αφαιρέσουμε τα ονόματα και τα συγκεκριμένα πρόσωπα και τις λεπτομέρειες αυστηρότητας, έχουμε τα πορτρέτα /πρότυπα του Δασκάλου και του Διευθυντή ακόμα και για σήμερα.
Γράφει λοιπόν ο Χρ. Καπνουκάγιας.
.1. Διδάσκαλόν μου εις τα Γλωσσικά …… είχα τον αείμνηστον Ζήσην Ν. Ζωγράφον , μαθητήν του περιβόητου τότε Παιδαγωγού Παπαμάρκου, από το Βελβεντό της Δυτικής Μακεδονίας. Πρότυπον δημοδιδασκάλου.
Καθαρός, καθαρώτατος. Νευρώδης και λεπτότατος. Πάντοτε με την κρανίσια βέργα στα χέρια του και με τα εξυπνότατα μάτια του διαρκώς σπινθηροβολούντα και εις αδιάπτωτον προσοχήν τους μαθητάς προκαλούντα.
Αυτός ο λαμπρός και δραστηριότατος εκπαιδευτικός μας πρωτοεδίδαξε τα Γράμματα του Ελληνικού Αλφαβήτου εις την πρώτην τάξιν του Δημοτικού σχολείου ……
Μεθοδικότατος και προσεκτικότατος εις την διδασκαλίαν του της πρώτης αναγνώσεως.…Ομολογώ ότι ο Ζήσης Ν. Ζωγράφος ήτο Πρωτομάστορας εις το μάθημα αυτό, που είναι η βάσις πάσης μαθήσεως.
Δεν ήρχιζε την παράδοσίν του, εάν δεν εξησφάλιζε αδιάπτωτον την προσοχήν όλων των μαθητών, οι οποίοι έπρεπε να έχουν όλοι συμπεπλεγμένας τα χείρας….
Δεν προχωρούσεν εις την διδασκαλίαν των γραμμάτων, εάν δεν ήτο βέβαιος από ερωτήσεις που απηύθυνε εις όλους τους μαθητάς της τάξεως ότι όλοι έγιναν κάτοχοι του διδαχθέντος.
Οσάκις αντελαμβάνετο απροσέκτους μαθητάς, αμέσως κατέβαινε από την έδραν και τοποθετούσε την κρανίσια βέργα του επί των κεφαλών των δυο εγγύς καθημένων μαθητών, δια να εξασφαλίσει το αδιατάρακτον της κεφαλής των απρόσεκτων μαθητών, οι οποίοι ετιμωρούντο με ραβδισμόν εις τας χείρας, εάν έπεφτεν η βέργα από τας κεφαλάς των………...
Το μάθημα της Ιχνογραφίας το εδίδασκεν κατά τρόπον τοιούτον, ώστε να αποτελεί τύπον και υπογραμμόν ιεραρχικής διδασκαλίας του μαθήματος
Τα πρότυπα που μας παρέδιδε προς ιχνογράφισιν τα έλεγε Σχήματα. Τα ερίγωνε δε (ο ίδιος) πρώτα εις τετραγωνίδια – τετραγωνάκια- με μολίβι και κατόπιν τα διένεμε, όχι εις όλους το αυτό αλλά εις ένα έκαστον χωριστά ίδιον (ξεχωριστό) σχήμα, αναλόγως της επιδόσεως που είχε εις το μάθημα αυτό ο καθένας μας. Πολυπλοκότερα εις τους ικανούς, απλούστερα εις τους αδύνατους».
Έτσι πραγματικά ήταν ο παππούς μου και τον θυμάμαι σαν τώρα γέροντα και παράλυτο να κάθεται δίπλα στο παραθύρι και να προσπαθεί, ενώ εγώ τον τάιζα, να μου μάθει το τραγούδι: «Ελευθεριά και Έλλην γενήθηκαν μαζί / Τον αετό ποιος είδε να ζει μες στο κλουβί;» και να κλαίει από συγκίνηση, που εγώ τότε μικρή δεν μπορούσα να την καταλάβω, να τη δικαιολογήσω.….
2.Για τον Φίλιππο Αναστασίου Ζυγούρη γράφει
Καθ’ όλα τα έτη της μαθητείας μου εις το εξατάξιον Δημοτικόν Σχολείον Χώρας Σιατίστης ήτοι από του 1908 μέχρι του 1914 διευθυντήν μου είχα τον αείμνηστον Φίλιππον Αναστασίου Ζυγούρην.
Τυπικότατος διευθυντής σχολείου έχων την φήμην ανωτέρου λογίου. Κατά τα χρόνια εκείνα ο διευθυντής του σχολείου έπρεπε να είχε επιβληθεί με το ήθος και την μάθησιν του τόσον εις τους συναδέλφους του ως ανώτερος άνθρωπος, όσον και εις τους γονείς των μαθητών του ως αδέκαστος διδάσκαλος. Τοιούτος τις πρέπει να είναι ο Διευθυντής. …..
Ήτο υψηλού αναστήματος, εν μέρει φαλακρός και με υπογένειον. Λεπτεπίλεπτος εις την όλην του εμφάνισιν και με λαλιάν διανοουμένου λογίου.
Ηυχαριστείτο κανείς να τον βλέπει βαδίζοντα ή ομιλούντα τον Φίλιππον Ζυγούρην. Ενσάρκωνε ιδεώδες η φυσιογνωμία του. Δι’ ημάς τους τότε σκλάβους ακόμη (ενσάρκωνε) την ιδανικήν Ελλάδα της Αρχαιότητος
Και ο τελευταίος λόγος ας είναι για τις συμμαθήτριες και τους συμμαθητές μου:
. Θυμάμαι ως τώρα όλα τα παιδιά με πολλή αγάπη. Σήμερα όμως με ιδιαίτερη αγάπη και ευγνωμοσύνη θα μνημονεύσω έναν, που από χρόνια δεν είναι ανάμεσά μας, τον Νίκο Μπουσταντζή, και θα καταλάβετε γιατί θα το κάνω. Για μένα ο Νίκος ήταν ο φόβος κι ο τρόμος. Με περίμενε έξω από το σχολείο, για να ξεσπάσει σε μένα κάθε φορά που κάποιος δάσκαλος τον μάλωνε ή τον τιμωρούσε. Έπρεπε να πληρώσω εγώ τα σπασμένα, επειδή ήμουν το παιδί της δασκάλας….
Όλα όμως τέλειωσαν ύστερα από ένα περιστατικό και μια δική μου αντίδραση. Ο Νίκος είχε πάει με το άλογο κάπου στο Γρίβα ή στα Κουριά και το άλογο τον έριξε κάτω. Γύρισε χτυπημένος και οργισμένος και κατά τύχη βρέθηκα στο δρόμο του. Με ενδιαφέρον ανυπόκριτο αυθόρμητα τον πλησίασα, τον ρώτησα τι έπαθε, αν πονούσε. Τα πάντα άλλαξαν. Ο Νίκος ηρέμησε και από τότε έγινε φίλος και προστάτης μου.
Αυτή η ιστορία για μένα από τότε ήταν και είναι ένα μάθημα ζωής, είναι από εκείνα που καθόρισαν τη συμπεριφορά μου, όπως είπα αρχίζοντας, και γι’ αυτό τον ευγνωμονώ. Μου έδειξε πως όλοι θέλουμε την προσοχή, τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, την αγάπη του άλλου κι εγώ έμαθα πως δεν μας κοστίζουν η καλοσύνη και η ανυπόκριτη φροντίδα για κάποιον. Αντίθετα. Όλα αυτά αξίζουν πολύ για τις συνέπειές τους.
Αυτό σαν μια γλυκιά θύμηση για το Νίκο, που μου έδωσε ένα μεγάλο μάθημα ζωής, με έμαθε να δείχνω κατανόηση, να δικαιολογώ, να αγαπώ τον άνθρωπο.
Αυτό είναι μάθημα που οδηγεί στην παιδεία του ανθρώπου. Και το πήρα σε τούτο το σχολείο νωρίς. Δεν το ξέχασα ποτέ.
Σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να γυρίσω για λίγο πίσω το χρόνο να θυμηθώ και να σκεφτώ……

Θεοδώρα Ζωγράφου-Βώρου
Πικέρμι 11/11/2012
1η ανάρτηση: Κυριακή 11/11/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου