Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Αλέκος Παναγούλης- προσωπικές αναμνήσεις
Δύσκολο. Πολύ δύσκολο να μιλήσεις για τον Αλέκο. Έναν άνθρωπο που «έφυγε» τόσο σύντομα κι ανεπάντεχα από κοντά μας και που μόνο η αναφορά του ονόματός του προκαλεί- και δικαίως- σε χιλιάδες πατριώτες μας. ρίγη συγκίνησης και παραδοχής. Πράγματι ο Αλέκος ήταν φτιαγμένος από ειδικό σπάνιο μέταλλο πίστης, πείσματος και στοχοπροσήλωσης. Μόνο αν ιδωθεί με το βλέμμα της ειδικής περίπτωσης θα μπορέσουν να ερμηνευτούν οι πράξεις κι αντοχές του.
Προφανώς δεν έχω τη φιλοδοξία να περιγράψω τον άνθρωπο. Υπάρχουν γύρω μας ικανότεροι κι αρμοδιότεροι για κάτι τέτοιο. Απλώς, επειδή στην πορεία της ζωής μου έτυχε να συναντηθούν δυο- τρεις φορές οι δρόμοι μας, θα δώσω στο μελλοντικό βιογράφο μερικά ψιχία προσωπικών μου συμβάντων και γνώσεων στα οποία πρωταγωνίστησε ο Αλέκος, έναν ρόλο που αυτοδικαίως πάντοτε κατακτούσε. Τέλος να πω μια γνώμη για τον πρόωρο θάνατο του.
Το όνομά του το πρωτοάκουσα, πριν τη δικτατορία με ένα επεισόδιο σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών ακριβώς απέναντι από το Πολυτεχνείο, όπου σπούδαζε. Τον είχε «συλλάβει» η Αστυνομία για απόπειρα κλοπής. Προφανώς η κατηγορία αποσύρθηκε την άλλη μέρα, αλλά η απορία που μου δημιουργήθηκε ξεκαθαρίστηκε από τον ίδιο όταν συναντηθήκαμε από κοντά. Είχε καταναλώσει αρκετά ποτά και περηφανεύτηκε στην υπόλοιπη παρέα ότι μπορεί να μπει στο μαγαζί από την γυάλινη βιτρίνα. Και αφού το είπε το τόλμησε με κάποιους μικροτραυματισμούς.
Ασχολούταν με το φοιτητικό συνδικαλισμό και αυτό αποτέλεσε την αφορμή της γνωριμίας μας. Έτσι όταν βρεθήκαμε τυχαία νεοσύλλεκτοι τον Ιανουάριο του 1966 στην Κόρινθο ανανεώσαμε τη γνωριμία μας
Στην πρώτη έξοδο μου στην πόλη της Κορίνθου με τη δίωρη, ως παρέα είχα τον Αλέκο. Θυμάμαι την αρνητική εντύπωση που έχει μείνει μέσα μου- και δεν θα διστάσω να το πω - για την αγοραία συμπεριφορά της τοπικής κοινωνίας, που αντιμετώπιζε στους στρατιώτες -με ιδιαίτερη εκμετάλλευση- στις τιμές, την ποιότητα των αγαθών και τη υποτιμητική τους συμπεριφορά. Καθίσαμε σ’ ένα από τα κεντρικά καφενεία της πόλης και ήπιαμε δυο καραφάκια ούζο με δείγμα «μεζέ». Καμιά σχέση με τα τσιπουράδικα της ιδιαίτερης πατρίδας μου
Εγώ ανήσυχος κοίταζα συνεχώς το ρολόι μου για να επιστρέψω έγκαιρα στο στρατόπεδο. Παρά τις εκκλήσεις μου να φύγουμε εγκαίρως ο Αλέκος παρέμενε άνετος. Έτσι αναγκάστηκα να τον αφήσω και να φύγω μόνος μου. Ευτυχώς ήμουν πίσω στην ώρα μου. Μέχρι το σιωπητήριο ο Αλέκος δεν είχε εμφανιστεί. Έπεσα στο κρεβάτι αλλά με την ανησυχία ζωντανή μέσα μου. Γύρω στις δώδεκα τη νύχτα όλοι στο θάλαμο ξυπνήσαμε από έντονους θορύβους, σπάσιμο τζαμιών και δυνατές φωνές. Ο Αλέκος γύρισε πίσω αλλά είχε καταναλώσει κι άλλα ποτά και ήταν εκτός ελέγχου. Έσπαζε όλα τα τζάμια του λόγου και χρειάστηκαν τρεις-τέσσερις άλλοι να τον κάνουν ζάφτι.

Στην πρωινή αναφορά ήμουν σίγουρος ότι τα νυχτερινά γεγονότα θα ήταν το κύριο θέμα. Έπεσα από τα σύννεφα όταν δεν έγινε καμιά αναφορά στο θέμα. Μετά από δυο μέρες μου το εξήγησε ο ίδιος ο Αλέκος. Προερχόμενος από στρατιωτική οικογένεια - πατέρας κι αδελφός- ήταν οικογενειακός φίλος με τον διοικητή του στρατοπέδου και το θέμα σκεπάστηκε με την πληρωμή των ζημιών που υπήρξαν.
Μετά την Κόρινθο χώρισαν οι δρόμοι μας, αλλά κι αυτός είχε την τύχη των χαρακτηρισμένων και υπηρετούσε σε μονάδα του Έβρου.
Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου «Κι όμως είναι όμορφα» (Αναφέρομαι στο 1968, όταν και εγώ κινούμαι στη σκιά, ενώ ο Αλέκος έχοντας «λιποτακτήσει» από το στρατό οργανώνει την απόπειρα εναντίον του Γ. Παπαδόπουλου)
«……….Μέρες παρανομίας, μέρες ερημιάς. Αναζητάς ένα αποκούμπι. Ξεπεσμένοι Δον Κιχώτες ενώ η ζωή συνεχίζεται. Ψάχνεις έναν άνθρωπο συντονισμένο μαζί σου. Στους γνωστούς προκαλείς αμηχανία, έως και φόβο. Δεν τους πλησιάζεις πια.
-Μια είδηση... μια είδηση! Έλεος πια!
Οι εφημερίδες την άλλη μέρα γεμάτες με το γεγονός. Πηχυαίοι τίτλοι:
«Ο Θεός της Ελλάδος», «Απόπειρα δολοφονίας κατά του πρωθυπουργού», «Συνελήφθη ο λιποτάκτης υπολοχαγός Γεώργιος Παναγούλης» και από κάτω γυμνός με το πρόσωπο τεντωμένο ο Αλέκος.
Μου έρχεται να βάλω τις φωνές.
-Εεε!! δεν είναι ο Γιώργος. Κάνετε λάθος. Όμως σωπαίνω και κλείνομαι ξαναμμένος στο δωμάτιο……»
Αλέκο σε θυμάμαι σαν σήμερα στο στρατόπεδο Μ. Αλεξάνδρου στην Αλεξανδρούπολη. Είχαμε χωρίσει στην Κόρινθο. Μπήκες σαν σίφουνας οδηγώντας το φορτηγό των τριών τετάρτων από την πύλη χωρίς στάση. Ο αλφαμίτης σε κυνηγούσε με τα πόδια μέχρι το διοικητήριο. Το μόνο που έκανε ήταν να τρώει τη σκόνη που σήκωνες. Όταν με ζήτησες, εγώ ήμουν ημερήσιος σκοπός στο διπλανό όρχο, έγινε συναγερμός! Εσύ ήρεμος, αποφασιστικός, έδινες την εντύπωση πως έχεις τους άσσους κρυμμένους στο μανίκι σου. Και τους αφόπλιζες. Μέχρι που έστειλαν άνθρωπο να με αντικαταστήσει! Πόσο το ευχαριστήθηκα τότε!! Όλοι γύρω στα παράθυρα μας κοίταζαν. Και εσύ ορμητικός και παραστατικός μου έλεγες τα νέα σου. Χαλάλι ό,τι άκουσα μετά. Ήσουν ένας άνθρωπος που μίλησα κι αυτό μου έλειπε τόσο!
Που είσαι Αλέκο τώρα; Ποιες μηχανές πολτοποιούν το κορμί σου; Ανατριχίλα! Σε σκέφτομαι αλλά σκέφτομαι και τον εαυτό μου.....
Μετά την μεταπολίτευση οι δρόμοι μας συναντήθηκαν μια μόνο φορά και για λίγο. Σε μια εκδήλωση δώσαμε τα χέρια, είπαμε ένα γεια. Ο Αλέκος ανέβαινε στο βήμα να μιλήσει.
Από την τηλεόραση έμαθα το τραγικό του τέλος
Σε αυτές τις ευκαιρίες μου ανέφερε απόψεις κι ιστορίες για τον εαυτό του απόψεις για την πολιτική και τις γυναίκες. Ήταν δύσκολος χαρακτήρας, ισχυρογνώμων με την πεποίθηση ότι αυτός έχει δίκαιο και πολύ δύσκολα θα έμπαινε στα καλούπια ενός κόμματος με τις τυπικές διαδικασίες.
Θα τολμήσω να πω μια αιρετική άποψη. Ίσως ο πρόωρος χαμός του να ήταν γι αυτόν μια λύτρωση. Με το χαρακτήρα και τη ψυχοσύνθεση του δεν θα άντεχε τις εξελίξεις που υπήρξαν μετά το θάνατό του. Γι αυτόν πάει γάντι ο τίτλος του βιβλίου του Χρόνη «Καλά, εσύ έφυγες νωρίς»…..
Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις
Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου