Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017


Εκδήλωση για την «Ημέρα Μνήμης των Εθνικών μας Ευεργετών»

 Συγκεντρωθήκαμε σήμερα, για να τιμήσουμε τους Έλληνες Ευεργέτες που, με την αγάπη τους για την πατρίδα, προσέφεραν στον τόπο αξίες όπως ο ανθρωπισμός, η φιλοπατρία, η κοινωνική αλληλεγγύη και ο πολιτισμός.
Τιμούμε εκείνους τους ανθρώπους, που σε εποχές δύσκολες για τον τόπο, έδωσαν μεγάλο μέρος ή ακόμα και ολόκληρη την περιουσία τους για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους και στη συνέχεια για την αναγέννηση της χώρας μας.
Στις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο τον 19ο αιώνα και αρχές του 20ου, η αδυναμία των Ελλήνων αστών να ενσωματωθούν μέσα στα κράτη που κατοικούν αυξάνει την επιθυμία τους για ενίσχυση του εθνικού τους κέντρου και κατ’ επέκταση της αστικής εικόνας της πρωτεύουσας.
Έτσι, οι ευεργέτες δρουν σε μια ευρεία γεωγραφική κλίμακα, με ποικιλία οικονομικών δραστηριοτήτων (εμπόριο, ναυτιλία, βιομηχανία, τραπεζικό, χρηματιστικό, εφοπλιστικό τομέα, κλπ…) αποκτούν δε κοσμοπολίτικη αντίληψη που τους δίνει την δυνατότητα να είναι ανοιχτοί σε νέες ιδέες. Είναι λοιπόν επόμενο να επηρεαστούν από τα ιδεολογικά ευρωπαϊκά ρεύματα του 18ου και 19ου αιώνα. Οι ευρωπαίοι, παράλληλα με την έννοια του έθνους προωθούν και αυτήν της παιδείας, στάση που θα επηρεάσει καθοριστικά τους Έλληνες. Πράγματι οι εκπρόσωποι της ανερχόμενης ελληνικής εμπορικής τάξης, κάτω από την επίδραση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, θα χρηματοδοτήσουν υποτροφίες, ίδρυση σχολείων και έκδοση βιβλίων. Η ευεργεσία λοιπόν πέρα από τις συναισθηματικές ανάγκες των ευεργετών έρχεται να καλύψει ανάγκες κοινωνικής αναγνώρισης, ανάγκες οικονομικής και κοινωνικής επικράτησης σε μια ελεύθερη πατρίδα, ανάγκες πολιτικής συγκρότησης του ελληνισμού καθώς και μορφωτικές ανάγκες των Ελλήνων.
Τα δημόσια κτήρια που άρχισαν να χτίζονται στην Αθήνα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στους εθνικούς μας ευεργέτες. Πίσω από σχεδόν κάθε μεγάλο δημόσιο έργο στην Αθήνα κρύβεται ένας δωρητής, ένας εθνικός ευεργέτης. Με χρήματα των Ελλήνων της διασποράς κτίστηκαν και λειτουργούν ενδεικτικά το Πολυτεχνείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, η Ριζάριος Ακαδημία, το Καλλιμάρμαρο (Παναθηναϊκό Στάδιο), το Ζάππειο Μέγαρο, το Εθνικό Αστεροσκοπείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο, η Μητρόπολη των Αθηνών και άλλα πολλά…
Μόνο κατά την εικοσαετία 1900-1920, καταγράφονται 3962 δωρεές και κληροδοτήματα για την ενίσχυση των εθνικών αναγκών και την κατασκευή κοινωφελών έργων.
Μην ξεχνάμε ότι με τις δωρεές και τα κληροδοτήματα των ομογενών μας, η Αθήνα έγινε από μικρή επαρχία μεγάλη πρωτεύουσα.
Όμως, όπως και η κοινωνία εξελίσσεται και αλλάζει, έτσι και η έννοια της ευεργεσίας έχει αλλάξει μορφή: ενώ παλαιότερα, η ευεργεσία εννοείτο ως ώθηση της εθνικής «αναγέννησης» και ως επιταχυντής της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, σήμερα ο σημερινός «ευεργετισμός» έχει πάρει, εκτός από τις προηγούμενες μορφές, και τη μορφή της εθελοντικής εργασίας καθώς ενσαρκώνει έναν πιο «μάχιμο» ανθρωπισμό.
Φέτος, θα έχουμε την ευκαιρία να τιμήσουμε έναν σημαντικό ευεργέτη και ξεχωριστό άνθρωπο, τον Ιωάννη Βαρβάκη μέσα από την καινούργια ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, «ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι». Ο Βαρβάκης, ως ιδρυτικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας, μπορεί σε πολλούς από εμάς να φαντάζει ήρωας άλλων εποχών. θα μπορούσε όμως κάλλιστα να ανήκει στο σήμερα.
Σήμερα, που η χώρα μας βιώνει δύσκολες μέρες και βρίσκεται μπροστά σε νέες προκλήσεις λόγω συγκυριών, θα έπρεπε να αποτελεί μέρος της κεντρικής μας πολιτικής, να αναδεικνύουμε, μέσα από το παρελθόν αλλά και το παρόν, την αναλλοίωτη αξία της ευεργεσίας και της προσφοράς.
Εκτός από τους επώνυμους εθνικούς ευεργέτες που κατέγραψε η Ιστορία, μην ξεχνάμε και τους χιλιάδες ανώνυμους που με το έργο και τη ζωή τους προσέφεραν και αυτοί στην πατρίδα μας.
Η βασική προϋπόθεση πάντως για να γεννήσει μια κοινωνία ανώνυμους και επώνυμους ευεργέτες είναι η διαρκής, επίμονη, μακροχρόνια, πολυεπίπεδη προσπάθεια από όλους, δηλαδή τόσο από την συντεταγμένη πολιτεία όσο και από την κοινωνία των πολιτών, να έχουμε ως αδιασάλευτο στόχο, την επαναφορά στην κοινωνία, ιδανικών όπως η προσφορά, η ταπεινοφροσύνη, η ανιδιοτέλεια, η κοινωνική αλληλεγγύη, ο πολιτισμός. Ιδανικά που έχουν άμεση σχέση με την ουσιαστική παιδεία μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους, στοχεύουν στο ΕΜΕΙΣ και όχι στο ΕΓΩ και έτσι δίνουν βαθιά ικανοποίηση στον καθένα ξεχωριστά.

Αξίζει λοιπόν, για όλα αυτά, κάθε τιμή σε εκείνους τους ιδεολόγους της ζωής , επώνυμους και ανώνυμους που διαχρονικά και ποικιλότροπα, υπηρέτησαν με την προσφορά και το έργο τους την πατρίδα μας.

  Τιμούμε σήμερα ανθρώπους με υψηλό αίσθημα φιλοπατρίας, φιλανθρωπίας, κοινωνικής αλληλεγγύης, οι οποίοι, σε εποχές μεγάλων στερήσεων, συνέβαλλαν στην προσπάθεια του ελληνικού έθνους να ορθοποδήσει και δίδαξαν με το δικό τους τρόπο την προσφορά στην Πατρίδα, τον άνθρωπο, την Παιδεία και τον Πολιτισμό δωρίζοντας σημαντικό μέρος ή ακόμη και ολόκληρη την περιουσία τους. Η ευεργεσία αποτελεί έμπρακτη εκδήλωση συμπαράστασης προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Πηγάζει από το αγνό αίσθημα φιλαλληλίας χωρίς υπολογισμό ή σκοπιμότητα. Είναι κοινωνική δράση με τεράστιο μέγεθος.

        Η ευεργεσία προς την πόλη και κατ’ επέκταση προς το λαό της, θεσμοθετείται αρχικά στην αρχαία Αθήνα με τις υποχρεωτικές «λειτουργίες».

        Ο Χριστιανισμός συνέχισε και αναβάθμισε την κοινωνική αυτή αρετή, αναδεικνύοντας την πνευματική της διάσταση. Δεν δρα πλέον ο πολίτης για τους συμπολίτες του αλλά ο χριστιανός για κάθε συνάνθρωπο αδελφό του.

Δεν το κάνει αυτό για να θεωρηθεί καλός πολίτης, αλλά για να θεωρηθεί παιδί του Θεού, γιατί «Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ».

        Έμπρακτη εφαρμογή της ευεργεσίας, από χριστιανικής πλευράς, αποτελούν οι διαθήκες των εθνικών ευεργετών, οι οποίοι, στο σύνολό τους, ήταν βαθιά θρησκευόμενοι και κοινωνικά καλλιεργημένοι άνθρωποι. Ο Μιχαήλ Τοσίτσας λ.χ. ένας από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της εποχής του, αρχίζει την διαθήκη του ως ακολούθως: «επιθυμών κατά χριστιανικόν και κοινωνικόν καθήκον ….» Από τη μελέτη των διαθηκών προκύπτει αβίαστα ότι πολλοί ευεργέτες πίστευαν πως τα αγαθά, τα οποία με τόσες θυσίες και κόπους απέκτησαν δεν ανήκαν αποκλειστικά στους ιδίους, αλλά ότι ο θεός τους έταξε ως διαχειριστές αυτών των αγαθών.

Και επειδή το πιστεύειν είναι τρόπος ζωής και όχι ιδεολόγημα για τα μέλη της Εκκλησίας, προσφέρουν θυσιαστικά και με χαρά, στην φτώχεια των συνανθρώπων τους στην δυστυχία, τον πόνο, την αγραμματοσύνη, την πάσης μορφής υποδούλωση, συμπονώντας τους πονεμένους και ελαφρύνοντας τον ζυγό τους με στόχο την απελευθέρωση. Απελευθέρωση από όλα τα παραπάνω, αλλά και από τον κατακτητή συνάμα.

        Κίνητρό τους είναι η αγαθοεργία, η ευεργεσία προς την Πατρίδα αλλά και προς τον συνάνθρωπο, η αγάπη προς τη γενέθλια γη, η νοσταλγία,
η συμπάθεια και ο πόνος προς την πάσχουσα ομογένεια, η βαθιά πίστη στο Θεό και η συνέπεια προς τις αρχές του Ευαγγελίου με το οποίο είναι γαλουχημένοι και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ψυχής τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να διαθέτουν αφιλοκερδώς τις περιουσίες τους για αγαθούς σκοπούς, χωρίς να τους το επιβάλλει καμία κρατική εξουσία. Ευεργετούν διακριτικά, χωρίς να επιζητούν την εφήμερη δόξα και την τιμή, δαπανώντας τεράστια ποσά και αφήνοντας ως κληρονομιά αθάνατα έργα στους τόπους που τους φιλοξενούν, αλλά και στους τόπους καταγωγής τους.

Τα περισσότερα και πιο λαμπρά δημόσια κτίρια που χτίζονται στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οφείλονται, κατά κύριο λόγο σε εθνικούς ευεργέτες. Σχεδόν κάθε μεγάλο δημόσιο έργο έχει ένα δωρητή, έναν εθνικό ευεργέτη. Τον Αβέρωφ, τον Αγγελόπουλο, τον Αρσάκη, το Βαρβάκη, τον Ευγενίδη, το Ζάππα, τους Ζωσιμάδες, το Μαρασλή, τους Μπενάκηδες, τον Παπαστράτο, τους αδελφούς Ριζάρη, το Σιβιτανίδη, το Σίνα, το Σκυλίτση, το Σούτσο, το Σταύρου, το Στουρνάρα, το Συγγρό, τον Τοσίτσα, τον Χαροκόπο, το Χατζηκυριάκο, τον Χατζηκώνστα, τον Χριστόπουλο, και τόσους άλλους. Καθένας και ένα όραμα, μια ισχυρή θέληση πρωτοβουλίας, μια προσωπική ιστορία, που συμπλέκεται με όλες τις άλλες, διαμορφώνοντας τη μεγάλη, τη συνολική ιστορία του εθνικού ευεργετισμού, την ευγενέστερη έκφραση αγάπης για την Ελλάδα. Και είναι η ιστορία αυτή ατελεύτητη, καθώς δεν περιορίζεται μόνο στην εποχή που ο Ελληνισμός είχε τεράστιες ανάγκες.

Συνεχίζεται και στη νεότερη ιστορία, με σημαντικά έργα και προσφορές. Με δράσεις που επιβεβαιώνουν τη θέληση των Ελλήνων που ζουν, εργάζονται και μεγαλουργούν σε όλο τον Κόσμο, να συμβάλουν στην πρόοδο του Τόπου και την ενίσχυση του Οικουμενικού Ελληνισμού.

        Εκτός από την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών των συμπατριωτών τους, με την ενίσχυση των φτωχών, την ανέγερση και καλλωπισμό ναών, τη σύσταση φιλανθρωπικών και κοινωνικών ιδρυμάτων, την ανέγερση σχολείων, έριξαν το βάρος στη διάδοση των φώτων της παιδείας, διαδίδοντας τον Εθνικό διαφωτισμό. Η κατασκευή σχολείων, νοσοκομείων, ακόμη και η δωρεά εξοπλισμού υπέρ των εθνικών αγώνων, βοήθησε σε δύσκολα χρόνια τον τόπο μας να προχωρήσει και να αναπτυχθεί. Τα Ιδρύματά τους αναπτύσσουν έντονη κοινωφελή και πολιτισμική δραστηριότητα. Πολλά τέτοια Ιδρύματα λειτουργούν ανελλιπώς ακόμη και σήμερα. Θα λειτουργούσαν ακόμη περισσότερα αν πολλά κληροδοτήματα δεν παρέμεναν, για διάφορους λόγους, αναξιοποίητα ή με όχι χρηστή διαχείριση.

        Στα Νησιά μας, οι ευεργέτες στήριξαν διαχρονικά με όλες τους τις δυνάμεις την Εκπαίδευση, τα Γράμματα,  τον Πολιτισμό, τον συνάνθρωπο και απετέλεσαν τον κύριο μοχλό διατήρησης της ταυτότητάς μας.

        Η Χίος κατέχει εξέχουσα θέση στην παράδοση της εθνικής ευεργεσίας, αφού ανέδειξε σπουδαίους εθνικούς και τοπικούς ευεργέτες.

        Τα προνόμια, τα οποία απολάμβανε το νησί λόγω της μαστίχας, η γεωπολιτική θέση του, και το ανήσυχο πνεύμα του Χιώτη για συνεχή αναζήτηση καλύτερων συνθηκών, βοήθησαν την ανάπτυξη πλούτου στη Χίο.

        Στο ξερό και άγονο έδαφος της Χίου φύτρωσε το πλούσιο δέντρο της ευεργεσίας και πρόσφερε άφθονους τους καρπούς του ιδιαίτερα στα χρόνια της πικρής σκλαβιάς. Από φτωχές οικογένειες οι περισσότεροι μα με φλογερή πίστη και ελπίδα μέσα τους, φεύγοντας από τη φτώχεια και τη σκλαβιά και θέλοντας να αναπνεύσουν ελεύθερα, παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς, μπαρκάροντας σε ποντοπόρα πλοία, ή εργαζόμενοι μέρα - νύχτα σε κάθε είδους εργασία σε ξένες χώρες. Σκοπός τους να επιβιώσουν και να μπορέσουν κατόπιν να βοηθήσουν τους δικούς τους που έμειναν πίσω στην άγονη και ταλαιπωρημένη από πολέμους και ανέχεια πατρίδα τους. Μετά από σκληρή εργασία, και αφού απέκτησαν πλούτο έχουν σαν πρώτες προτεραιότητές τους, την Ορθοδοξία, την Παιδεία και τον Πολιτισμό και συμβάλλουν ενεργά στην προσπάθεια να εδραιωθεί το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας στον παροικιακό χώρο. Ιδρύουν Σχολεία, Ορφανοτροφεία, Νοσοκομεία και Γηροκομεία. Επιδιώκουν (και καταφέρνουν) να ανυψωθεί το επίπεδο ζωής των μελών της παροικίας, αλλά και να κρατηθεί αλώβητος και να αναδειχθεί ο πολιτισμικός χαρακτήρας της κοινότητας.

        Οι καραβοκύρηδες και οι έμποροι, Ψαριανοί, Εγνουσιώτες, Καρδαμυλίτες, Βρονταδούσοι, Χωραΐτες, Καμπούσοι, Νοτιοχωρούσοι, από όπου και αν βρισκόταν, στην Κωνσταντινούπολη, την Οδησσό, το Κάιρο, την Μασσαλία, το Λονδίνο, την Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, είχαν πάντα στο μυαλό τους να βοηθήσουν την ενορία, το χωριό, το νησί, την πατρίδα τους. Να επισκευάσουν ή να κτίσουν νέο σχολειό ή εκκλησιά. Να φροντίσουν το ορφανό, το γέροντα και τον φτωχό.

        Ενδεικτικά αναφέρουμε μεγάλους Ευεργέτες της Χίου:

ΒΑΡΒΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΕΛΕΝΑ, ΒΟΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΚΑΡΡΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΚΟΡΑΗΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ, ΛΑΙΜΟΣ ΣΠΥΡΟΣ και ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΛΑΙΜΟΥ ΜΑΡΙΑ, ΛΙΒΑΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΛΙΒΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, ΛΥΡΑΣ ΜΑΡΚΟΣ, ΜΙΧΑΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ΜΠΕΝΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΒΙΡΓΙΝΙΑ και ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ΠΑΤΕΡΑΣ Διαμαντή ΙΩΑΝΝΗΣ,  ΡΑΛΛΗΣ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ, ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ ΖΑΝΝΗΣ, ΣΥΓΓΡΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, ΧΑΤΖΗΠΑΤΕΡΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΧΩΡΕΜΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ και πολλοί άλλοι.

        Ενδεικτικά αναφέρουμε Ευεργέτες του Βροντάδου:
Οικογένεια Ανδρεάδη: Ανδρεάδειο Γυμνάσιο Βροντάδου, Δημαρχείο Βροντάδου, Ερειθιανή, ΠΕΚΕΒ, Μουσείο, Ευαγγελίστρια. Τιμήθηκαν με το Αξίωμα της Αριστίδην μέλους της Βασιλικής Γερουσίας και το Μεγαλόσταυρο του Γεωργίου Α’.
Οικογένεια Βενιάμη: Εξ ολοκλήρου ανέγερση του Νηπιαγωγείου Παναγίας Ερειθιανής, Στήριξη απόρων οικογενειών, Αρωγοί στις ανάγκες του Δημοτικού Σχολείου Παναγίας Ερειθιανής και άλλων Σχολείων.
Οικογένεια Ευσταθίου: ΠΕΚΕΒ και χρηματικά ποσά σε Νοσοκομεία, σχολεία, ναούς, οργανισμούς κλπ.
Οικογένεια Λω: Όρμος Λω, ΠΕΚΕΒ, Στάδιο Νίκος Λως, δωρεές σε ΦΟΒ, Άγιο Γεώργιο Βροντάδου, Μητρόπολη Χίου, Εξωραϊσμό Πυργίου και Εμποριός, Ναυτικό Μουσείο Χίου.
Οικογένεια Μαργαρώνη: Γνωστή Αρχοντική Οικογένεια του Βροντάδου, από τις παλαιότερες οικογένειες καραβοκύρηδων αλλά και επιστημόνων που κατοίκησαν στη Χίο από το 1821 μέχρι και σήμερα και διέπρεψαν παράλληλα στο εξωτερικό. Μαργαρώνηδες συναντάμε και στους απελευθερωτικούς αγώνες της Χίου κατά των Τούρκων. Η Οικογένεια Μαργαρώνη, μετά από ενέργειες του διευθυντή του σχολείου Μάρκου Ψώρα, ανέλαβε το 1960, ολόκληρη τη δαπάνη ανέγερσης του Δημοτικού Σχολείου (Αγίου Μάρκου) Βροντάδου. Συνέβαλε οικονομικά στην κατασκευή γέφυρας στον Άγιο Μάρκο. Κατέθεσαν χρήματα, οι τόκοι των οποίων διατίθεντο για ενίσχυση των αριστούχων μαθητών της ενορίας του Αγίου Μάρκου. Ήταν δωρητές της Εκκλησίας του Αγίου Μάρκου και Διέθεσαν Χρηματικά ποσά στη μονή Μερσινιδίου. Η γενναιοδωρία τους επεκτάθηκε στο Οικουμενικό πατριαρχείο, το Δικηγορικό σύλλογο Πειραιά (με υποτροφίες για αριστούχους δικηγόρους) και αλλού. Δια Βασιλικού διατάγματος απενεμήθη στο Χριστόφορο και Παντελή Μαργαρώνη ο Χρυσούς Σταυρός του Φοίνικα για το έμπρακτο ενδιαφέρον τους για την Παιδεία.
Μιχαληνός Ζωρζής και Γεώργιος: Εμπορική Σχολή της Χίου, Υδραγωγείο Βροντάδου, Γηροκομείο, Βιβλία στη Βιβλιοθήκη Κοραή, χορηγίες σε πολλά Σχολεία και Ιδρύματα.
Ξενιός Ζαννής: Φιλανθρωπίες, κοινωφελείς σκοπούς, Δημοτικό Σχολείο Βροντάδου.
Μιχαήλ και Σταματία Ξυλά Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο.
Οικογένεια Φαφαλιού: Φαφάλειο Στάδιο, ΦΟΒ, ΠΕΚΕΒ, Παναγία Μούτσαινα, Ναυτικό μουσείο Χίου.
Οικογένεια Χανδρή: Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού, Ψηφιδωτά Νέας Μονής, Αναδάσωση, ΠΕΚΕΒ.
Οικογένεια Χατζηπέτρου: Δωρεές στον Άγιο Μάρκο, στο Δημοτικό Σχολείο Αγίου Μάρκου και σε έχοντες ανάγκη.

        Εκτός από τις πλούσιες Οικογένειες τον οβολό τους έδιναν συντεχνίες επαγγελματιών και απλοί ιδιώτες. Αναγείρουν και ενισχύουν Σχολεία, Βιβλιοθήκες, Νοσοκομείο, Λωβοκομείο, Γηροκομείο, Μαιευτήριο, Ορφανοτροφείο, Κοινωφελή Ιδρύματα, Γυμναστήρια και Παιδικές χαρές. Η χιακή ευποιία αγκάλιασε πρώτα από όλα την εκπαίδευση. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, (Δημοτικά, Γυμνάσια, Ναυτικές σχολές) έδωσαν τη δυνατότητα στους νέους της Χίου, των Ψαρών και των Οινουσσών να μορφώνονται και κατ’ επέκταση να καταλαμβάνουν ανώτερες θέσεις στα πλοία. Δεν είναι πια μόνο ναύτες και λοστρόμοι, αλλά Μηχανικοί και Καπετάνιοι. Μαζί με την αύξηση των αποδοχών τους ανεβαίνει και το βοιωτικό επίπεδο των νησιών.

Οι σημερινοί δωρητές και εθνικοί ευεργέτες των Νησιών μας είναι άξιοι συνεχιστές του έργου των προγόνων μας. Ντόπιοι και ομογενείς, άτομα, οικογένειες, σύλλογοι, συνεχίζουν τις αγαθοεργίες τους προς το τόπο. Στηρίζουν την παιδεία, την Υγεία, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό, τις υπηρεσίες του κράτους. Στηρίζουν όσους βρίσκονται σε δύσκολες ώρες και προσφέρουν σπουδές σε άπορους φοιτητές και σπουδαστές. Σε χίλια δυο αιτήματα μικρά ή μεγάλα δείχνουν καθημερινά το αίσθημα κοινωνικής αλληλεγγύης. Νεώτεροι εφοπλιστές, όπως ο Λουκάς Κτιστάκης, Ο Παναγιώτης Τσάκος, η οικογένεια Φράγκου και πολλοί άλλοι συνεχίζουν το έργο των παλαιοτέρων, προσφέροντας χορηγίες σε Ιδρύματα, Σχολεία και άπορες οικογένειες. Όμως, το μέγιστο καλό της προσφοράς προς την κοινωνία, μικρού, μεγάλου ή πολύ μεγάλου ποσού, δεν είναι αυτή καθεαυτή η προσφορά των χρημάτων αλλά κυρίως η ενέργεια, το καλό παράδειγμα, η ανταπόκριση σε κάτι κοινωνικά αναγκαίο ή επείγον, που σαν αποτέλεσμα έχει, το δυνάμωμα της κοινωνικής συνοχής.

Οι Ευεργέτες αποτελούν για το έθνος μας μέγα ηθικό κεφάλαιο και δικαιούνται μαζί με τους πολεμικούς ήρωες και τους πνευματικούς μας φωστήρες της τιμής και της ευγνωμοσύνης όλων μας.

Στην συγκυρία που ζούμε, η τιμή στους εθνικούς μας ευεργέτες και η συνειδητοποίηση της αξίας τους μας υπενθυμίζει ότι αυτό που φαίνεται ως κυρίαρχο πρόσωπο των Ελλήνων τα τελευταία χρόνια δεν είναι το αληθινό μας πρόσωπο.

Αρκεί να κοιτάξουμε στις παρακαταθήκες που μας άφησαν οι πρόγονοί μας για να βρούμε τους θησαυρούς που ψάχνουμε στα τρένα της δήθεν «προόδου» και του δήθεν «εκσυγχρονισμού» που συνεχώς κυνηγάμε και συνεχώς χάνουμε.

Ευτυχώς, γιατί αυτά τα τρένα έχουν ως αφετηρία τον εγωισμό και την απληστία και προορισμό το μηδέν.

Ας μην μας πτοούν, λοιπόν, οι εξωτερικές απειλές, ας εξακολουθήσουμε να φυλάμε εθνικές Θερμοπύλες ακούγοντας ξανά τα λόγια του Χριστού: «Εν τω κόσμω έξετε θλίψιν αλλά θαρσείτε, εγώ τον κόσμον νενίκηκα».

Μαζί Του μπορούμε να νικήσουμε και εμείς, συλλογικά και προσωπικά.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου