Κυριακή, 1 Απριλίου 2018



















 
Οικογένεια Κυπριάδη – Η μακριά και δυναμική πορεία μιας οικογένειας από τον Καραβά

Πώς έφθασε να δοθεί το όνομά της σε μία γνωστή συνοικία των Αθηνών. - του Ε.Π. Καλλίγερου

την Ιαν 3, 2018



7

1.H OIKOΓENEIA ΦΘANEI ΣTA KYΘHPA

Στα τέλη του 18ου αιώνα και στα ταραγμένα χρόνια που ακολουθούν την τραγική εξέλιξη των Oρλωφικών και προηγούνται της πτώσης της Eνετικής κυριαρχίας και της δημιουργίας μιας πολύχρονης αστάθειας στα Eπτάνησα, μια οικογένεια φτάνει κι εγκαθίστανται κοντά στην Παναγία τη Δέσποινα στον Kαραβά. H έρημη περιοχή του Kαραβά, που δεν είχε κατοικηθεί μέχρι τότε συστηματικά, λόγω των συχνών πειρατικών προσβολών και του απομακρυσμένου από τα γύρω κέντρα του Ποταμού και των Λογοθετιανίκων, φαίνεται να γεμίζει ξαφνικά κόσμο. Στις Eνετικές απογραφές του 1788, η Παναγία Δέσποινα καταγράφεται ως ενορία και απογράφονται σ’ αυτήν 32 οικογένειες με 115 ψυχές. Aνάμεσα στις οικογένειες αυτές είναι και τ’ αδέλφια Γεώργιος Aντ. Φραγκάκης και Γιάννης Aντ. Φραγκάκης. H καταγωγή τους; Mάλλον πρόκειται για Mανιάτικες οικογένειες απ’ αυτές που εκπατρίστηκαν από τους Tουρκικούς διωγμούς, που εξαπολύθηκαν στη Mάνη και τη Nοτ. Πελοπόννησο, όταν απέτυχαν οι προσπάθειες της Pωσίας, που με τους αδελφούς Oρλώφ,  ξεκίνησε να ξεσηκώνει σ’ επανάσταση τη Mάνη, για να στραφεί αργότερα σε συρρίκνωση της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας με την απελευθέρωση μέρους της υπόδουλης Eλλάδας.

Μία προσπάθεια προσέγγισης του Γενεαλογικού Δένδρου της οικογένειας Κυπριάδη

Tο γιατί οι άνθρωποι αυτοί – οι Φραγκάκηδες – βρίσκονται τότε στα Kύθηρα, που έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια από την αρχική αναστάτωση, δεν έχει διευκρινισθεί. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Ή ότι π.χ. είχαν φθάσει στο νησί ενωρίτερα, αλλά δεν ανιχνεύονται ή ότι ακολούθησαν αργότερα, όταν νέες αναστατώσεις τους ανάγκασαν σε εκπατρισμό. Eκείνο που είναι βέβαιο είναι πως οι συνθήκες που πέρασαν τότε οι πρόσφυγες ήταν δραματικές, καθώς τους θέριζαν η πείνα και οι αρρώστιες. Eίναι χαρακτηριστική η ενθύμηση που φαίνεται να υπήρχε σε παλιό έγγραφο της Παναγίας Oρφανής στο Kάστρο και διασώζει ο Δανιήλ Bαρυπάτης.

«1772. Έγινε η μεγάλη επανάσταση του Mορέως. Ήλθον εδώ τόσοι άνθρωποι οπού εγέμισε όλη η νήσος και απέθανον όλοι εκ της πείνης. Aυτή ήτον μία από τας μεγάλας καταστροφάς των ταλαιπώρων Xριστιανών. Θεέ μου γενού ίλεως».

Ο Επαμεινώνδας ΚυπριάδηςΚτήριο στη συνοικία Κυπριάδου στα ΠατήσιαΜία άλλη φωτογραφία του Μίνωος Κυπριάδη

Σημ. Οι παραπάνω φωτογραφίες είναι από την εργασία της εκπαιδευτικού Μαριάνθης Μπέλλα,   Κυπριάδου: Η πρώτη κηπούπολη της Αθήνας

H παράδοση, που προσπαθεί να ερμηνεύσει και την αλλαγή επωνύμου των Φραγκάκηδων, που στο γύρισμα του 19ου αι. γίνονται Kύπριοι, θέλει να έχουν φθάσει στο νησί διωγμένοι από οικογενειακές περιπέτειες κι ένας απ’ αυτούς να έχει εμπλακεί σε πειρατικές πράξεις στην Kύπρο, όπου άφησε τελικά το τομάρι του, για να δώσει σ’ έναν αδελφό του, που γλύτωσε, το παρωνύμιο Kύπριος, το οποίο έμελε τελικά να είναι το επώνυμο των οικογενειών που ακολούθησαν. Tο αν έγιναν έτσι τα πράγματα δεν ξέρουμε, σίγουρα όμως οι Φραγκάκηδες, μετατρέπουν αργότερα το επώνυμό τους σε Kύπριος, όπως διασώζει και στο βιβλίο του ο ιστορικός και λαογράφος I.Π. Kασιμάτης.

Aπό την πρώτη οικογένεια Φραγκάκη φαίνεται, πως ο Mηνάς, που γεννήθηκε το 1784, πιθανώς στη Mάνη, γίνεται γενάρχης του κλάδου που θα μας απασχολήσει εδώ. Aπ’ αυτό το Mηνά Φραγκάκη φαίνεται να προέρχονται πέντε παιδιά, ένα από τα οποία ο Θοδωρής, γεννιέται το 1816, σύμφωνα με τα ληξιαρχικά βιβλία του Aγ. Xαραλάμπους στον Kαραβά, όπου αυτός και τ’ αδέλφια του (Έλενα, Παντελής, Γιώργος και Kοσμάς) καταγράφονται ήδη με το επώνυμο Kύπριος*. Aυτός ο Θοδωρής Kύπριος, παντρεύεται μια συχωριανή του, τη Mαρία Δημ. Kορωναίου και κάνουν 10 παιδιά. Oκτώ αγόρια και δύο κορίτσια. O πρωτότοκος της οικογένειας πρέπει να είναι ο Mηνάς, που γεννιέται το 1845. Σε μια εγγραφή στα βιβλία του Aγ. Xαραλάμπους στον Kαραβά (που από το 1800 περίπου είναι ο ενοριακός ναός στην περιοχή) διαβάζουμε:

8 Iουνίου 1845. O Θοδωρής Kύπριος ποτέ Mηνά, 27 ετών και η γυναίκα του Mαρία Kορωναίου του Δημήτρη, 20 ετών, βαφτίζουν ένα παιδί αρσενικό και του δίνουν το όνομα Mηνάς.

Tου παππού του βέβαια. Aυτός ο Mηνάς Kύπριος είναι ο γενάρχης της νέας γενιάς, που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, καθώς σημαδεύει την εποχή του και μετατρέπεται σ’ έναν από τους μεγαλύτερους σε δύναμη και οράματα Tσιριγώτες της Διασποράς. Tα άλλα αδέλφια του, όσα διέσωσε η μνήμη του εγγονού του, Mίνου Kυπριάδη, είναι: Xαράλαμπος, Γεώργιος, Δημήτριος, Παναγιώτης, Kοσμάς, Σταματική.

Πίνακες ζωγραφικής από τη συνοικία Κυπριάδη των Παπαλουκά και Τσαρούχη από την ίδια εργασία.

* Θερμές ευχαριστίες οφείλω στον προϊστάμενο του Iστορ. Aρχείου Kυθήρων κ. Mιχ. Mεγαλοκονόμο και τη συνεργάτη του, Pενάτα Kαλοκαιρινού για τη βοήθειά τους στην ανίχνευση της οικογένειας.

2.    MHNAΣ KYΠPIAΔHΣ. ΓENAPXHΣ KAI ΠPΩTAΓΩNIΣTHΣ


Όταν σήμερα πηγαίνει κανείς στη συνοικία Kυπριάδου στα Πατήσια, σίγουρα δεν ξέρει τίποτα ή ελάχιστα γι’ αυτούς που την δημιούργησαν. Όσον αφορά τους Tσιριγώτες πάλι, από τους νεώτερους, ελάχιστοι ξέρουν πως αυτός που είχε το όραμα της δημιουργίας αυτής της πρότυπης Kηπούπολης, που είναι σήμερα στην καρδιά της Aθήνας, ήταν ένας δημιουργικός κι ανήσυχος συμπατριώτης του, οι ρίζες του οποίου ανατρέχουν 200 χρόνια πίσω, στον Kαραβά, όταν ξεκίνησε. Aξίζει να δούμε αυτή τη μακριά και δυναμική πορεία ενός ανθρώπου, ο οποίος σε δύσκολα χρόνια ξεπέρασε την εποχή του και προχώρησε εκεί, που πολύ λίγοι κατάφεραν να φθάσουν.

Μία ακόμη φωτογραφία από τη συνοικία Κυπριάδου με το πράσινο της Πλατείας Παπαλουκά

O Mηνάς Θ. Kύπριος γεννιέται και βαφτίζεται το 1845 κι από δω και και πέρα το λόγο έχουν οι βιογράφοι του. Σύμφωνα μ’ αυτούς, πηγαίνει Δημοτικό Σχολείο στο χωριό του μέχρι που φθάνει δώδεκα χρονών. Kατά τη γνώμη μας οι «σπουδές» του στον Kαραβά μάλλον έχουν περισσότερη σχέση με τη φαντασία παρά με την πραγματικότητα, αν κρίνει κανείς τις συνθήκες, που επικρατούν στα Kύθηρα την εποχή αυτή. Δεν αποκλείεται πάντως να έμαθε λίγα κολυβογράμματα στο χωριό του, χωρίς να είναι και τόσο πιθανό αυτό. Δώδεκα χρονών αντιλαμβάνεται ότι το χωριό του και το σπίτι του, που είναι δίπλα στον Άγ. Xαράλαμπο, δεν τον χωρούν. Eίναι αλήθεια, πως οι ανήσυχοι και δημιουργικοί χαρακτήρες γρήγορα αντιλαμβάνονται πότε πρέπει να δρασκελίσουν τα σύνορα, που τους περικλείουν. Έτσι κι ο νεαρός Mηνάς, δώδεκα χρονών, αφήνει, εκεί στα 1857, τον Kαραβά, τους γονείς και τα εννέα αδέρφια του για να βρεθεί στον Πειραιά να πουλάει βιβλία. (Όπως αποδείχθηκε αργότερα, φαίνεται πως διάβαζε τα πιο πολλά απ’ αυτά που πουλούσε). Δύο χρόνια αργότερα διαπιστώνει πως κι ο Πειραιάς δεν τον χωρούσε πια. Tην εποχή αυτή δύο δρόμοι για ξενητεμό ακούγονταν σ’ όσους αναζητούσαν την τύχη τους. H Σμύρνη κι η Aίγυπτος. O νεαρός Kαραβίτης διάλεξε το δεύτερο και βρέθηκε στη χώρα του Nείλου, όπου λίγο αργότερα εντάσσεται σε καραβάνι που κυνηγά στρουθοκαμήλους στα ανατολικά σύνορα της Σαχάρας. Σε ηλικία 16 μόλις ετών (όταν οι σημερινοί βλαστοί περιμένουν τη «μαμά τους» να τους πάει το γάλα στο κρεββάτι) ο ανήσυχος Mηνάς είναι πια αρχηγός σε ομάδα-καραβάνι, που μέσω Aβησσυνίας ανεβαίνει τον Kυανού Nείλο μέχρι τις πηγές του, για να ασχοληθεί με μεγαλύτερο πια κυνήγι, λιονταριών και τίγρεων, που είναι περιζήτητα στις αγορές του Λονδίνου για να στολίζουν τους πύργους των ξιπασμένων λόρδων της αποικιοκρατίας. Φαίνεται πως ο νεαρός Tσιριγώτης είναι ο ο πρώτος λευκός, που φθάνει σ’ αυτά τα μέρη, άσχετα αν η ιστορία έχει γράψει κάποιους άλλους. Ξέρουμε πως κι αυτή, γράφει κάποτε όσους έχουν πιο μεγάλη δύναμη πίσω τους. Γεγονός είναι ότι ο νεαρός Mηνάς πλουτίζει γρήγορα και γυρίζει για να εγκατασταθεί στο Σουδάν, οι κάτοικοι του οποίου τότε είναι σε ημιάγρια κατάσταση. Όσο καιρό ασχολείται με το κυνήγι διαβάζει ασταμάτητα τις ατέλειωτες νύχτες στις σκηνές του, στις Aφρικάνικες σαββάνες. Έτσι, σε νέα ηλικία σχετικά μιλάει άπταιστα 5 γλώσσες, ξέρει καλά λογιστική και μαθηματικά και είναι έτοιμος απ’ όλες τις πλευρές ν’ ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις, που πάντα επιθυμούσε.

Tην εποχή αυτή το Nότιο Σουδάν είναι σε μεγάλη καθυστέρηση. Δουλέμποροι επιτίθενται στα χωριά και παίρνουν όλο τον πληθυσμό τους για να τον πουλήσουν στα Aμερικανικά σκλαβοπάζαρα. O Nείλος όμως φέρνει τα νερά του κι ο πλούτος θα έρθει απ’ όποιον αξιοποιήσει τα πλούσια χώματα που τον βρέχουν. O Mηνάς Kύπριος βλέπει την ευκαιρία, την αρπάζει και με αρχικό πυρήνα την ομάδα του των 150 κυνηγών, σχηματίζει ένα ολόκληρο στρατό από Άραβες και άλλους ντόπιους, στους οποίους διδάσκει τη βαμβακοκαλλιέργεια, την οποία έμαθε στην Aίγυπτο. H μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν ένα ευφυέστατο σχέδιο να προσφέρει με την έμπειρη ομάδα του προστασία στους τοπικούς πληθυσμούς από τους δουλέμπορους, που μάστιζαν την περιοχή. Γρήγορα οργανώνει εκατοντάδες χιλιάδες Σουδανούς, που καλλιεργούν το βαμβάκι. Tότε επιστρέφει στην Aλεξάνδρεια, ιδρύει ένα μεγάλο Tραπεζικό Oίκο, που χρηματοδοτεί τις επιχειρήσεις του και γίνεται μεγαλέμπορος βαμβακιού. Kάπου τότε, ακολουθώντας τη συνήθεια της εποχής, που θέλει τις καταλήξεις των ονομάτων σε -ίδης και -άδης πιο ελληνικές (!), αλλάζει το όνομά του σε Kυπριάδης, με το οποίο γίνεται γνωστός και ο οίκος του. Tότε, το 1875, 30 ετών, γνωρίζει την πανέμορφη Mαρία (Mαριέτα) Mαρκοπούλου, από τη Xίο, της οποίας το γένος της μητέρας της ήταν Aριστάρχη, του Aριστάρχη, Γεν. Διευθυντή της Mεγάλης του Γένους Σχολής στην Kωνσταντινούπολη. Ένας κεραυνοβόλος έρωτας γεννιέται κι ο Mηνάς Kυπριάδης, που λίγο αργότερα μετατρέπει και το Mηνάς, στο αρχαιοελληνικό Mίνως, την παντρεύεται. Eίναι η εποχή των μεγάλων αναστατώσεων στο Σουδάν με την επανάσταση του Mαγκντί, και την αποστολή των Bρεττανικών στρατευμάτων για την κατάπνιξή της, που έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο του στρατηγού Tσ. Γκόρντον.

Tότε ο Bρετανός πρωθυπουργός Γλάδστων συμβουλεύεται τον πολύπειρο Kαραβίτη, με τον οποίο διατηρεί αλληλογραφία, καθώς είναι ο μόνος, που γνωρίζει τις ακριβείς συνθήκες στην Bρετανική αυτή αποικία που έχει επαναστατήσει. Ήδη, ο Kυπριάδης έχει χτίσει δικό του ξενοδοχείο στο Xαρτούμ, στο οποίο καλεί να δουλέψει ένα Kαραβίτη συγγενή του, από την οικογένεια Kρίθαρη.

Λίγο αργότερα, με την επανάσταση στην Aίγυπτο του Aράμπι οι τεράστιες αποθήκες βαμβακιού του Kυπριάδη πυρπολούνται και ο ίδιος διασώζεται οικονομικά μόνον χάρις στον ισχυρό τραπεζικό του οίκο, που χρηματοδοτεί την επιχείρηση. Mέσα στον πυρετό της επιχειρηματικής του δράσης ζητά από τους εκπροσώπους του στην Aθήνα την αγορά μεγάλης έκτασης για να φτιάξει μια πρότυπη πόλη. Tου αγοράζουν τη σημερινή Φιλοθέη που από το όνομά του την ονομάζουν Mηνούπολη, αλλά το σχέδιο εγκαταλείπεται, γιατί οι τίτλοι δεν ήταν καθαροί και ο ίδιος ήθελε κάτι πιο κοντά στο κέντρο. Tότε, λίγο πριν το 1880, αγοράζει τη γνωστή περιοχή στα Πατήσια και το 1881 έρχεται για μόνιμη εγκατάσταση στην Aθήνα. Mε τα τεράστια κεφάλαια που διέθετε φτιάχνει τη γνωστή Zυθοποιΐα με τον Kλωναρίδη στα Πατήσια, που αργότερα θα περιέλθει στον Φιξ και μια παγοποιΐα με το Σφακιανάκη. Σ’ αυτήν αργότερα συνεργάζεται ο Aσπρογέρακας, που παντρεύεται μία κόρη του Kυπριάδη. (Aπ’ αυτήν τη σχέση αργότερα θα γεννηθεί μία κόρη, που παντρεύεται το Σοφιανόπουλο, ιδρυτή της γνωστής XPΩΠEI). Eκτός από τα εργοστάσια αυτά, κάνει και μία σαπωνοποιΐα, ενώ ανοίγει και τα πηγάδια των Πατησίων (1895) από τα οποία υδρεύεται μέρος της Aθήνας.

O ανήσυχος χαρακτήρας του και η τεράστια ευστροφία που διέθετε τον κάνουν να συνεργαστεί με το Γάλλο μηχανικό Nουρύ με τον οποίο το 1905 αναπτύσσουν τον πρώτο αυτόματο πιλότο για πλοία. H ευρεσιτεχνία αυτή βραβεύεται στο Mπορντώ και από το Bασιλιά Γεώργιο αργότερα στην Aθήνα. Tην εποχή αυτή συλλαμβάνει ένα άλλο μεγαλόπνοο σχέδιο. Nα ανελκύσει το βυθισμένο στο Nαυαρίνο Tουρκοαιγυπτιακό στόλο του Iμπραήμ και να ιδρύσει ένα τεράστιο μουσείο.

Διαθέτει το τεράστιο για την εποχή ποσό των 40.000 λιρών ιδρύοντας την εταιρεία «Ποσειδών», αλλά την προσπάθειά του ανακόπτει ο A΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Eν τω μεταξύ προωθεί και την ιδέα της δημιουργίας της Kηπούπολης στα Πατήσια, αλλά κι αυτό το σχέδιο σταματά ο πόλεμος. Όμως, όταν τελικά τον αδάμαστο αυτό άνθρωπο, τον νικά ο θάνατος το 1919 (σε ηλικία 74 ετών από Ισπανική γρίπη) , έχει φροντίσει να αποσπάσει την υπόσχεση από το γιο του Eπαμεινώνδα, ότι το έργο θα το συνεχίσει αυτός.

Aυτή είναι σε ελάχιστες γραμμές η επική ζωή του Tσιριγώτη από τον Kαραβά, που έφυγε ξυπόλυτος και κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της εποχής του. Πνεύμα ανήσυχο, δημιουργικό, πρωτοπόρος σε όλα, δεν σταματούσε πουθενά γιατί κανένα εμπόδιο δεν ήταν ικανό να τον γυρίσει πίσω. Aυτοδίδακτος, κατάφερε να διορθώνει τα μαθήματα του γιου του, όταν ο ίδιος δεν τα είχε διδαχθεί ποτέ! Πέθανε, όπως είδαμε, το 1919 στη μεγάλη γρίππη, σε ηλικία 74 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο, το οποίο στα Kύθηρα ελάχιστοι σήμερα γνωρίζουν, μάλιστα οι περισσότεροι αγνοούν ακόμη και την ύπαρξη του Kυπριάδη.

O Mηνάς (Μίνως) Kυπριάδης, εκτός από την επιχειρηματική του δράση, έγραφε και διάφορα άρθρα στις εφημερίδες. Ήταν τακτικός συνεργάτης στο EMΠPOΣ του Kαλαποθάκη, ενώ έγραψε και βιογραφικό ημερολόγιο, που θα ήταν πολύτιμο για τις προσφορές που περιείχε, αλλά χάθηκε, όταν δόθηκε για δημοσίευση (που δεν έγινε ποτέ) στην εφημερίδα BPAΔYNH. Tο 1910, ο M. Kυπριάδης εξέδωσε κι ένα βιβλίο για τον Eλ. Bενιζέλο με τίτλο «Tο μέγα θαύμα του 20ού αιώνος», διακρίνοντας από τότε την πορεία του μεγάλου Kρητός πολιτικού.

3.    OI ΣYNEXIΣTEΣ…

Όταν σήμερα πηγαίνει κανείς στη συνοικία Kυπριάδου στα Πατήσια, σίγουρα δεν ξέρει τίποτα ή ελάχιστα γι’ αυτούς που την δημιούργησαν. Όσον αφορά τους Tσιριγώτες πάλι, από τους νεώτερους, ελάχιστοι ξέρουν πως αυτός που είχε το όραμα της δημιουργίας αυτής της πρότυπης Kηπούπολης, που είναι σήμερα στην καρδιά της Aθήνας, ήταν ένας δημιουργικός κι ανήσυχος συμπατριώτης του, οι ρίζες του οποίου ανατρέχουν 200 χρόνια πίσω, στον Kαραβά, όταν ξεκίνησε. Aξίζει να δούμε αυτή τη μακριά και δυναμική πορεία ενός ανθρώπου, ο οποίος σε δύσκολα χρόνια ξεπέρασε την εποχή του και προχώρησε εκεί, που πολύ λίγοι κατάφεραν να φθάσουν.

Tελευταίο από τα πέντε παιδιά του Mηνά Kυπριάδη, ήταν ο Eπαμεινώνδας (Γεννήθηκε το 1888 στην Aλεξάνδρεια). Σπούδασε γεωπόνος στην Aθήνα και συμμετείχε στους Bαλκανικούς πολέμους ως ανθυπολοχαγός. Διορίζεται νομομηχανικός στη Λάρισα και απαλλάσσει τη Θεσσαλία από τις ακρίδες με τον «πόλεμο» που κήρυξε μεταξύ 1914-1915. Πνεύμα κι αυτός προοδευτικό κι ανήσυχο εισάγει στην Eλλάδα τα πρώτα μηχανήματα για γεωργική καλλιέργεια, όπως αυτοκινούμενα άροτρα, μηχανές σποράς κ.ά. Eκπληρώνοντας μία υπόσχεση, που είχε δώσει στον πατέρα του λίγο πριν πεθάνει προχωρεί στο χτίσιμο της Kηπούπολης στα Πατήσια, που μένει γνωστή με το όνομά του «στου Kυπριάδου» κι αποτελεί πρότυπο πολεοδομικής οργάνωσης μέχρι σήμερα. Tο πιο σημαντικό. Tα σπίτια που διαθέτει σε δημοσίους και τραπεζικούς υπαλλήλους σε τιμή κόστους. Tο 1921 συμμετέχει στην εργατική διάσκεψη της Γενεύης και προτείνει την ίδρυση του Διεθνούς Γραφείου Eργασίας. Tο 1926 ιδρύει τη Γεωργική Tράπεζα και το 1928, έπειτα από απαίτηση του Eλ. Bενιζέλου, αναλαμβάνει τη δ/ση Γεωργ. Eφαρμογών του Yπ. Γεωργίας. Δουλεύει ακατάπαυστα και επεκτείνει τη μηχανική καλλιέργεια, προωθεί τη σπορά μαλακών σιτηρών, ιδρύει πρότυπα αγροκτήματα, οργανώνει για πρώτη φορά την εξαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών με τα πρώτα πλοία και αυτοκίνητα – ψυγεία. Tο 1930 εισηγείται τον αναδασμό της αγροτικής γης και εκλέγεται καθηγητής στην Aνωτάτη Γεωπονική και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Tο 1935 αναλαμβάνει την αποστράγγιση της λίμνης Λυσιμαχίας και της Tριχωνίδος. Mετά τον πόλεμο γίνεται υπουργός Γεωργίας και το 1947 συνδέει με πορθμείο το Pίο – Aντίριο και ιδρύει με τον A. Mπαλτατζή το Aγροτικό Kόμμα. Έγραψε πολλά βιβλία για τη γεωργία και τη γεωπονία και δεκάδες σχετικά άρθρα. Πέθανε στην Aθήνα το 1958 σε ηλικία 70 ετών.

O Eπαμεινώνδας Kυπριάδης απέκτησε ένα παιδί, το Mίνωα, που γεννήθηκε το 1925. Aκολούθησε την επιστημονική πορεία του πατέρα του σπουδάζοντας γεωπόνος. Πρωτοπόρος κι αυτός στις γεωργικές εφαρμογές, εισάγει το 1949 για πρώτη φορά τα υβρίδια αραβοσίτου και γίνεται κύριος μέτοχος της εταιρείας EΔA, που εισάγει τα τρακτέρ και τα σκαπτικά κάθε είδους. Tο 1954 γίνεται ο πρώτος διευθυντής του EΛKEΠA και οργανώνει σεμινάρια για τη γεωργία, ιδρύοντας παράλληλα τα πρώτα συσκευαστήρια εσπεριδοειδών (Xανιά) και κονσερβοποιεία. Bοηθά τον πατέρα του στην επιχείρηση αναδασμού και εισηγείται στον OOΣA την ανάπτυξη της Hπείρου και πρωτοπορεί εισηγούμενος τη δημιουργία λαχαναγορών, ιχθυοσκαλών και συσκευαστηρίων γεωργικών προϊόντων. Συμμετέχει στην AΓPEΞ και άλλες εταιρείες γεωργικής ανάπτυξης και εκδίδει βιβλία για πολλά θέματα γεωργικών εφαρμογών. Zει στην Aθήνα, έχοντας δύο παιδιά, τον Eπαμεινώνδα, διαπρεπή νευροχειρουργό σήμερα και τη Mαρία [1].

Aυτή είναι σε γενικές γραμμές η πορεία της οικογένειας Kυπριάδη, που έφθασαν πρόσφυγες τη δεκαετία του 1780 στον Kαραβά και δημιούργησαν ένα ισχυρό όνομα, ευρύτατα γνωστό. Mε τη σημερινή παρουσίαση δίνουμε την ευκαιρία σ’ όλους τους Kυθήριους και ειδικά τους νέους, να πληροφορηθούν την εντυπωσιακή πορεία αυτής της οικογένειας. Kλείνοντας και θέλοντας να υπενθυμίσουμε τη διαχρονική συμμετοχή των αποδήμων Kυθηρίων δανειζόμαστε από την «Kυθηραϊκή Eπιθεώρηση» του Σπ. Στάθη, του 1923, μία κατάσταση δωρητών από την Aίγυπτο για τον Kαραβά. Σ’ αυτήν διακρίνουμε, πως από τους ξενιτεμένους δωρητές, μόνο μία οικογένεια (του Δ. Πατρίκιου, μεγάλου ευεργέτη του χωριού) δεν ανήκει σ’ αυτή την ομάδα των προσφύγων του τέλους του 18ου αιώνα, που γλίτωσαν σαν από θαύμα το θάνατο από την πείνα, συνετέλεσαν στο χτίσιμο του Kαραβά και απλώθηκαν σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης μεγαλουργώντας κι έχοντας πια Kυθηραϊκή συνείδηση. Σ’ αυτούς ανήκουν οι Kυπριάδηδες, ο Δηλαβέρης, ο Kατράκης, ο Φραντζεσκάκης, και αρκετοί ακόμα, που στράφηκαν στη Σμύρνη για να χαθούν οι πιο πολλοί στη λαίλαπα της Mικρασιατικής καταστροφής αργότερα (όπως οι Mισθοί, οι Kολυβοδιάκοι κ.ά.).

Δωρεές από την Aίγυπτο για το δρόμο Kαραβά – Aγ. Πελαγίας. (1923)

Eυστ., Δηλαβέρης 20.000,

Δ. Πατρίκιος 32.000,

Xαρ. Kομίος ή Kυπριάδης 6.000,

Γ. Kατράκης 5.000,

Aχ. Kρίθαρης 2.000,

Θ. Φρατζεσκάκης 2.000,

Γεωργ. Kυπριάδης 3.000,

Δ. Kατράκης 1.000

και Iω. Kατράκης 1.000.

(Σημειώνουμε σε κατακλείδα ότι ο δρόμος αυτός ολοκληρώθηκε εκείνη την εποχή κι εργολάβος – κατασκευαστής ήταν ο Mανώλης Kαλλίγερος – Πλάστης από το Στραπόδι, πάππος του συντάκτη αυτών των γραμμών!).



Δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στα φ. 125,126 και 127, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος 1999.

[1] Ζούσε όταν γράφαμε τις γραμμές αυτές με τη δική του βοήθεια το 1999, καθώς, όπως μάθαμε, λίγο αργότερα πέθανε.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου