Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017



Ιδρυμα Βασιλείου Μελά


Ένα εκπληκτικό κοινωφελές έργο επιτελείται στον χώρο της ελληνικής παιδείας για περισσότερο από ένα αιώνα από το Ίδρυμα Μελά, χωρίς να τυχαίνει της προβολής που θα του έπρεπε.

Πρόκειται για ένα ίδρυμα αφιερωμένο αποκλειστικά στην προσχολική εκπαίδευση (νηπιαγωγεία), που ανεγείρει ή στηρίζει με αποστολές παιδαγωγικού υλικού τα εκτός Αθήνας νηπιαγωγεία, με έμφαση σ’ αυτά απομακρυσμένων περιοχών. Θεωρώντας ότι οποιαδήποτε εισαγωγή από μέρους μας καθίσταται περιττή, αφήνουμε να μιλήσει η αδιάψευστη γλώσσα των αριθμών.

Ο αριθμός των αποστολών παιδαγωγικού-εποπτικού υλικού για το 2010 και μόνο για νηπιαγωγεία της Ξάνθης, είναι εύγλωττος: Στα νηπιαγωγεία Άνω Θερμών, Κοτύλης, και Πάχνης στάλθηκαν δύο φορές μέσα στη χρονιά παιδαγωγικό υλικό και βιβλία. Από μία φορά στάλθηκε παιδαγωγικό υλικό στα νηπιαγωγεία Κύκνου, Μελιβοίων, Τεμένους, Ωραίου, Γλαύκης, Δημαρίου και στο ειδικό νηπιαγωγείο Νέου Ζυγού. Αντίστοιχη είναι η εικόνα σε όλη την επικράτεια: τον περασμένο Σεπτέμβριο ολοκληρώθηκε το νέο νηπιαγωγείο στο Μεσολόγγι, τον Δεκέμβριο στο Βελβεντό Κοζάνης, φτιάχτηκαν παιδικές χαρές σε πάμπολλα νηπιαγωγεία ανά την επικράτεια (από Λαύριο και Ηγουμενίτσα μέχρι Χανιά και Θεσσαλονίκη), στάλθηκαν βιβλία και παιδαγωγικό υλικό από την Κέρκυρα μέχρι την Πάτμο και την Ορεστιάδα), κρεβάτια σε ολοήμερο νηπιαγωγείο της Δράμας. Πολύ περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ.

«Καταντάει σήμερα το 50% να πηγαίνει σε πληρωμές και μας μένει το μισό των εσόδων!»

Από μια ιστορική και συγκινητική παλαιότερη συνομιλία με τον δισέγγονο του Βασιλείου Μελά και πρόεδρο του Ιδρύματος την τελευταία τριακονταετία κ. Βίκτορα Μελά, σταχυολογούμε: «Ο άνθρωπος που ξεκίνησε αυτή την ιστορία είχε μια απίθανη διορατικότητα, έβαλε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του κι έχτισε αυτό το παλάτι (σ.σ. αναφέρεται στο μέγαρο Μελά στην Αθήνα, για το οποίο θα διαβάσετε παρακάτω). Σε μια εποχή που δεν μιλούσε κανείς ούτε για το δημοτικό ακόμα, είπε να γίνονται νηπιαγωγεία –και μόνο νηπιαγωγεία- εκτός των Αθηνών! Σε ένα γράμμα βρήκαμε και τον λόγο: Όχι στην Αθήνα γιατί γι’ αυτή μεριμνούν οι εκάστοτε κυβερνήσεις ως πρωτεύουσα. Και ο Βασίλειος Μελάς ήθελε έτσι να βοηθήσει την περιφέρεια».

Δίνοντας κάποια στοιχεία για τον προπάππο του, ο συνομιλητής μας λέει: «Ο Βασίλειος Μελάς δεν μπορούσε να κάνει παιδιά με τη γυναίκα του κι έτσι θέλησε να κάνει κάτι για τα παιδιά όλης της χώρας. Ήταν αδελφός του γνωστού Λέοντα Μελά που έγραψε τον “Γεροστάθη” και χρημάτισε υπουργός του Όθωνα. Νομικός, καθηγητής ποινικού δικαίου που μετά ασχολήθηκε με την πολιτική, τσακώθηκε με τον Όθωνα γιατί δεν συμφωνούσε με τις απολυταρχικές τάσεις του. Ήταν και συντάκτης του πρώτου σχεδίου συντάγματος της ελεύθερης πλέον Ελλάδας, ενώ είχε γράψει και για τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας».

Το Ίδρυμα Μελά διαχειρίζεται τα εισοδήματα του κτιρίου μέσω μιας τριμελούς διαχειριστικής επιτροπής. Με φόντο τη μέγγενη της κρατικής εισπρακτικής πολιτικής που γίνεται όλο και πιο σφιχτή και με δεδομένο ότι η συζήτησή μας έγινε προ διετίας, ακούστε τον κ. Μελά να εξηγεί τη διαδικασία για τα νηπιαγωγεία που βοηθούνται.

«Άμεση ανταπόκριση, με πληρότητα και χωρίς καμία παρέμβαση σε οτιδήποτε»

Συνομιλώντας παλαιότερα με τις νηπιαγωγούς τριών εκ των ευεργετηθέντων νηπιαγωγείων, γίναμε αποδέκτες επαινετικών σχολίων και ευχαριστιών για τη σπουδαία πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μελά.
«Το σχολείο μας είναι παράρτημα, έχει ενάμισι χρόνο που λειτουργεί και δεν ήταν πλήρως εξοπλισμένο. Είναι σημαντική βοήθεια, ειδικά αυτή την εποχή που οι σχολικές επιτροπές δεν διαθέτουν χρήματα… Σ’ ένα νηπιαγωγείο αυτά τα υλικά –αν και παιχνίδια- έχουν σημαντική παιδαγωγική αξία» λέει η Κ. Γ. που έλαβε υλικά κοστολογούμενα περί τα τριακόσια ευρώ. Η ίδια επισημαίνει ότι «προσωπικά δεν συμφωνώ με την ιδιωτική πρωτοβουλία στα σχολεία. Είμαι υπέρ της δημόσιας δωρεάν παιδείας, αλλά…», προσθέτοντας: «Το θετικό του συγκεκριμένου ιδρύματος είναι ότι δεν ρωτά ποιες είναι οι ανάγκες και τις καλύπτει σύμφωνα με τις δικές μας προτεραιότητες. Χωρίς να παρεμβαίνει καθόλου στη συνέχεια».

Η Σ. Χ. δήλωνε με τη σειρά της: «Κάναμε μια διαδικασία, στείλαμε ένα έγγραφο με κάποιες καταστάσεις υλικών που χρειαζόμαστε από ένα κατάλογο και μέσα σε διάστημα περίπου ενός μήνα μας τα έστειλαν. Το κόστος των υλικών ήταν περί τα τριακόσια ευρώ –ίσως και παραπάνω- και η αλήθεια είναι ότι μας έστειλαν ό,τι ζητήσαμε!». Λέγοντας ότι «η παρέμβαση αυτή είναι σίγουρα θετική», σημειώνει: «Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι ανταποκρίθηκαν και μάλιστα πολύ άμεσα, με πληρότητα, χωρίς τσιγκουνιές και χωρίς να ακολουθηθεί κάποια ιδιαίτερη ή πολύπλοκη διαδικασία. Με τον πρώτο λόγο μας τα έστειλαν αμέσως και αυτό μας εξυπηρετεί».

«Από στόμα σε στόμα μάθαμε κι εμείς γι’ αυτή τη δωρεά που γίνεται, σύμφωνα βέβαια με τα σχολεία αλλά και τις εκάστοτε δυνατότητες του ιδρύματος», δηλώνει άλλη νηπιαγωγός. «Έχουμε πάρει κάποιο παιδαγωγικό υλικό, κάτι που έχει γίνει και άλλες φορές στο παρελθόν. Συντάσσουμε ένα έγγραφο με τις ανάγκες του σχολείου και μας απαντούν. Πήραμε παιδαγωγικό υλικό που κοστολογείται περί τα διακόσια ευρώ και πρόκειται για υλικό που είχαμε ζητήσει εμείς. Η προσφορά ήταν πάρα πολύ ευπρόσδεκτη και γι’ αυτό ζητάμε κάθε φορά απαραίτητα υλικά, γιατί οι σχολικές επιτροπές δεν έχουν τη δυνατότητα πλέον να μας επιχορηγούν και με τέτοιο υλικό».


Η ιστορία του «Νηπιακού Επιμελητηρίου Μελά»

Ο Βασίλειος Μελάς, γόνος μιας από τις παλαιότερες οικογένειες της Ηπείρου, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1819 και πέθανε στο Παρίσι -όπου είχε μεταφερθεί για να αντιμετωπίσει μια χρόνια αρρώστια- το 1884, σε ηλικία 66 ετών. Ίδρυσε το Νηπιακό Επιμελητήριο Μελά (Ν.Ε.Μ.) και από το 1895 μέχρι σήμερα ανοικοδομήθηκαν με δαπάνες του πάνω από διακόσια σχολικά κτίρια, ενώ επισκευάστηκαν και συντηρήθηκαν περί τα εκατό υπάρχοντα κτίρια, μία πολιτική που συνεχίζεται ανελλιπώς.

Το πρώτο σχολικό κτίριο -ένα μονοθέσιο δημοτικό σχολείο και διδακτήριο θηλέων- αναγέρθηκε στο Αμαρούσιο Αττικής το 1895. Στη συνέχεια το Ν.Ε.Μ. εκτείνει τις δραστηριότητές του εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους, σε περιοχές που κατοικεί ελληνισμός (Μικρά Ασία, Μακεδονία και Θράκη). Λίγο πριν την έναρξη των βαλκανικών πολέμων, με κεφάλαια του ιδρύματος οικοδομούνται κτίρια στο Ικόνιο, στα Πέρματα και στην Κιουτάχεια. Στη συνέχεια το ενδιαφέρον στρέφεται στη Μακεδονία και από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα χτίζονται σχολικά κτίρια στην Προσοτσάνη και στη Δράμα, στη Δοϊράνη, στη Φλώρινα, αλλά και στο Μελένικο (Βουλγαρία), στη Στρώμνιτσα (ΠΓΔΜ) και αλλού. Το ίδιο και στην Ήπειρο (λόγω και της καταγωγής των Μελάδων) όπου χτίζονται τα κτίρια των Μπαουσίων (Ιωάννινα), της Παραμυθιάς και των Αχουρίων (Θεσπρωτία), ενώ στη σημερινή Αλβανία εκείνα του Αργυρόκαστρου, του Δελβίνου, της Δερβιτσάνης, της Χιμάρας, της Σωπικής και άλλα.

Μετά την οριστικοποίηση των συνόρων, το Ν.Ε.Μ. αφιερώνει όλη τη δραστηριότητά του στο εσωτερικό της επικράτειας και ιδιαίτερα στις παραμεθόριες και απομακρυσμένες περιοχές, οι οποίες έχουν και τις μεγαλύτερες ανάγκες. Έτσι, ανεγείρει -μεταξύ πολλών- διδακτήρια στο Σουφλί (1925), στην Κόνιτσα (1927), στην Πυρσόγιαννη (1929) και συνεχίζει μέχρι τον πόλεμο του 1940 με δεκάδες άλλα. Παράλληλα με την ανέγερση νέων κτιρίων σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης παιδαγωγικής πρακτικής, ιδιαίτερη μέριμνα δίδεται στη διάσωση, αναπαλαίωση και ανάδειξη κτισμάτων ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής. Για παράδειγμα, το α΄ νηπιαγωγείο Σουφλίου που λειτούργησε το 1925 και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της περιοχής, επισκευάστηκε εκ βάθρων το 1999 με δαπάνες του ιδρύματος και λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς διακοπή. Ανάλογες περιπτώσεις αποτελούν τα δημοτικά σχολεία της Σούρπης (Μαγνησία) και της Ελασσόνας (Λάρισα). Στο ίδιο πνεύμα, οι νέες κατασκευές σε παραδοσιακούς οικισμούς ακολουθούν την τοπική αρχιτεκτονική παράδοση, όπως ο βρεφονηπιακός παιδικός σταθμός και το νηπιαγωγείο Μετσόβου που λειτουργούν από το 1991, φιλοξενώντας κάθε χρόνο περί τα 135 βρέφη και νήπια.

Ανταποκρινόμενο άμεσα σε έκτατες ανάγκες, το ίδρυμα δαπάνησε σημαντικά ποσά σε περιοχές που επλήγησαν από σεισμούς. Στη δεκαετία του 1950 ανεγέρθηκαν και επισκευάστηκαν κτήρια στα Ιόνια νησιά και στο νομό Μαγνησίας. Πιο πρόσφατα (1995) ανοικοδομήθηκε νηπιαγωγείο στη Δήμητρα Γρεβενών, ενώ το ίδιο συνέβη και στα Νέα Λιόσια μετά τους σεισμούς της Πάρνηθας, με ένα υπερσύγχρονο νηπιαγωγείο που λειτουργεί από το 2002 με περισσότερα από εβδομήντα νήπια. Παράλληλα με την οικοδομική δραστηριότητα, το ίδρυμα συνδράμει στις ανάγκες δεκάδων νηπιαγωγείων (βιβλία, αναλώσιμο υλικό για δραστηριότητες, παιχνίδια, μουσικά όργανα κ.α.), αλλά και σε υλικό υποδομής (έπιπλα, όργανα παιδικής χαράς, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, φωτοτυπικά μηχανήματα κ.α.).

Η λειτουργία του ιδρύματος και το ιστορικό κτίριο της οδού Αιόλου

Με τη διαθήκη του, ο Βασίλειος Μελάς είχε ορίσει την επωνυμία του υπό σύσταση ιδρύματος ως Νηπιακόν Επιμελητήριον Μελά. Μέχρι το 2007 το ίδρυμα λειτουργούσε και ήταν γνωστό με την επωνυμία αυτή. Η σημερινή διαχειριστική επιτροπή, κρίνοντας αφενός μεν ότι από τους όρους Νηπιακόν Επιμελητήριον δεν διασαφηνίζονται οι σκοποί που επιδιώκει το ίδρυμα, αφετέρου δε ότι με την απλή προσθήκη του ονόματος της οικογένειας Μελά δεν προκύπτει ποιος είναι ο ευεργέτης και ιδρυτής, επιδίωξε και πέτυχε την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος με το οποίο η επωνυμία τροποποιήθηκε σε «Ίδρυμα Βασιλείου Γ. Μελά για την προσχολική αγωγή».

Το όραμα του Βασιλείου Μελά για την υποχρεωτική φοίτηση των παιδιών άνω των πέντε ετών στο νηπιαγωγείο και τη διεύρυνση της λειτουργίας του κλασικού νηπιαγωγείου με τη δημιουργία του ολοήμερου, υλοποιείται με τη συνεχή και δυναμική δραστηριοποίηση του Ν.Ε.Μ. Μεταξύ των πρώτων στη χώρα συγκαταλέγεται το νηπιαγωγείο της Ζίτσας, που κτίστηκε από το ίδρυμα και μετατράπηκε σε ολοήμερο στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το όραμα του Βασιλείου Μελά, που υλοποιείται με την αξιοποίηση των εσόδων της περιουσίας του από τη σύσταση του ιδρύματος τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, ακολουθεί και η σημερινή διαχειριστική επιτροπή του. Έτσι, αποβλέποντας στην αύξηση των εισοδημάτων του ιδρύματος, ανεγέρθηκε πολυώροφο κτίριο γραφείων σε ιδιόκτητο οικόπεδο στο Μοσχάτο.

Ιδιαίτερο ιστορικό –και όχι μόνο- ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία του κτιρίου που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας (Αιόλου 93 και Κρατίνου 1) και αποτελεί την πηγή χρηματοδότησης όλων των παραπάνω. Το 1873 ο Βασίλειος Μελάς αγόρασε τρία οικόπεδα έκτασης περίπου 1.600 τετραγωνικών μέτρων και ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ τη μελέτη οικοδόμησης διώροφου μεγάρου με υπόγειο. Πρόκειται για το οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς Αιόλου, Σοφοκλέους, Στρέιτ και Κρατίνου, στη νοτιοανατολική γωνία της τότε πλατείας Λουδοβίκου Α΄, σημερινής πλατείας Κοτζιά (δημαρχείου Αθήνας). Επρόκειτο για το μεγαλύτερο ιδιωτικό κτίριο της Αθήνας, η οποία αριθμούσε τότε περί τους 50.000 κατοίκους. Η ανέγερσή του κόστισε ένα εκατομμύριο δραχμές, όταν ο προϋπολογισμός του κράτους ανερχόταν στα 33.000.000.

Τη δεκαετία του 1880, τα καταστήματα του ισογείου και τα διαμερίσματα των δύο ορόφων ενοικιάζονται σε επαγγελματίες. Στο μέγαρο στεγάστηκε για ένα μικρό διάστημα (1881) το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και αργότερα η Αθηναϊκή Λέσχη (1888-1894). Συγχρόνως αναφέρεται και η χρήση του για εκθέσεις καλλιτεχνών της εποχής. Το 1897 προκαλούνται σοβαρές καταστροφές από πυρκαγιά στο μέγαρο, η επισκευή του οποίου ολοκληρώθηκε το 1899 από τον μηχανικό Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη. Αναφέρεται επίσης και επιθυμία του κράτους να τροποποιηθεί το κτίριο ώστε να χρησιμοποιηθεί ως δικαστικό μέγαρο, η οποία και δεν πραγματοποιήθηκε. Το κτίριο μισθώθηκε τελικά στις αρχές του 1900 από το υπουργείο Συγκοινωνιών, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως Ταχυδρομικό, Τηλεγραφικό και Τηλεφωνικό Μέγαρο και παρέμεινε το κεντρικό ταχυδρομείο των Αθηνών μέχρι το 1973. Μετά το 1940 και όσο διαρκούσε ο πόλεμος, εγκαταστάθηκαν εκεί η Υπηρεσία Λογοκρισίας, διάφορες στρατιωτικές υπηρεσίες και η Αγγλική Υπηρεσία Διαβιβάσεων, ενώ στην κατοχή το κτίριο επιτάχθηκε για να εγκατασταθούν γερμανικές υπηρεσίες. Στη διάρκεια του εμφυλίου στρατωνιζόταν εκεί η αγγλική φρουρά.

Το κτίριο κηρύχθηκε το 1974 διατηρητέο από το υπουργείο Πολιτισμού και το 1977 μισθώθηκε από τη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ανέλαβε -σε συνεργασία με το Ίδρυμα- την αποκατάσταση στην αρχική μορφή του, με μετάπλαση του τρίτου ορόφου (που είχε προστεθεί τα έτη 1909 και 1932) βάσει μελέτης του αρχιτέκτονα Διονύση Βλαχόπουλου. Στο κτίριο, του οποίου τα εγκαίνια έγιναν τον Ιανουάριο του 1989, λειτουργούν διάφορες υπηρεσίες της Εθνικής Τράπεζας, ενώ πραγματοποιούνται σ' αυτό -εκτός από συναλλαγές- οι δημόσιες σχέσεις της τράπεζας καθώς και εκδηλώσεις πολιτιστικού ενδιαφέροντος.

Πηγή: indexanthi.gr/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου