Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018










                    Οι φοιτητές   

                     Περιεχόμενα 



                    Α.     Εισαγωγή

  

1.             Το αιώνιο ερώτημα



                        Β. Κεφάλαιο πρώτο

        2.  Η Ράνια

      3. Η ανατροφή

       4. Ο μανάβης της γειτονιάς

       5.  Χήρα στα τριάντα της

        6.   Ο έρωτας

        7.   Η προσγείωση

        8.   Η νέα κατάσταση     

      9.   Ο χωρισμός



     Γ. Κεφάλαιο δεύτερο



10.   Νέος προσανατολισμός

11.   Η γέννηση του παιδιού

12.   Ο Λάμπρος αναπολεί

13.   Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες

14.   Το σχίσμα Μόσχας-Πεκίνου

15. Το πρώτο ράγισμα

16.   Ο Λάμπρος πτυχιούχος



Δ. Κεφάλαιο τρίτο



17.   Ποιος φταίει τελικά;

18.   Ο Μήτσος κάνει τη στροφή

19.   Επιτέλους κάτι όμορφο στη ζωή του

20.   Η εξομολόγηση του Τάσου





Κεφάλαιο τέταρτο



21.   Τα σύννεφα μαζεύονται πάνω απ’ το κεφάλι μας

22.  Ραγδαίες εξελίξεις και αλλαγές

23.   Η συνάντηση Λάμπρου και Τάσου

24. Η ανωμαλία τους πρόφτασε

25. Προετοιμασία για αντίσταση

26.  Το νερό μπαίνει στο αυλάκι

27. Η ατμόσφαιρα της εποχής

28.  Ο Τάσος

29.  Ο Λάμπρος πάνω στα αναμμένα κάρβουνα



Δ. Κεφάλαιο πέμπτο



30.  Τι έγινε η Ράνια;

31. Ο Λάμπρος αποσύρεται απ’ τη κυκλοφορία

32. Ο κλοιός σφίγγει

33. Η δημοσιότητα κινητοποίησε κόσμο

34. Η έκπληξη

35.  Η  δίκη στο στρατοδικείο

36.  Η Ράνια με πρόβλημα

37.  Η κατάσταση επιδεινώνεται

38.  Η εξομολόγηση

39. Οι τελευταίες επιθυμίες



Ε. Κεφάλαιο έκτο



40. Το πολιτικό τέλμα

41. Η προσπάθεια από την αρχή

42.  Η αποκάλυψη

43. Οι επόμενες εξελίξεις

44. Προσωρινοί διακανονισμοί

45. Η Ντίνα

46.  Η συνάντηση

47.  Πρόταση συγκατοίκησης

48. Με την αγωνία, αλλά και τη χαρά

49. Οι επόμενες κινήσεις

50. Νέα σχέδια

51. Η έκπληξη και η χαρά

52.  Χτίσιμο οικογένειας

53. Ένας κύκλος έκλεισε



ΣΤ. Κλείσιμο

 54.   Η μέση οδός

                                     









                                      







  

                        Εισαγωγή

  

         1.      Το αιώνιο ερώτημα





Έχουν ειπωθεί τόσα πολλά για το θέμα κι έχουν σε κείμενα καταγραφεί ποικίλες απόψεις και πληθώρα ενδεχομένων. Κι όμως! Παρά την επίμονη κι αγωνιώδη αναζήτηση λύσης το ερώτημα  παραμένει ακέραιο κι αναπάντητο.

  Τι είναι, αλήθεια, χαμένος χρόνος;

 Ο κύκλος της ζωής ενός ανθρώπου είναι αμελητέος μες στην αιωνιότητα, αλλά ιδωμένος στο μικρόκοσμο του καθενός, τα συνήθη χρόνια ζωής του μπορεί να φαντάζουν αρκετά έως ατέλειωτα. Πώς μπορεί αυτός ν’ «αξιοποιήσει» αυτό το «σύντομο πέρασμα»;

  Μια στάση είναι να ζεις έντονα αναζητώντας αδιακόπως εμπειρίες, επιδιώκοντας συνεχώς γνωριμίες με νέους ανθρώπους, ταξιδεύοντας σε όλο και νέους τόπους, δοκιμάζοντας άγνωστες γεύσεις, νιώθοντας πρωτόγνωρα αισθήματα. Να ζεις με τρόπο ώστε να μην αφήνεις λεπτό να πηγαίνει «χαμένο», χωρίς καμιά στιγμή που να μην τη γεμίζεις από μια ασχολία, με μια δραστηριότητα. Είναι η πραγμάτωση της γνωστής παραίνεσης που λέει:

 « Ζήσε την κάθε μέρα λες κι είναι η τελευταία σου»

 Όμως το ερώτημα μπαίνει από μόνο του. Αυτό το ασταμάτητο κυνηγητό είναι λύση; Αναρωτιέσαι εύλογα αν μια τέτοια στάση σου αφήνει χρόνο για μια ανάσα, μια ενδοσκόπηση, ένα διάλειμμα για  ήρεμη συναγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Μέσα σ’ αυτό το αέναο κυνηγητό προλαβαίνεις, άραγε, να αφομοιώνεις τις γνώσεις και τα συναισθήματα; Είναι ερωτήματα που πολλές φορές δεν έχουν τις αυτονόητες απαντήσεις. Υπάρχει εναλλακτική λύση; Δεύτερος άλλος δρόμος; Σίγουρα πρέπει να υπάρχει γιατί τότε, αλίμονο!

  Πάμε το συλλογισμό στην άλλη άκρη.

 Μια άλλη στάση περιλαμβάνει το χουζούρεμα, την ραστώνη, την ανέμελη βόλτα χωρίς κανένα προορισμό, το οργανωμένο- κατά το δυνατόν- άδειασμα του μυαλού από οποιαδήποτε ενοχλητική σκέψη. Αυτά και τόσα άλλα αντίστοιχα, είναι χάσιμο χρόνου; Μήπως καμιά φορά τέτοιες ανούσιες, εκ πρώτης όψεως ενασχολήσεις, είναι μια καταφυγή, ένα δροσερό αεράκι μέσα στη θανατερή νηνεμία;

 Ας προσγειώσουμε τη σκέψη μας.

  Η ζωή είναι μια αλυσίδα περιστατικών. Η συνάθροιση όλων αυτών είναι εκείνο που  ονομάζουμε ο «βίος του ανθρώπου». Δεν υπάρχει «χαμένος χρόνος». Όλα αποτελούν ψηφίδες του προσωπικού σου περάσματος από τον μάταιο αυτόν κόσμο.  Βεβαίως, κάποια από αυτά τα περιστατικά, πέρασαν κι έφυγαν στη λησμονιά μην αφήνοντας πίσω τους εμφανείς ή σημαντικές επιπτώσεις, ενώ άλλα, αντιθέτως, έβαλαν ανεξίτηλη την σφραγίδα μέσα σου και σε σημάδευσαν δια βίου.

  Η βαρύτητα ενός συμβάντος στην πορεία της ζωής αξιολογείται και από τη διάρκεια που η επίδρασή του επιβιώνει εντός σου. Αυτό που σύντομα ξεχνιέται ή πέρασε απαρατήρητο από σένα το πήρε ο άνεμος και στη συνέχεια είναι σαν να μην υπήρξε στην πραγματικότητα δεν θα ήταν ίσως σημαντικό.  Όμως, ας μην αγνοηθεί και μια άλλη διάσταση. Όταν ένα γεγονός αναβιώνει και ανασταίνεται, σαν τον Λάζαρο στην μνήμη σου, από γνωστή ή άδηλη αφορμή, τότε ξαναζείς το γεγονός, πολλές φορές μάλιστα εντονότερα από την πρώτη φορά.

 Μακάρι να υπήρχαν σταθερά αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης των συμβαινόντων στην καθημερινότητά μας. Όμως κάτι τέτοιο μάλλον δεν υπάρχει. Είναι κοινός τόπος ότι κάθε αυτόπτης ήρωας ή μάρτυς  ενός γεγονότος, όταν προκληθεί να περιγράψει τα συμβάντα, δίνει τη δική του εκδοχή, επισημαίνει κάποια σημεία ενώ παραγνωρίζει κάποια άλλα, που για τον επόμενο αποτελούν την καρδιά του συμβάντος.

 Δεν υπάρχουν στάνταρ απαντήσεις και ίσως αυτό είναι η ιδιαίτερη γεύση της ανθρώπινης ζωής.

 Δεν υπάρχει «χαμένος χρόνος». Το κάθε τι που συμβαίνει στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των αναμνήσεων που θα τον  ακολουθούν μέχρις ότου το χώμα σκεπάσει το νεκρό πλέον σώμα του.







Α. Κεφάλαιο πρώτο



2.   Η Ράνια



Όπου φτωχός κι η μοίρα του. Σε μερικούς ανθρώπους από τη γέννα τους είναι καθορισμένα τα όρια της ζωής τους, οι ευκαιρίες που δίνονται και τα ενδεχόμενα που υπάρχουν. Είναι πολύ δύσκολο σε έναν νέο άνθρωπο λόγω έλλειψης γνώσεων, λόγω οικονομικών αδυναμιών και πολλές φορές λόγω αδράνειας να σπάσει το τσόφλι της μιζέριας μέσα στην οποία μεγαλώνει και ν’ ανοίξει τα φτερά του σε νέες δυνατότητες, ανώτερους στόχους, μια καλύτερη πορεία. Και από αυτούς που επιχειρούν τη δραπέτευση από την αρχική μιζέρια λίγοι είναι εκείνοι που το επιτυγχάνουν στο τέλος. Χρειάζεται πολύχρονο πείσμα, αδιάκοπη προσπάθεια, επιμονή  και προσήλωση. Τέτοια χαρακτηριστικά δεν υπάρχουν εν αφθονία στη ζωή. Όπου τα συναντήσεις αντιμετώπισέ τα ως εξαιρέσεις που απαιτούν παραδοχή και σεβασμό.

Δε θυμάται, η Ράνια
στα παιδικά της χρόνια μια μέρα που να έχει αυτά που επιθυμούσε. Όλο κάτι λιγότερο υπήρχε, στα περισσότερα καθόλου. Μοναχοκόρη, μεγαλωμένη σε κλειστό και συντηρητικό περίγυρο, με ορίζοντες περιορισμένους έμαθε να έχει χαμηλές απαιτήσεις από τη ζωή. Οι δικοί της, άγιοι άνθρωποι, αλλά με λίγες γνώσεις, την μεγάλωναν με τις αρχές και την ατμόσφαιρα μιας περασμένης πια εποχής. Αλλά μη γίνει παρεξήγηση. Δεν την παραμελούσαν. Το αντίθετο.Την αγαπούσαν. Την αγαπούσαν πολύ. Το μόνο είδος που της περίσσεψε ήταν τα χάδια, οι αγκαλιές και τα φιλιά. Το κορίτσι ήταν γι αυτούς η υλική επαλήθευση της μεταξύ τους ήρεμης και χαμηλόφωνης αγάπης, που τους έδεσε από την αρχή της γνωριμίας τους. Τόσα ήξεραν, τόσα μπορούσαν.  

Την βαφτίσανε Ουρανία, το όνομα της μάνας του πατέρα της, μα σύντομα η ίδια προτιμούσε να τη φωνάζουν Ράνια. Μόνο ο πατέρας της συνέχισε αδιάλειπτα να τη φωνάζει Ουρανία κι απ’ το σεβασμό κι αγάπη που του είχε δεν του είπε ποτέ την εσωτερική αντίρρησή της

Έμαθε στα λίγα. Από νωρίς συμβιβάστηκε με τη μοίρα και δεν αποπειράθηκε ποτέ να σπάσει τα όρια που ο ρυθμός της ζωής, της είχε επιβάλλει. Σιωπηλή, με υπομονή και καρτερικότητα, πέρασε όλα τα χρόνια της σχολικής  περιόδου. Σαν μαθήτρια ήταν μέτρια, από αυτές που περνάνε σχεδόν απαρατήρητες, χωρίς καμιά ιδιαίτερη κλίση σε κάποιο τομέα και χωρίς τις εξάρσεις μερικών άλλων είτε προς το καλό είτε προς το κακό. Δεν ήταν από άγνοια ή αδιαφορία. Όχι! Σχεδόν πάντα ήταν εντάξει στις σχολικές υποχρεώσεις της, βεβαίως στη χαμηλή στάθμη που ήταν και οι άλλες πλευρές της καθημερινότητάς της.

 Το γυμνάσιο τελείωσε, αλλά στο λύκειο δε συνέχισε, με τη σύμφωνη γνώμη των δικών της, που θεωρούσαν αρκετή για ένα κορίτσι τη μέχρι εκεί μόρφωσή της. «Έως εδώ φτάνει»

Είπε ο πατέρας της.  Κι η ίδια δεν εξέφρασε καμιά διαφωνία. Δεν είχε ποτέ το φανατισμό των γραμμάτων. Δυο-τρείς παιδικές φίλες συνέχισαν τις σπουδές τους, άλλαξαν σχολεία, παρέες και ενδιαφέροντα, ξέκοψαν, εκ των πραγμάτων, απ’ αυτή. Δεν το πήρε κι επί πόνου. Ακόμα κι αυτό το δέχτηκε σαν ένα συνεπακόλουθο της δικής της ελλειμματικής ζωής.



3. Η ανατροφή



    Η σχέση της με τα γράμματα περιορίστηκε στην ανάγνωση λαϊκών μυθιστορημάτων με ονομαστούς έρωτες και κάποια βιβλία κλασσικών που τυχαία έπεφταν στα χέρια της. Σ’ εκείνο που έριξε μαύρο δάκρυ με το τραγικό τους τέλος ήταν ο Μιμίκος και η Μαίρη. Χίλιες σελίδες και. Ευσυγκίνητη έως υπερβολής ζούσε την ιστορία στο πετσί της. Όταν κάποια στιγμή πριν λίγα χρόνια αγόρασαν με δόσεις ραδιόφωνο η παρακολούθηση των προγραμμάτων έγινε η κυριότερη- για να μην πω αποκλειστική- διασκέδαση της οικογένειας. Η Ράνια συμπλήρωνε την ενημέρωσή της με τα λαϊκά εβδομαδιαία περιοδικά. Το Πάνθεον, το Ρομάντζο και ο Θησαυρός με τις δακρύβρεκτες συναισθηματικές ιστορίες σε συνέχειες που περιλάμβαναν  με όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά για τα επώνυμα αστέρια της εποχής.

Μετά την αποφοίτησή από το γυμνάσιο της κόρης μπήκε ενώπιον των γονέων το ερώτημα

 «Και τώρα τι θα γίνει με τη μικρή; Με τι θα ασχοληθεί από δω και πέρα;»

Η γνώμη της μάνας της ήταν να μάθει μια τέχνη. Έτσι πήγε στη μοδίστρα της γειτονιάς με την υπόσχεση ότι δεν απαιτούν αμοιβή.

 «Αρκεί το κορίτσι μου να μάθει κάποια πράγματα! Είναι εργατική και φιλότιμη, κυρία        Πελαγία. Δεν θα χάσεις απ’ αυτήν»

Εκεί πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια της. Μετά τον πρώτο χρόνο η αφεντικίνα της, άρχισε να της δίνει ένα φτωχό βδομαδιάτικο. Ήταν τα πρώτα λεφτά που κέρδιζε από τη δουλειά της κι αυτό τη γέμισε με περηφάνια. Τα έδωσε στη μάνα της κι εκείνη πρακτική και ρεαλίστρια συμπλήρωσε το ποσόν και της αγόρασε με δόσεις μια ραπτομηχανή Σίγκερ, που μπήκε μέσα στο σπίτι

« Όλο και σε κάτι θα χρειάζεται. Κι αργότερα; Θα είναι χρήσιμο εργαλείο για τη Ράνια»

Δεν της έτυχε καμιά ιστορία αγάπης, παρά την έγκαιρη και φυσική επιθυμία για κάτι τέτοιο. Μια επιθυμία που υποδαυλιζόταν και από τα ακούσματα στο περιβάλλον της. Ταινίες στον κινηματογράφο, συζητήσεις στη δουλειά, εσωτερική ορμονική παρόρμηση. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν είχε τολμήσει η ίδια κάτι.

Ένας νεαρός που για αρκετές ημέρες την ακολουθούσε στο δρόμο για το σπίτι κι έδειξε πως ενδιαφέρεται γι αυτήν ποτέ δεν τόλμησε να την σταματήσει και να της ζητήσει κάτι. Δεν ξέρει ποια θα ήταν η αντίδραση της, αν το τολμούσε. Αλλά δεν το τόλμησε. Αφίλητη, χωρίς εμπειρίες προσωπικές, καταπιεσμένη και κουρασμένη από τη ρουτίνα της καθημερινότητας ήταν ευεπίφορη στην οποιαδήποτε αλλαγή που θα της τύχαινε. Κι αυτή ήρθε.

         

4. Ο μανάβης της γειτονιάς 



Ήταν δεκαεννιά χρονών όταν ήρθε το προξενιό στο σπίτι. Η κυρία Πολυξένη, που είχε σπίτι διαγωνίως και απέναντί τους, έπιασε τη μάνα της και της το σφύριξε.

«Ο Προκόπης καλέ, ο μανάβης της γειτονιάς! Θέλει τη κόρη σου. Δεν έχει απαιτήσεις για προίκα. Έχει μια στρωμένη δουλειά, έχει και ευρύχωρο πατρικό σπίτι. Εκεί θα ζήσουν. Σίγουρα κάτι είναι κι αυτό. Κοντά σας θα την έχετε. Μην χάσετε αυτό το τυχερό για τη Ράνια. Ο Προκόπης θα την έχει βασίλισσα στο σπίτι»

«Καλέ, Πολυξένη μου, δεν είναι μεγάλος για τη δικιά μου; Μοναχοκόρη την έχουμε. Δεν θα τη δώσουμε και σαν γουρούνι στο σακί!»

«Τι μεγάλος Μαρία μου! Ούτε σαράντα δεν είναι. Α! Να το ξέρεις Στον ευτυχισμένο γάμο ο άντρας πρέπει να έχει μια διαφορά από τη γυναίκα. Δεν είναι ώρα για παιχνίδια και φλερτ για μας τους κατατρεγμένους. Σπίτι θα ανοίξουν, παιδιά θα κάνουν. Να δείτε και σεις, εν ζωή, εγγονάκια. Τι άλλο μπορεί να ζητά ένας γονέας καλέ; Ξύπνα και κουνήσου!»

«Καλά! Θα το συζητήσω με τους δικούς μου και θα σου απαντήσω»

«Μην αργήσεις όμως και τον χάσουμε»

Πρώτα το είπε στον άντρα της. Του είπε όλα τα πλεονεκτήματα. Μαγαζί, σπίτι, δεν θέλει προίκα και θα την έχουμε και κοντά μας. Ο κυρ Χρόνης το βρήκε λογικό και συμφώνησε, αλλά έβαλε όρο.

«Να πείσουμε όμως το κορίτσι. Δε θέλω να την παντρέψουμε με το ζόρι»

«Άστο σε μένα αυτό»

Η συζήτηση με την κόρη κράτησε πολλή ώρα. Ήρεμα. Με την παράθεση όλων των στοιχείων, έχοντας μέσα της πεισθεί ότι δεν υπάρχουν κι άλλες εναλλακτικές λύσεις. Το έφερε σχεδόν, ως αναπόφευκτο. Βρήκε και τη Ράνια στην κατάλληλη ψυχολογία. Είχε ήδη κουραστεί πια στη μοδίστρα. Ανία του κερατά χωρίς κιόλας να της δίνει πρωτοβουλίες να μάθει περισσότερα και να λυθούν τα χέρια της. Μόνο κάποια απ’ τα δικά της ρούχα, και με το ζόρι, μπορούσε να κάνει. Τον Προκόπη τον ήξερε. Δεν της έλεγε τίποτα ιδιαίτερα. Αλλά, μωρέ, έχει κι άλλη επιλογή;

Έτσι, ίσως και βιαστικά, είπε το ναι. Οι ετοιμασίες δεν ήταν και πολλές. Ένας απλός γάμος στην εκκλησία της γειτονιάς με λίγους καλεσμένους. Άλλωστε ο Προκόπης ήταν από χρόνια μόνος κι έρημος. Από νωρίς ορφανός κι από μάνα και πατέρα. Τρεις -τέσσερις φίλοι του Προκόπη, άλλοι τόσοι συγγενείς της Ράνιας και μερικοί κοινοί γείτονες. Το εορταστικό τραπέζι έγινε σε ταβέρνα της περιοχής και τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας, κουρασμένοι ως το κόκκαλο, βρέθηκαν για πρώτη φορά μόνοι στο πατρικό του. Βεβαίως στις προηγούμενες μέρες της προετοιμασίας του γάμου η Ράνια κι η μάνα της καθάρισαν και στόλισαν το σπίτι, μετέφεραν τα λιγοστά προικιά της και τη ραπτομηχανή. Έτσι ο χώρος της ήταν γνωστός.

Η μάνα της την είχε δασκαλέψει, μα όλα κρίνονται στην πράξη. Ο Προκόπης, παρ’ όλη την κούραση του γάμου και του γλεντιού που ακολούθησε, ήθελε εδώ και τώρα να δρέψει το έπαθλο της νυφικής παστάδας. Η Ράνια δε μπορούσε να αρνηθεί την επιθυμία του, αλλά εκ των πραγμάτων η πράξη που ακολούθησε ήταν μια σκέτη απογοήτευση. Κάτω του μετρίου. Η ίδια μόνο τον πόνο της εκπαρθένευσης πρόλαβε να νιώσει. Ο άλλος είχε ήδη τελειώσει μέσα της. Δε ζήτησε ούτε μια συγνώμη, γύρισε από την άλλη πλευρά και σύντομα άκουσε τη ρυθμική ανάσα του. Είχε ήδη αποκοιμηθεί.

Η ίδια ήταν αδύνατο να κοιμηθεί. Απογοητευμένη αναρωτήθηκε. Έτσι είναι η τόσο διαφημισμένη ερωτική πράξη; Γι αυτήν που γράφτηκαν και λέχθηκαν τόσα και τόσα;  Όμως μια εσωτερική φωνή την καθησύχαζε.

«Δεν θα είναι πάντα έτσι, κορίτσι μου. Θα φταίει η κούραση και ότι είναι η πρώτη φορά. Αλλά εσύ, μόνη σου, οφείλεις να βελτιώσεις τα πράγματα. Στο χέρι σου είναι. Τώρα είσαι η σύζυγός του και πρέπει να βρεις την νέα ισορροπία»

Αυτές οι σκέψεις την καθησύχασαν και έτσι μπόρεσε μετά από λίγο να φτάσει στον ύπνο. Πράγματι στη συνέχεια βελτιώθηκαν τα πράγματα, ο Προκόπης της φερόταν ευγενικά κι άρχισε να νιώθει τη ζεστασιά της ερωτικής πράξης, χωρίς όμως ποτέ να φτάνει στην ολοκλήρωση. Αυτό μέχρι στιγμής δεν το είχε δοκιμάσει. Οι μήνες περνούσαν, αλλά, αυτό που όλοι περίμεναν, δεν ερχόταν με τίποτα. Η Ράνια δεν έμενε έγκυος. Η μάνα της στην αρχή την παρηγορούσε ότι είναι νωρίς και με τον καιρό το παιδί θα έρθει. Αργότερα άρχισαν τα πρακτικά γιατροσόφια και τέλος φώναξαν το παπά να την ευλογήσει και να κάνει ευχέλαιο στο σπίτι. Ο άντρας της την παρηγορούσε με την άποψη της τότε εποχής

«Αυτά είναι τυχερά, γυναίκα. Μη στεναχωριέσαι. Κάποια στιγμή. ο θεός θα μας ευλογήσει…»

Την εποχή εκείνη το ψάξιμο με τους γιατρούς δεν ήταν ακόμα διαδεδομένο, ιδιαίτερα για τον άντρα θεωρούνταν πολύ υποτιμητικό κάτι τέτοιο. Να παραδεχθεί δημοσίως ότι είναι άσφαιρος. Ντροπής πράγμα! Ποτέ των ποτών! Η ίδια επισκέφθηκε το γιατρό, την εξέτασε και τη βρήκε υγιή και ικανή για τεκνοποίηση. Το θέμα βάλτωσε και από μια στιγμή και πέρα άρχισε κιόλας να αφομοιώνεται.

«Τι να κάνουμε; Δεν είμαστε τυχεροί!»

Τα χρόνια άρχισαν να διαβαίνουν. Η Ράνια τον περιποιούνταν όσο ήξερε και της ήταν δυνατόν, του ήταν απόλυτα πιστή, με μηδενικές προσωπικές απαιτήσεις. Αλλά ο Προκόπης δεν τα αξιολογούσε αυτά. Το θεωρούσε φυσικά κι αυτονόητα. Σε λίγο θα τριαντάριζε κι ο Προκόπης μόλις είχε διαβεί το όριο των πενήντα όταν έσκασε η βόμβα.

Προειδοποιητικές βολές δεν υπήρξαν, αλλά ένα πρωινό μέσα στο μαγαζί, παρουσία δυο πελατών ο Προκόπης ένιωσε ένα δυνατό πόνο στο στήθος. Τρόμαξαν όταν ξάπλωσε στο έδαφος και έχασε τις αισθήσεις του. Μέχρι να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, είχε πια φύγει οριστικά απ’ τη ζωή. Ο χαμός του άντρα της ήταν μια ολοκληρωτική ανατροπή στη ζωή της Ράνιας.



5.  Χήρα στα τριάντα της



Έπρεπε ν’ αλλάξει τα πάντα στη ζωή της. Να κρατήσει μόνη ανοιχτό το μαγαζί, δεν υπήρχε περίπτωση. Έπρεπε να το κλείσει. Τακτοποίησε τις οικονομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν και το έκλεισε. Το κατάστημα ήταν νοικιασμένο και ο εξοπλισμός του, εκτός λίγων πραγμάτων, που τα μετέφερε στο σπίτι,  ήταν για την ίδια άχρηστος. Τον εγκατέλειψε εκεί.

Ευτυχώς χρέη δεν υπήρχαν και το βιβλιάριο στην τράπεζα είχε ένα ποσόν, αλλά τίποτα ιδιαίτερο. Ίσως αρκετό να πληρωθούν οι φόροι κληρονομιάς. Έπρεπε να φροντίσει με το ταμείο που ήταν ασφαλισμένος. Μετά δυο χρόνια κυνηγητού και πληθώρας γραφειοκρατικών προβλημάτων εξασφάλισε μια πενιχρή σύνταξη χηρείας, που  αρκούσε τσίμα- τσίμα για τα στοιχειώδη. Τότε το σκέφτηκε. Να χωρίσει το σπίτι και να νοικιάζει δωμάτια σ’ όσους ενδιαφέρονται. Ακόμα, μήπως μπορούσε να κάνει και τη ράφτρα στη γειτονιά. Όχι σε πολύπλοκα πράγματα, αλλά σε  απλές απαιτήσεις γυναικών της γειτονιάς και τυχόν επιδιορθώσεις.

Στο ίδιο διάστημα είχε και την αλυσίδα των προσωπικών της απωλειών. Έχασε τον πατέρα της που τόσο πολύ αγαπούσε. Αυτό της στοίχισε περισσότερο απ’ τον άντρα της. Για τον δικό της άντρα έτρεφε κάποια αισθήματα. Πίστης, αφοσίωσης, καθήκοντος, αλλά τίποτα περισσότερο. Ο μακαρίτης είχε καλή καρδιά, την σεβόταν, φρόντιζε μην της λείψει κάτι, αλλά την παράφορη ερωτική έλξη που με τόση ανυπομονησία περίμενε δεν την ένιωσε ποτέ μέχρι το θάνατό του. Και σαν να μην έφτανε αυτό μετά το θάνατο του μπαμπά -λες κι το αποφάσισε- η μάνα της πήγε να τον συναντήσει. Παρά την προσπάθειά της να την συνεφέρει μέσα σε ένα μήνα της ξέφυγε μέσα απ’ τα χέρια. Τη συγκινούσε αυτή η αφοσίωση, μα η ίδια δεν ένιωσε την ανάγκη της.

Ο Λάμπρος ήταν ο δεύτερος νοικάρης της. Ο πρώτος ήταν ένας δάσκαλος που πριν λίγο καιρό πήρε μετάθεση στην επαρχία. Από το θάνατο του άντρα της είχαν περάσει τέσσερα χρόνια και η Ράνια είχε κλείσει όλες τις εκκρεμότητες που είχε με  τον άντρα της και τους γονείς της. Μέσα στο μυαλό της έπαιζε και η πιθανότητα να κάνει νέα αρχή στη ζωή της βρίσκοντας έναν νέο άντρα, αλλά δεν είχε πάρει μέχρι στιγμής καμιά πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση.

 Σε λίγο θα γινόταν τριανταπεντάρα και οι επιθυμίες την κύκλωναν κι έκαναν βασανιστικά τα βράδια της. Αντί οι επιθυμίες να καταλαγιάζουν μεγάλωναν με τον καιρό και την έπνιγαν. Μεγαλωμένη σε κλειστό και συντηρητικό κύκλο δεν είχε μέχρι στιγμής κάνει απόπειρα μιας ευκαιριακής σχέσης. Δεν είχε κι εναλλακτικές απασχολήσεις. Βλέπεις ο γάμος της δεν ευλογήθηκε από ένα παιδί να της γεμίζει τη ζωή κι έτσι ζούσε μόνη και με τη στέρηση του μητρικού ενστίκτου.

Τον Λάμπρο αμέσως τον συμπάθησε. Ήταν φοιτητής από την επαρχία, ευγενικός, ντροπαλός, με σαφώς περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Τον έβαλε στην καρδιά της. Με θολά αισθήματα. Ίσως αναδυόταν από μέσα της το καταπιεσμένο μητρικό ένστικτο. Την αναστάτωναν και τα νιάτα του. Η δύναμη που απέπνεε η κίνησή του. Όλα μαζί, ανακατωμένα και μπερδεμένα. Δεν είχε την πολυτέλεια να τον απαλλάξει από το νοίκι, που πάντα εγκαίρως της το πλήρωνε, αλλά τουλάχιστον ένα μέρος του το επέστρεφε με προσφορές αγάπης. Ένα κομμάτι απ’ το γλυκό που έφτιαξε, ένα πιάτο φαγητό, όταν πίστευε ότι πέτυχε τη συνταγή και καμιά φορά να του σιδερώσει ένα πουκάμισο, ένα τσαλακωμένο παντελόνι, να του ράψει κανένα κουμπί που έφυγε, να του ρεμπατέψει ένα σχίσιμο σε κάποιο ρούχο. Ψιλοδουλειές αλλά τόσο χρήσιμες και εξυπηρετικές για τον Λάμπρο, που ζούσε μακριά απ’ τους δικούς του.

Ανάμεσά τους είχε εγκατασταθεί μια γλυκιά  οικειότητα κι ο ένας ένιωθε όμορφα με την παρουσία του άλλου. Από ένα σημείο και μετά χωρίς να τον ρωτήσει έμπαινε στο δωμάτιο του, να ρίξει ένα σκούπισμα , να τακτοποιήσει το άστρωτο κρεβάτι. Μια οικογενειακή ατμόσφαιρα. Το σκέφτηκε. Θα μπορούσε να είναι και παιδί της αν παντρευόταν στα 14 της κι έμενε αμέσως έγκυος. Ναι, είχαν 15 χρόνια διαφορά. Μεγάλη, ότι και να πεις. Για το Λάμπρο ένιωθε βαθειά τρυφερά αισθήματα και αυτό φαινόταν σε κάθε λόγο και πράξη της.

Κι ο Λάμπρος δεν ήταν αχάριστος, την συμπαθούσε και εκτιμούσε τις ενέργειες της σπιτονοικοκυράς του. Μετά δεν ήταν καμιά άχαρη γεροντοκόρη. Κρατιόταν, ως γυναίκα, μια χαρά. Είχε παντρευτεί και η άτυχη έχασε νωρίς τον άντρα της, ενώ ακόμα ήταν σχετικά νέα. Αν την έβλεπε σαν τρόπαιο και στόχο να την κατακτήσει είχε τα προσόντα της. Αλλά αυτός δεν μπορούσε να έχει βλέψεις σε αυτό το επίπεδο.



6.   Ο έρωτας



Το χειμώνα που ήρθε, οι ρόλοι εκτάκτως για δυο μέρες άλλαξαν. Η κυρία Ράνια έπεσε στο κρεβάτι με δυνατό κρύωμα και επειδή κι αυτή δεν είχε ανθρώπους γύρω της εκ των πραγμάτων αυτός ανέλαβε να την εξυπηρετήσει. Πήγε στο φαρμακείο κι αγόρασε τα φάρμακα που του είπε. Να μαγειρέψει δεν ήξερε κι έφερε έτοιμο φαγητό από τη διπλανή ταβέρνα. Το βράδυ τον παρακάλεσε να της κάνει μια εντριβή στην πλάτη γιατί της πόναγε πολύ. Δεν ένιωσε και άνετα, αλλά και δε μπορούσε να αρνηθεί. Πάντα, βλέπεις, η Ράνια του έκανε όλα τα χατίρια.

Η Ράνια είχε πυρετό. Λίγο πριν είχαν βάλει το θερμόμετρο. Έλεγε 38ο.  Ο Λάμπρος της πρότεινε να καλέσουν γιατρό, αλλά η αυτή αρνιόταν κάθετα.

«Όχι Λάμπρο. Δε θέλω να μπει μέσα εδώ γιατρός. Ελπίζω αύριο να είμαι περδίκι. Έλα πάρε την εντριβή που έφερες και τρίψε μου λίγο την πλάτη που με πονάει» Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Η Ράνια σήκωσε το νυχτικό της και του πρόσφερε γυμνή την πλάτη της. Άρχισε να κάνει εντριβή. Σε λίγο από κάτω άρχισαν τα βογκητά

«Συγνώμη Ράνια. Σε πονάω;»

«Όχι, μην σταματάς συνέχισε. Μ’ ανακουφίζει! Ναι… συνέχισε. .συνέχισε!»

Τώρα το κατάλαβε. Τα βογκητά δεν ήταν ήχοι πόνου, αλλά ευχαρίστησης. Ο ίδιος δεν ήταν κι από πάγο, ούτε πλήρως καλυμμένος στον ερωτικό τομέα. Από κάτω του μια γυναίκα βογκούσε μάλλον από ηδονή. Πρώτη φορά στη ζωή της, η στερημένη μια ζωή Ράνια, άρχισε να νιώθει πρωτόφαντα αισθήματα. Κάποια στιγμή δεν άντεξε. Με ανεξήγητο- για την προϊστορία της μέχρι τώρα- θάρρος, πήρε την πρωτοβουλία. Γύρισε ανάσκελά και τα πλούσια παλλόμενα βυζιά της του δόθηκαν στο πιάτο. Ήδη είχε πλήρη διέγερση κι αυτό το είδε στο φουσκωμένο παντελόνι του η άρρωστη. Με πρωτόγνωρη τόλμη και θάρρος τον τράβηξε πάνω της και το πρόσωπό του χάθηκε μέσα τη χαράδρα ανάμεσα στα στήθη της

«Ναι αγόρι μου. Σε χρειάζομαι. Πάρε με επιτέλους. Είμαι δικιά σου»

Σαν έτοιμη από καιρό. Ο πρώτος σπασμός την συντάραξε μόνο με το βάρος του που ένιωσε πάνω της. Αυτό, που ο άντρας της δεν κατόρθωσε μετά τόσο κόπο όλα τα προηγούμενα χρόνια, με το Λάμπρο ήρθε από μόνο του, αποδεικνύοντας ότι η ικανοποίηση είναι ήδη εγκαταστημένη στο μυαλό και εκδηλώνεται επιλεκτικά. Είναι και ζήτημα ψυχολογικής προετοιμασίας και διάθεσης.

 Σε λίγο σηκώθηκε όρθιος κι έβγαλε τα ρούχα του. Βλέποντας το νεανικό κορμί γυμνό δίπλα της με το όργανό του σε πλήρη διέγερση ταξίδεψε σε μέρη απόκρυφα που μόνο η αμαρτωλή φαντασία της το είχε επιτρέψει. Κι όταν άρχισε η αξεπέραστη πάλη των δυο σωμάτων να ενωθούν και να γίνουν ένα η κορύφωση που έζησε ξανά ήταν γι αυτήν μια εμπειρία που σίγουρα θα την σφράγιζε όλα τα επόμενα χρόνια

Τον φυλάκισε μέσα στα πόδια της κι όταν κι ο Λάμπρος έφτασε στο αμήν δεν είχε άλλη επιλογή από το να χαρίσει όλο τον πλούτο των υγρών του μέσα της. Τον αγκάλιαζε με δύναμη λες και φοβόταν μην της φύγει. Πνιγόταν από την ευτυχία. Ο άντρας που την έκανε ευτυχισμένη και το γλυκό παιδί που πάντα ήθελε να έχει ήταν, και τα δυο μαζί ενωμένα, μέσα στην αγκαλιά της. Όχι δεν θα τον άφηνε να της φύγει, είναι δικός της. Γι αυτόν είναι διατεθειμένη να κάνει ό,τι της ζητήσει.

Σε λίγο άκουσε την ήρεμη αναπνοή του Λάμπρου στο πλάι της. Μετά τη γλυκιά μάχη το αγόρι της το κέρδισε ο ύπνος. Πόσο εύκολα, αλλά και επικίνδυνα, ζωντανεύει στον άνθρωπο το αίσθημα της ιδιοκτησίας Είναι δικός της. Είναι ο άντρας της. Αυτός που μπορεί να την ανεβάζει στα ουράνια. Είναι το γλυκό αγόρι, που πάντα ήθελε και ποτέ μέχρι τώρα δεν μπόρεσε ν’ αποκτήσει.

Κι εδώ ήταν το λάθος της. Δεν μπορείς να φυλακίσεις στο κλουβί ένα πουλί που ο προορισμός του είναι να πετάει ελεύθερο παντού. Μια σχέση απαιτεί πάντα δυο άτομα. Και να υπάρχει μια αρχική συγκατάθεση. Όχι σύμπτωση, αλλά τουλάχιστον μια κάποια συμφωνία.

Όταν άρχισε να ξημερώνει η Ράνια είχε δεν είχε κοιμηθεί ούτε μια ώρα. Αλλά παρ’ όλα αυτά ένιωθε μέσα της μια καινούρια ζωντάνια. Η χθεσινή αρρώστια ξεπεράστηκε, ο πυρετός έπεσε. Με προσοχή σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι μην τον ξυπνήσει. Ήθελε να του πει ένα ευχαριστώ χωρίς λόγια. Στην κουζίνα ετοίμαζε ένα πλούσιο πρωινό κι εκεί που τέλειωνε αγουροξυπνημένος ο Λάμπρος μπήκε κι αυτός στην κουζίνα. Σαν να είναι μέσα σε ναρκοπέδιο μίλησαν μετρώντας μια- μια τις λέξεις τους

«Πώς είσαι σήμερα; Ο πυρετός;»

«Είμαι καλά μην ανησυχείς! Έλα ετοίμασα πρωινό να φάμε»

Κάθισαν στις δυο καρέκλες κι άρχισαν να τρώνε με όρεξη. Για τα χθεσινοβραδινά συμβάντα μήτε λέξη. Κανείς δεν τολμούσε το σχολιασμό τους.  Για τη Ράνια ήταν μέσα της ζωντανές όλες οι στιγμές και οι συναρπαστικές εντυπώσεις εξακολουθητικές. Όμως φοβόταν να πει το ο,τιδήποτε μη τυχόν ήταν όνειρο και τώρα πρέπει να ξυπνήσει. Ο Λάμπρος ντρεπόταν να πει κουβέντα, γιατί δεν μπορούσε να συλλάβει τις συνέπειες των πράξεών του. Αναρωτιόταν. Μην τυχόν ξεπέρασε τα εσκαμμένα. Και τώρα από δω και πέρα τι γίνεται; Τι υποχρεώσεις του δημιουργούνται; Όμως από μέσα του πρέπει να το ομολογήσει. Τουλάχιστον στον εαυτό του.

 Η χθεσινή νύχτα ήταν ανεπανάληπτη! Δεν είχε στο παρελθόν τέτοια ερωτική εμπειρία. Έχει κάποιες, έστω χλωμές ερωτικές συνευρέσεις με κορίτσια, αλλά αυτό το ολοκληρωτικό ταίριασμα των σωμάτων, αυτή η ένταση της ηδονής, αυτό το απόλυτο, το ολοκληρωτικό δόσιμο, πρώτη φορά το συναντούσε. Έτσι συνεχίστηκε και η υπόλοιπη μέρα, χωρίς καμιά αναφορά στα γεγονότα της νύχτας. Κανένας απ’ τους δυο δεν τόλμησε να κάνει οποιαδήποτε νύξη σ’ αυτά. Το θέμα έκανε τζιζ.



7.   Η προσγείωση



Η Ράνια, γυναίκα, πιο έμπειρη στη ζωή, λόγω ίσως της ηλικίας και του φύλου της, μύριζε το αδιέξοδο που τα πράγματα επέβαλαν στη μεταξύ τους σχέση. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας, η νιότη και οι σπουδές του Λάμπρου ήταν δεδομένα δύσκολα να ξεπεραστούν. Αυτός είναι ένα νέο, λεύτερο πουλί που σε λίγο θα πετάξει και θα βρει νέες φωλιές, θα ταξιδεύσει σε καινούργια λιμάνια, όπου η ίδια δεν είναι δυνατόν να παραβρίσκεται και να συμμετέχει.

Να, σε λίγες μέρες έρχονται οι διακοπές του Πάσχα κι ο Λάμπρος θα πάει στην επαρχία. Στην πόλη που ζούνε οι γονείς του. Έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει! Κι αυτή; Ας είναι καλά το γλυκό, το αγαπημένο παλικάρι της. Για πρώτη φορά στη ζωή της έζησε αυτές τις ονειρεμένες ώρες. Καλά τόσα χρόνια παντρεμένη τι έκανε; Τίποτα. Μηδενική σοδειά και μόνη της. Χαμένα, άδικα χρόνια! Τουλάχιστον τώρα έχει κάτι να θυμάται στα μοναχικά και άυπνα υπόλοιπα βράδια της.

«Χριστέ μου τι όμορφο που ήταν!» μονολόγησε από μέσα της

Όμως να πει την αμαρτία της. Και τι δε θα έδινε να έχει ένα μερίδιο στη ζωή του Λάμπρου!. Δεν την νοιάζει καθόλου τι θα πουν οι άλλοι. Όλοι οι γνωστοί και η γειτονιά. Αυτή, αν υπήρχε μια τέτοια περίπτωση, είναι αποφασισμένη να τα αγνοήσει όλα και να ζήσει με το παλικάρι της την ευτυχία που κι αυτή-στερημένη μέχρι τώρα- την δικαιούται. Όμως δεν τολμάει να πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία. Όχι δεν θ’ αντέξει τον οριστικό χωρισμό. Το σώμα της τον αποζητά. Τώρα που έμαθε πως είναι, τώρα που δοκίμασε το νερό της ζωής, πώς θα ζήσει χωρίς τη δόση της;

Μην εκβιάσει όμως καταστάσεις. Δεν θέλει- σε καμιά περίπτωση- τίποτα με το ζόρι. Δεν θα έχει τότε και καθόλου γούστο. Έτσι κι αλλιώς τον συμπαθούσε, αλλά μετά απ’ αυτή τη βραδιά τον λατρεύει πια. Για πάρτη του είναι διατεθειμένη να κάνει κάθε θυσία. Τώρα βρίσκεται στον αστερισμό της αγωνίας για τη συνέχεια. Τι άραγε περνάει απ’ το μυαλό του; Πόσο πολύ θα ήθελε να μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη του;

Κι ο Λάμπρος δεν πήγαινε πίσω. Βρισκόταν σε μεγάλο δίλημμα. Τι θα γίνει με τη σπιτονοικοκυρά του; Θα υπάρχει επανάληψη; Τι υποχρεώσεις αυτό θα του δημιουργήσει; Δε βλέπει μέλλον στη σχέση τους. Αυτός μετά το τέλος των σπουδών του θα γυρίσει στη γενέθλια πόλη του, γιατί υπάρχουν οικογενειακές υποχρεώσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αν ήταν ψυχρός συμφεροντολόγος θα μπορούσε στην υπόλοιπη φοιτητικά ζωή να την περνάει ζωή και κότα. Πλήρης κάλυψη ερωτικής ζωής με τόσα και τόσα ακόμα πλεονεκτήματα, αφού απ’ ό,τι φαίνεται θα τον έχει στο όπα- όπα.

Όμως δεν είναι του χαρακτήρα του κάτι τέτοιο Όχι! Στο σημείο αυτό πρέπει από νωρίς να είναι ξεκάθαρος μαζί της και να της πει ότι η σχέση τους έχει χρονικό ορίζοντα. Δεν είναι το γαϊδούρι να ρουφάει μόνο τα καλά κι αργότερα της άλλης να της έρθει κατακέφαλα. Κάτι πρέπει να σκεφτεί για να της το δείξει. Όταν όμως ήρθε η επόμενη νύχτα κλείστηκε στο δωμάτιό του, ενώ η επιθυμία να πάει κοντά της ήταν μέσα του πιεστική και ακέραια. Πήρε ένα βιβλίο να διαβάσει, αλλά ματαίως. Το μυαλό του δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο κείμενο.

Αργά την νύχτα χτύπησε η πόρτα του. Η Ράνια τον ρώτησε αν θέλει τίποτα. Από το στόμα του δεν βγήκε μιλιά, αλλά τα μάτια του μιλούσαν καθαρά για την εσωτερική του επιθυμία. Τον πλησίασε και τον ξαναρώτησε

«Θες κάτι Λάμπρο;»

Αντί απάντησης, έτσι όπως ήταν στο κρεβάτι, την αγκάλιασε στη μέση κι έχωσε το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της. Δε χρειαζόταν κάτι περισσότερο. Η άλλη τον αγκάλιασε σφικτά και του είπε

«Πάρε με αγόρι μου, πάρε με. Αχ θεέ μου! Πόσο σε θέλω!»

Έτσι υπήρξε μια επανάληψη με την ίδια ερωτική ικανοποίηση μόνο που τώρα το συμβάν έγινε στο δωμάτιο του και στο μονό και λίγο άβολο κρεβάτι δεν μπορούσαν να κοιμηθούν κι οι δυο. Η Ράνια του πρότεινε να πάνε στο δωμάτιό της, αλλά αυτού του κλείνανε τα μάτια και δε θέλησε να σηκωθεί. Όμως όταν το πρωί ξύπνησε τον περίμενε πάλι ένα λαχταριστό πρωινό. Του άρεσε φυσικά κάτι τέτοιο, αλλά είχε και τις τύψεις του. Μήπως εκμεταλλεύεται την κατάσταση; Πρέπει κάτι να σκεφτεί και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση;



8.   Η νέα κατάσταση 



Έτσι όμορφα πέρασαν αρκετές μέρες χωρίς να γίνει καμιά συζήτηση για τη σχέση τους. Υπήρξαν επαναλήψεις σε μερικές ακόμα νύχτες, που και οι δυο τις απόλαυσαν, αλλά ιδιαίτερα η Ράνια που ακόμα έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Στο τέλος ο Λάμπρος αποφάσισε την επόμενη κίνησή του. Ίσως να ήταν λίγο χοντροκομμένη, ίσως να πλήγωνε τη Ράνια, αλλά δε γινόταν και διαφορετικά. Χρειαζόταν ξεκαθάρισμα.  Έπρεπε να την προσγειώσει, να μην στηρίζεται συναισθηματικά πάνω του. Η μεταξύ τους σχέση δεν είχε μέλλον Ενδιάμεσα ήταν οι μέρες των διακοπών του Πάσχα και η άλλη του είπε πόσο άσχημα πέρασε κι όταν επέστρεψε στην Αθήνα το βράδυ εκείνο κόλλησε απελπισμένα πάνω του. Το πράγμα άρχισε να του γίνεται ιδιαίτερα πιεστικό.

Κάποια στιγμή το τόλμησε. Ένα μεσημέρι έφερε στο δωμάτιο του την Βιβή που εδώ και καιρό του έκανε στενό μαρκάρισμα κι αυτός, μέχρι τώρα δεν ενέδιδε στην πίεση. Μόλις της το πρότεινε η άλλη δέχτηκε αμέσως. Επίτηδες έκανε στην είσοδο κάποιο θόρυβο για να ακουστεί η άφιξή του. Η Ράνια τον άκουσε κι έβγαλε το κεφάλι της έξω από την κουζίνα με μια έκφραση γεμάτη απορία και πόνο. Οι ερωτικές περιπτύξεις του νέου ζεύγους είχαν τους αντίστοιχους θορύβους που δε σταματούσαν από τους τοίχους του δωματίου του και διαχέονταν σ’ όλο το χώρο.

Όταν μετά δυο ώρες βγήκαν από το δωμάτιο τους ο Λάμπρος είδε τη Ράνια να είναι γονατισμένη στην πόρτα της κουζίνας και το πρόσωπό της να είναι πνιγμένο στο σιωπηλό κλάμα. Ευτυχώς η Βιβή δεν κατάλαβε τίποτα αφού την παρέσυρε γρήγορα έξω από τι σπίτι. Όταν το βράδυ επέστρεψε στο σπίτι η Ράνια δεν έδωσε σημεία ζωής. Το ίδιο συνέβη και τις επόμενες μέρες. Σαν να την είχε καταπιεί η Γη.

Η αλήθεια είναι ότι η Ράνια δεν ήθελε να παρουσιαστεί μπροστά του γιατί

στην απόγνωσή της δεν ήξερε πως θα χαλιναγωγήσει τις αντιδράσεις της. Κρυβόταν, αλλά μέσα στο σπίτι. Ο άλλος, αν ήθελε να τη δει, ήξερε το δρόμο. Οι πόρτες δεν ήταν κλειδωμένες. Άρα κι αυτός δεν ήθελε ή δεν τολμούσε. Η ίδια έπρεπε να καθαρίσει τη θέση της απέναντί του και το είδος της σχέσης τους στη συνέχεια. Σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να τα έχει μαζί του. Λίγο πολύ ήξερε ότι η σχέση αυτή θα είχε το τέλος της. Απλώς ο αγροίκος τρόπος με τον οποίο της το πρόσφερε την πλήγωσε μ’ ένα σωματικό πόνο που τόσο έντονο δεν είχε ξανανιώσει. Ζήλια, πίκρα και αισθήματα επιθετικότητας. Όλα μαζί. Ήξερε. Μικρό κοριτσάκι δεν ήταν, ούτε είχε τίτλους ιδιοκτησίας για τον αγαπημένο της Λάμπρο.

Αυτός ήταν που της χάρισε τις μαγικές βραδιές, που την έκανε κοινωνό στις δυνατές αισθήσεις κι αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχάσει, ούτε να το υποτιμήσει. Όσο κι αν πληγώθηκε ο Λάμπρος είναι το πιο πολύτιμο πρόσωπο στη ζωή της, μαζί με τους γονείς της.

« Και τώρα τι κάνουμε κυρία;»

  Ρώτησε τον εαυτό της, αλλά χωρίς να έχει κιόλας την απάντηση στο ερώτημα της.

Όμως τις τελευταίες μέρες και μια άλλη διάσταση άρχισε να την ανησυχεί. Μια παράξενη αδιαθεσία την περιτριγύριζε. Ζαλάδες, εμετοί, αίσθηση κούρασης και όλα τα παρεπόμενα.

Σαν καρφί της μπήκε η υποψία

 «Λες;»

 Είπε από μέσα της. Αδύνατον. Τόσα χρόνια προσπάθειας με τον άντρα της δεν στεφανώθηκαν από επιτυχία. Και με μερικές βραδιές με το Λευτέρη το θαύμα συνέβη;  Άρα η ατεκνία δεν οφειλόταν στην ίδια, μα στο συγχωρεμένο άντρα της. Μακάρι Χριστέ μου! Αν είναι αλήθεια, καλοδεχούμενο θέλει ν’ είναι. Θα γίνει μάνα και μάλιστα με τον Λάμπρο. Τι ευτυχία!

 Την επόμενη μέρα έκλεισε ραντεβού με έναν γυναικολόγο ο οποίος επιβεβαίωσε τη χαρμόσυνη είδηση. Ναι! Ήταν έγκυος. Τα λόγια ήρθαν αμέσως στο μυαλό της

«Το παιδί είναι δικό μου και το θέλω. Ήδη από σήμερα το αγαπώ και βάζω νέο σκοπό στη ζωή μου δίνοντας την υπόσχεση να το μεγαλώσω όσο καλύτερα γίνεται. Σίγουρα θα ακουστούν πολλά από γνωστούς και περίοικους, αλλά δε με νοιάζει  καθόλου. Ας πουν ότι θέλουν»



9.   Ο χωρισμός



Και με τον Λάμπρο τι θα γίνει; Δεν θα του πει τίποτα. Από τη μια δε θέλει να του αναστατώσει το μέλλον κι από την άλλη δε θέλει να το μοιραστεί με κανέναν. Είναι όλο δικό της. Η εκατέρωθεν σιωπή συνεχίστηκε και της επόμενες μέρες. Οι τμηματικές του Ιούνη τελείωσαν κι ο Λάμπρος θα έφευγε για την πόλη του όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι. Ο μεταξύ τους χαιρετισμός ήταν ένα σχεδόν ψυχρό φιλί. Τίποτε άλλο. Η Ράνια κράτησε το μυστικό της και ίσως αυτός ο χωρισμός να την βόλευε κιόλας.

 Ο Λάμπρος θα ήθελε ένα τίμιο, χωρίς εντάσεις, ξεκαθάρισμα της περιπέτειας τους, αλλά από τη μεριά της δεν έγινε καμιά νύξη κι αυτός, το αδύνατο μέρος της σχέσης- έτσι πίστευε- δε βρήκε το θάρρος να την ευχαριστήσει για την πολύπλευρη στήριξή της όλο αυτό το διάστημα. Μύριζε ατμόσφαιρά οριστικού χωρισμού, αλλά κι ο ίδιος δεν το επέτεινε με την απάνθρωπη πρωτοβουλία του;  Μήπως θα χρειαζόταν μια συγνώμη εκ μέρους του; Ούτε αυτό το τόλμησε. Πίσω τους έμειναν τόσες εκκρεμότητες, χωρίς να ξέρει αν θα τους δοθεί η ευκαιρία να τα ξεκαθαρίσουν κάποτε.

Στη διάρκεια του αποχαιρετισμού η Ράνια έσφιγγε με δύναμη το στόμα της να μην ξεφύγει ο χείμαρρος λέξεων, αισθημάτων και επιθυμιών. Όχι δε θα του πει κουβέντα. Ίσως έτσι είναι καλύτερα. Περισσότερο για το Λευτέρη. Να τον προστατεύσει θέλει. Αυτό είναι το κυρίαρχο αίσθημα μέσα της.  Να μην τον μπλέξει στον κυκεώνα των υποχρεώσεων που με τον ερχομό του παιδιού θα δημιουργούνταν στο μέλλον.

Ήρθε ο Σεπτέμβρης και πλησίαζε ο χρόνος της επιστροφής του Λάμπρου στην Αθήνα. Τώρα τα πράγματα δυσκόλευαν περισσότερο, γιατί η εγκυμοσύνη της ήταν εμφανής παρά τα φαρδιά ρούχα που φορούσε και που τα είχε ράψει με τα ίδια της τα χέρια. Όταν αυτό έγινε, την κοίταξε απλώς με απορία λέγοντάς της

«Μάλλον έβαλες κιλά το καλοκαίρι»

«Ναι, Φαίνεται άνοιξε η όρεξή μου»

Του είπε έχοντας την απάντηση στο τσεπάκι έτοιμη από καιρό. Ο νεαρός δεν είχε εμπειρία τέτοιων γεγονότων, ούτε και την παρατηρητικότητα του μέσου ανθρώπου. Έτσι δεν πέρασε απ’ το μυαλό του το ενδεχόμενο της  εγκυμοσύνης. Αυτό την ανακούφισε κάπως απ’ την αγωνία που την κυνηγούσε και της έδωσε ένα περιθώριο χρόνου. Άλλωστε ήταν προετοιμασμένη και γι αυτό το ενδεχόμενο.

Θα αρνιόταν κάθετα την οποιαδήποτε δική του ευθύνη και είχε έτοιμη μια φανταστική ιστορία με τρίτο άτομο, με το οποίο είχε εδώ και καιρό παράλληλη σχέση μαζί του. Ναι, χωρίς καμιά αμφιβολία. Αυτός θα ήταν ο φανταστικός πατέρας του παιδιού της. Τελεία και παύλα!

Την αγωνία αυτών των μηνών την έλυσε ο Λάμπρος όταν της είπε ότι δυστυχώς πρέπει να μετακομίσει. Ένας συμπατριώτης του δέχεται να τον φιλοξενήσει δωρεάν στο διαμέρισμά του που βρίσκεται κιόλας πολύ κοντά στη σχολή και τον βολεύει

«Με συγχωρείς μωρέ Ράνια. Ξέρεις ότι δε μπορώ να αγνοήσω την προσφορά»

«Να πας Λάμπρο. Μην το συζητάς καθόλου. Εγώ θα βρω άλλο νοικάρη»

Σε δυο μέρες έβαλε το φτωχό νοικοκυριό του σε ένα τρίκυκλο μεταφορών που βρήκε κάπου κοντά και η φάση αυτή της ζωής του έκλεισε τουλάχιστον προς το παρόν. Ο τελευταίος χαιρετισμός είχε μια συγκίνηση, αφού τους συνέδεαν κοινές μνήμες, αλλά για τη Ράνια που ήξερε περισσότερα η στιγμή ήταν ακόμα πιο σοβαρή. Όταν αγκαλιάστηκαν για τελευταία φορά ο Λάμπρος, την έσφιξε πάνω του και της ψιθύρισε στο αυτί

«Σ’ ευχαριστώ για όλα Ράνια. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ»

«Εντάξει καλέ μου. Να προσέχεις»

Η άλλη με προσπάθεια συγκράτησε τα δάκρυα που της έρχονταν στα μάτια, ιδιαίτερα όταν τα σώματά τους για ύστατη φορά ήρθαν σε επαφή. Το νέο παιδί-εραστής της δεν ήξερε ότι χωρίς να το καταλάβει «άκουσε» τους χτύπους της νέας καρδιάς που μεγάλωνε μέσα της και που ήταν ο κοινός καρπός την αλησμόνητης ένωσής τους

«Να πας στο καλό Λάμπρο. Να ξέρεις ότι πάντα θα σε θυμάμαι. Καλή συνέχεια στις σπουδές σου. Μη μας ξεχάσεις εντελώς»

Αυτό ήταν. Τώρα δεν είχε τον κίνδυνο να καταλάβει ο Λάμπρος τι διαδραματίζεται. Αλλά υπήρχαν πολλά άλλα προβλήματα κι όλα έπρεπε μόνη της να τ’ αντιμετωπίσει και να τα ξεπεράσει.





Β. Κεφάλαιο δεύτερο



10.   Νέος προσανατολισμός





Μια πίκρα του έμεινε στο στόμα  όταν για τελευταία φορά ο Λάμπρος έβλεπε τη γλυκιά μορφή της Ράνιας να τον χαιρετά με το σηκωμένο χέρι και το μεταφορικό τρίκυκλο, που μετέφερε τα πράγματα κι αυτόν, να στρίβει το δρόμο και η μορφή της να χάνεται απ’ το οπτικό του πεδίο.  Πρέπει να το παραδεχθεί. Ήταν ένα γαϊδούρι με περικεφαλαία. Τι χρειαζόταν, μωρέ, αυτή η χοντράδα με τη Βιβή; Ήταν απαραίτητη ενέργεια; Δε μπορούσε να βρει μια πιο ευγενική λύση να της πει το αναπόφευκτο; Η Ράνια του πρόσφερε απλόχερα την αγάπη της χωρίς να απαιτήσει καμιά ανταπόδοση κι αυτός το ανταπόδωσε με πισώπλατο  χτύπημα.  Η κακομοίρα, διακριτική μέχρι τα άκρα, δεν του είπε κουβέντα. Όμως του το έδειξε εμμέσως και με πολλούς τρόπους- χωρίς παράπονα και γκρίνιες- πόσο πολύ την πλήγωσε και έτσι αφήνει πίσω του ανοιχτούς λογαριασμούς και ηθικά χρέη.

Η φυγή του από το σπίτι είχε να κάνει με ένα καινούριο στοιχείο, που μπήκε στη ζωή του. Εντελώς ανεξάρτητο από τη σχέση του με τη Ράνια. Απλώς συνέπεσε χρονικά και τον βόλευε με την πρόταση που του έκανε ο Τάσος, φίλος και σύντροφος στις νέες ασχολίες που θα απορροφούσαν μεγάλο χρόνο απ’ τη ζωή του στο επόμενο άμεσο μέλλον.

………………………………………………………………………………………………………………….

Ήταν μια δυνατή, γεμάτη φλόγα και πίστη παρέα φίλων αποφασισμένη να δεχτεί τις σκληρές συνέπειες για εκείνη την εποχή που είχε η ενασχόληση με τις πολιτικές δραστηριότητες  στο πλευρό της Αριστεράς. Ιδιαίτερα για εκείνους που είχαν αρχικό όνειρο να διδάξουν σε δημόσια σχολεία αυτά για τα οποία σπούδασαν.  Ένα ήταν σίγουρο τότε. Η συμπαράταξη με την Αριστερά έκλεινε εξαρχής κι ερμητικά το δρόμο διορισμού σε δημόσιο σχολείο. Αλλά για τον νέο που εμφορείται από ιδανικά οι συνέπειες και οι θυσίες ήταν το τίμημα που έχουν πάντα στον άνθρωπο οι δίκαιοι αγώνες.

Ας θυμηθούμε όσοι τα πρόλαβαν κι ας ενημερωθούν όσοι ήρθαν στη ζωή αργότερα ότι τότε η συμπαράταξη σου στο πλευρό της Αριστεράς είχε το τίμημά της. Ως παράδειγμα να αναφέρω ότι η αστυνομία  δεν «απωθούσε» ούτε αμυνόταν αλλά κτύπαγε στο ψητό. Αν κάποιοι σήμερα τη συμπεριφορά της Αστυνομίας την χαρακτηρίζουν ωμή βία, για να περιγράψουμε την συμπεριφορά της εποχής πρέπει να επικαλεστούμε την ικανότητα του γλωσσοπλάστη Παλαμά ή του Καζαντζάκη να βρούμε τα κατάλληλα επίθετα περιγραφής τους.

Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό του Λάμπρου. Όταν ασχολούταν με κάτι που θα τον ενέπνεε δινόταν ολόθερμα δίνοντας χρόνο, κόπο, αισθήσεις στο νέο του ενδιαφέρον. Ίσως έτσι να ερμηνεύεται ότι δεν πρόσεξε την κατάσταση της Ράνιας. Όμως ας ειπωθεί και το ανάποδο. Και τι θα γινόταν αν το καταλάβαινε; Θα τα παρατούσε όλα για χάρη της; Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα έκανε τόσο σύντομα ολοκληρωτική στροφή. Άλλωστε τι βοήθεια θα μπορούσε να της προσφέρει αυτός. Ευτυχώς η Ράνια διέθετε τον κοινό νου για να τον προφυλάξει.  Το τι θα γίνει στο μέλλον κανείς δε μπορούσε από τώρα να το προβλέψει. Οι τροχοί της ιστορίας έχουν δικές τους ανερμήνευτες λογικές, που ο κοινός νους δεν μπορεί να τους προβλέψει.



11.   Η γέννηση του παιδιού



Η Ράνια έπρεπε μέσα σε στενά χρονικά περιθώρια να κλείσει μια σειρά εκκρεμότητες. Η συντηρητική οικονομική διαχείριση όλα τα χρόνια της είχαν αφήσει ένα μικρό κομπόδεμα. Όχι τίποτα ιδιαίτερο, αλλά θα μπορούσε να καλύψει τις έκτακτες ανάγκες της γέννας και τα έξοδα του παιδιού, τουλάχιστον στην αρχή. Το δωμάτιο το νοίκιασε σε μια φοιτήτρια της Νομικής, που σύντομα έγινε φίλη της και διατέθηκε να τη συνοδεύσει όταν έρθει η ώρα στο μαιευτήριο.

Για την έλλειψη του πατέρα η δικαιολογία ήταν αυτή που θα έλεγε  στον Λάμπρο διανθισμένη με νέες λεπτομέρειες

«Τα σπάσαμε στην πορεία Ντίνα. Όταν του είπα για την εγκυμοσύνη έκανε μούτρα και είπε ότι δεν μπορεί να αναλάβει τέτοιες ευθύνες. Ήδη από τον πρώτο του αποτυχημένο γάμο έχει δυο παιδιά και δεν χρειάζεται άλλα, μου είπε. Εγώ όμως το ήθελα πολύ κι έτσι οι δρόμοι μας χώρισαν. Δυστυχώς δεν ήταν άξιος της εμπιστοσύνης μου»

Αυτά θα έλεγε και σ’ όσους θα την ρωτούσαν από τη γειτονιά και τους λίγους γνωστούς. Τη σχέση της με τον Λάμπρο την κράτησε σαν πολύτιμο μυστικό μέσα στα φυλλοκάρδια της καρδιάς της. Αυτή και μόνο αυτή θα ήξερε την αληθινή ταυτότητα του πατέρα του παιδιού της. Κανένας άλλος, ούτε ακόμα κι ο πραγματικός του πατέρας. Έτσι έπρεπε. Έτσι θα γινόταν

Η άγια ώρα να γίνει μάνα έφτασε και μ’ έναν πόνο γέννησε μια πανέμορφη κόρη. Τρεισήμισι κιλά. Επιτέλους άργησε, αλλά ολοκληρώθηκε ως γυναίκα. Αυτό το όμορφο πλασματάκι που δαγκώνει ηδονικά τη ρώγα στο στήθος της είναι καρπός μιας βαθειάς αγάπης. Ίσως να μην ήταν αμοιβαία αλλά από την πλευρά της ήταν απλόχερη κι άρχισε εκείνη τη μαγική νύχτα που για πρώτη φορά έζησε μαζί του εκείνη την αλησμόνητη κορύφωση. Οι ημερομηνίες ταιριάζουν απόλυτα.

Το αποφάσισε απ’ την αρχή. Θα δώσει στη κόρη της το όνομα της αγαπημένης της μάνας. Μαρία, το όνομα της Παρθένας Παναγιάς. Νονά; Η Ντίνα. Μια χαρά κορίτσι είναι. Άλλωστε μήπως έχει κι άλλη εναλλακτική λύση; Έτσι κι έγινε. Για να συμπληρώσει το εισόδημά της άρχισε σιγά – σιγά να ασκεί το επάγγελμα της μοδίστρας. Μπορεί να μην τα ήξερε όλα, αλλά στην πορεία θα τα μάθαινε. Το είπε αριστερά δεξιά σε φίλους και γνωστούς, στα μαγαζιά που η ίδια ψώνιζε.

Τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Το γαλούχημα της κόρης της, η φιλία και στήριξη από την κουμπάρα και φίλη Ντίνα, οι επιδιορθώσεις σε ρούχα, το ράψιμο κάποιων καινούργιων γέμιζαν όλο το χρόνο της και της έδιναν δύναμη να συνεχίζει με αισιόδοξο μάτι τη ζωή. Τις νύχτες όταν ο ύπνος καθυστερούσε να έρθει μέσα στο σκοτάδι έφερνε στο μυαλό της τον αγαπημένο της Λάμπρο

«Πού να βρίσκεται άραγε, ο καλός μου; Με τι να ασχολείται τώρα; Έστω για μια στιγμή με φέρνει στο μυαλό του;»

Απαντήσεις δεν υπήρχαν γιατί όλοι οι δρόμοι επαφής μαζί του ήταν κομμένοι.



12.   Ο Λάμπρος αναπολεί



 Ο Λάμπρος είχε πια τακτοποιηθεί στο νέο σπίτι του φίλου του Τάσου.  Και οι δυο- μαζί με άλλους- ήταν δραστήρια μέλη της επίσημης νεολαίας της Αριστεράς. Αυτό είχε μια σειρά συνέπειες. Πρώτον τους έτρωγε μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε συνεδριάσεις οργάνων, σε ακτίφ, σε συγκεντρώσεις και στο μόνιμο παιχνίδι της εποχής, κλέφτες κι αστυνόμοι, αφού όλες οι απόπειρες για συγκεντρώσεις αυθαίρετα χαρακτηρίζονταν ως παράνομες.

Η ενεργή ενασχόληση ακόμα βρισκόταν στη φάση της έξαρσης, έτσι που ακόμα δεν έβαζε ερωτήματα για την ορθότητα των θέσεων και των στόχων. Τα πράγματα σε αυτή τη φάση ήταν ξεκάθαρα.

 «Το δίκαιο είναι με το μέρος μας και οι αδικίες αφορούν τους άλλους»



Έτσι η καθημερινή παρακολούθηση των μαθημάτων στη σχολή και η έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που οι σπουδές απαιτούν πήγαν περίπατο, με συνέπεια να συσσωρεύονται οι εκκρεμότητες και άρα να παίρνει παράταση το πέρας των σπουδών του

 Στη περίοδο που το τοπίο είναι καθαρό η κατάσταση είναι ανακουφιστική και σε γεμίζει με όρεξη και δύναμη να συνεχίσεις τον αγώνα. Δε σε ταλανίζουν ερωτήματα κι αμφιβολίες.  Αρκετά αργότερα άρχισαν να αναφύονται τα πρώτα ερωτηματικά για την  επάρκεια της ηγετικής ομάδας και για την ικανότητά της να εκπονήσει ένα αξιόπιστο εναλλακτικό σχέδιο. Ακόμη πιο αργότερα άρχισαν οι ευθείες αμφισβητήσεις και εμφανίστηκαν τα πρώτα ρήγματα μέσα στην παράταξη. Προς το παρόν κυριαρχούσε η απόλυτη πίστη, ο ενθουσιασμός και η μονολιθικότητα.

Κάποια στιγμή ο Λάμπρος έκανε μια αναπόληση. Το μυαλό του ταξίδεψε στο παρελθόν και κυρίως στα παιδικά χρόνια. Ποιοι, αλήθεια,  ήταν οι παράγοντες εκείνοι που τον οδήγησαν να στραφεί στην Αριστερά; Να γίνει οπαδός της και να διαθέσει τον εαυτό του στη πραγμάτωση των σκοπών της.

 Πρώτα η ατμόσφαιρα των παιδικών του χρόνων, οι υλικοί όροι, όροι στέρησης που σφράγισαν τα πρώτα χρόνια της ζωής. Μετά οι άνθρωποι της γειτονιάς, τα κυνηγητά που κυριάρχησαν με την επικράτηση της μιας παράταξης μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς. Είναι η ανθρώπινη τάση να συμπαρατάσσεται κάποιος με τον αδύνατο, με τον κυνηγημένο, ιδιαίτερα όταν οι πράξεις αυτές γίνονται από ανθρώπους που στη μεγάλη πλειοψηφία τους είναι άνθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού, άτομα της κατώτατης στάθμης που μύρισαν λεηλασία και μαζεύτηκαν να πάρουν το κατά το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο στη μοιρασιά.

Ύστερα προστέθηκαν οι περιγραφές από ανθρώπους που τα υπέστησαν στο πετσί τους τις περιπέτειες  στα ξερονήσια και τις φυλακές, η περιγραφή των πόνων ανθρώπων που άνευ λόγου και αιτίας έχασαν αγαπημένα πρόσωπα στη διάρκεια αυτών των χρόνων, οι άδικοι αφανισμοί και οι ακραίοι ηρωισμοί απλών ανθρώπων, που στάθηκαν περήφανα απέναντι στα εκτελεστικά αποσπάσματα κρατώντας ακέραια την αξιοπρέπειά τους.

Τι τράβηξαν χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι να υπερασπιστούν αυτά που πίστεψαν κι ονειρεύτηκαν; Τι αλήθεια τράβηξε ο απλός λαός μου μπλέχτηκε με άδολη αγάπη σε όμορφες ιδέες και σήκωσε το σταυρό του μαρτυρίου και υπέστη βασανιστήρια, που οι περιγραφές των μαρτυρίων του Χριστού ωχριούν μπροστά τους. Και καλά οι άθλιοι νικητές. Τέτοιοι ήταν τέτοια έκαναν. Το τραγικό είναι όταν αποκαλύφθηκε ότι αυτές οι αμέτρητες θυσίες κατά ένα μεγάλο ποσοστό οφείλονταν και από ολέθρια σφάλματα της δικής τους ηγεσίας. Αυτή ήταν η τραγική αποκαθήλωση των αρχικών «πιστεύω» τους.

Όχι!  Η ένταξη του στην αρχή δεν είχε κανένα ιδεολογικό περίβλημα. Δεν ήρθαν στα χέρια του τέτοια βιβλία που κυκλοφορούσαν εν αφθονία χωρίς αυτός ακόμα να το ξέρει. Ήταν κυρίως συναισθηματική η ένταξη. Αισθήματα συμπάθειας στους μεν και αντιπάθειας στους δε. Μέσα στα προηγούμενα συμπλέκονταν ακόμα, σαν αχταρμάς μια σειρά πολλά και διάφορα.

 Οι διδαχές των δασκάλων του για τη μεγάλη παράδοση και ιστορία του Ελληνισμού, για τους μεγάλους Έλληνες του πνεύματος και της τέχνης τη χρυσή εποχή της αρχαιότητας, για την κόκκινη μηλιά και το μαρμαρωμένο βασιλιά, που κάποια στιγμή θα ξυπνήσει και θα ελευθερώσει το γένος από τον Τούρκικο ζυγό. Τους ηρωικούς αγώνες για την απελευθέρωση και τη επανασύσταση του κράτους των Ελλήνων, οι περιπέτειες στη συνέχεια με κορύφωση την τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας απέναντι στους Ναζιστές κατακτητές και τόσα ακόμα. Μαζί με όλα αυτά συμπλέκονταν  η αυτόματη αγάπη που νιώθει κάθε άνθρωπος για τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

 Τέλος δεν ήταν δυνατόν να τον άφηνε ανεπηρέαστο η έντονη θρησκευτική ζωή και παράδοση των παιδικών του χρόνων σε μια κοινωνία όπου η ορθοδοξία είναι κοινός τόπος, τον απαντάς σε κάθε βήμα σου και αφήνει μέσα σου βαθιές μνήμες. Επιβάλλει τον απαραίτητο σεβασμό. Μνήμες από δικούς σου ανθρώπους, που πίστευαν βαθειά στο θεό και την παναγία και η θρησκεία ήταν το Α και Ω της ύπαρξής τους. Μπορείς εσύ να πιστεύεις ή μπορεί να μην πιστεύεις. Εκείνο που δεν μπορείς είναι να απαρνηθείς αυτή την παράδοση.



13.   Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες



Το ερώτημα αναφύεται αυτόματα μόνο του και απαιτεί μια απάντησή. Ποιος ήταν ο συνδετικός κρίκος που τους διατηρούσε αρραγείς, χωρίς διενέξεις, χωρίς ερωτηματικά, τόσους ανθρώπους με τέτοιους διαφόρους χαρακτήρες, με τόσες ποικίλες αφετηρίες αλλά το κυριότερο και με διαφορετικές τελικές στοχεύσεις;

  Ίσως ήταν η κοινή και κακοτράχαλη μοίρα, τα ίδια κυνηγητά, οι παρόμοιες δυσκολίες, που αντιμετώπιζαν από τη συμπεριφορά της κυρίαρχης εξουσίας. Αυτά αποτελούσαν την συγκολλητική εκείνη ουσία που τους συγκρατούσε ενωμένους στη δύσκολη φάση, που περνούσε η πατρίδα.

Έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο ότι με την πρώτη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής, με την πρώτη ευκαιρία  ελεύθερης ανάσας μετά την αφόρητη καταπίεση,  ήρθαν στην επιφάνεια οι καταπιεσμένες καταστάσεις. Τα διαιρετικά φαινόμενα όταν αρχίσουν μέσα στον ίδιο υποτίθεται ιδεολογικό χώρο να εκδηλώνονται, συντελέστηκαν  με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Αν η διαφωνία με έναν τρίτο άγνωστο έχει κάποιο βαθμό οξύτητας, η διαφωνία με αυτόν που προηγουμένως σιτιζόσουν στον ίδιο χώρο αποκτά οξύτητα ακόμα σφοδρότερη. Αυτό είναι παρατηρημένο γιατί υπεισέρχονται και τα προσωπικά στοιχεία.

Με το συγκάτοικό του Τάσο ήταν αυτοκόλλητοι από την αρχή. Η ίδια καταγωγή, οι κοινές συνθήκες ζωής των παιδικών τους χρόνων, η συνεχής ανταλλαγή απόψεων μεταξύ τους ήταν οι λόγοι που ο ένας θεωρούσε τον άλλο αδελφό. Δάμων και Φιντίας Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια στη ζωή του για να καταλάβει ο Λάμπρος κάποια αυτονόητα πράγματα που σε εκείνη τη φάση τον πλήγωναν και του ήταν ανυπόφορα. Του ήταν ανεξήγητο το γεγονός ότι κάποιοι, μέσα στην οργάνωση, έβγαζαν την ουρά τους έξω όταν επιχειρούνταν ένας καταμερισμός εργασιών και πρακτικών καθηκόντων. Μιλάμε για τις υποχρεώσεις που δημιουργούνται από τις ανάγκες λειτουργίας μιας οργανωμένης ομάδας. Υπάρχουν και δε γίνεται αλλιώς. Εκείνο που παρατηρούσε ήταν ότι πάντα οι ίδιοι άνθρωποι έσερναν το καρότσι και τις έβγαζαν εις πέρας.

 Μερικοί είχαν επιλέξει για τον εαυτό τους το ρόλο του μόνιμου γκρινιάρη, αυτού που κάνει συνεχώς κριτική για αδυναμίες και ελλείψεις, αλλά ποτέ αυτοκριτική για τη δική τους απουσία και έλλειψη προσφοράς. Το αξιοπερίεργο όμως είναι πως, όταν εμφανιζόταν μια ευκαιρία προσωπικής προβολής, τότε, λες και ξυπνούσαν απ’ τη χειμέρια νάρκη, και άρχιζε ο διαγκωνισμός  ποιος απ’ όλους θα έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αργότερα όταν προστέθηκαν εμπειρίες και διαβάσματα ερμήνευσε το γεγονός. Είναι στην ανθρώπινη φύση αποτυπωμένο. Άλλοι να βγάζουν τα κάστανα από τη φωτιά κι άλλοι να γεύονται τα ενδεχόμενα επίχειρα της οποιασδήποτε ομαδικής εργασίας.

Όμως στη νεανική του περίοδο τέτοια φαινόμενα τον ξάφνιαζαν. Γιατί αθώος και αδαής σε τέτοιους ανταγωνισμούς πολλές φορές ούτε τους έπαιρνε καν είδηση. Για τους έξυπνους κι επιτήδειους του χώρου, η αφέλεια τελικώς ήταν θανάσιμο αμάρτημα και σαφής ένδειξη του απροσάρμοστου χαρακτήρα. Σιγά-σιγά καθώς τα χρόνια κυλούσαν έπεφταν τα τείχη των ψευδαισθήσεων που αρχικά υπήρχαν μέσα του. Τα ανθρώπινα ελαττώματα- όπως και τα προτερήματα -μοιράζονται οριζοντίως και καθέτως στους ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου, θρησκείας, ιδεολογικών παραδοχών, επιπέδου μόρφωσης και ότι άλλο περνάει απ’ την κούτρα του καθενός. Αλλά αυτό άργησε να το καταλάβει και εισέπραξε στο ακέραιο την πίκρα των ψευδαισθήσεων.

Εφόσον μπήκε κι αυτός στο λούκι των αντιθέσεων έδωσε σκληρές μάχες για να υπερασπιστεί τη σωστότητα των δικών του απόψεων. Εκ των υστέρων βλέποντας τα πράγματα ξέρει πια ότι η σωστότερη επιλογή θα ήταν εξαρχής να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, να πάρει των ομματιών του και να αφοσιωθεί επιτέλους στον εαυτό του. Δεν το έκανε. Έμεινε στο πόστο του κι έζησε όλη τη γκάμα των γεγονότων. Ο ίδιος  ακόμα είχε να διανύσει πολλά χιλιόμετρα κόπων, περιπετειών και βασάνων μέχρι να καταλήξει σε μια τέτοια οριστική απόφαση.



14.   Το σχίσμα Μόσχας-Πεκίνου



Μια εισαγόμενη φαγωμάρα που τάραξε τη συνοχή της επίσημης οργάνωσης της Αριστερής νεολαίας ήταν η διένεξη που ξέσπασε ανάμεσα στα δυο μεγάλα κόμματα της ΕΣΣΔ και της Κίνας. Ποιος έχει τελικά δίκαιο; Κάποιοι που είχαν και αρκετό ελεύθερο χρόνο μελέτησαν λεπτομερειακώς το θέμα, είχαν κατασταλαγμένες απόψεις και άρχισαν με κάθε  τρόπο και μέθοδο να εργάζονται για την προώθησή τους. Ένας όχι μόνο ιδεολογικός πόλεμος, αλλά και να κερδίσουν πόντους και θέσεις στην οργανωτική διάρθρωση του μηχανισμού. Ο δικός μας, ο Λάμπρος, στο θέμα αυτό ήταν αρκετά καθυστερημένος. Δεν αφιέρωσε από τον, λίγο άλλωστε, ελεύθερο χρόνο του να μελετήσει τα κείμενα και πολεμικές μπροσούρες. Ρεαλιστής και πρακτικός, από την αρχή, υιοθέτησε μια στάση, ευκόλως ερμηνευόμενη για έναν νέο που ζούσε και ανέπνεε και την ατμόσφαιρα της Ελληνικής επαρχίας

«Δεν είναι για μας αυτά Τάσο» είπε στον κολλητό του»

 Και με πεποίθηση συνέχισε

«Αυτά αφορούν και ενδιαφέρουν χώρες που βρίσκονται σε άλλη φάση ανάπτυξης από εμάς. Εμείς Τάσο ακόμα παλεύουμε να αποκτήσουμε τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα. Να σπάσουμε την ατμόσφαιρα φόβου και τρομοκρατίας που ταλανίζει τον απλό Έλληνα πολίτη, που συνεχίζει να ζει στα κατάλοιπα της ήττας από τον εμφύλιο σπαραγμό των περασμένων χρόνων»

Έκανε μια στάση, σκέφτηκε αυτά που είπε και κατέληξε προσθέτοντας την τελευταία νότα των σκέψεών του

«Άλλωστε υπάρχουν στην Αριστερά, άλλοι μεγαλύτεροι, με περισσότερη εμπειρία και κρίση από εμάς που είμαστε σχετικά φρέσκοι στην οργάνωση. Η γνώμη μου είναι εμείς θα ακολουθήσουμε την επίσημη γραμμή. Εσύ τι λες;»

«Το ίδιο λέω κι εγώ Λάμπρο, αλλά ας έχουμε ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά μας και ας παρακολουθούμε τη διαμάχη. Τουλάχιστον να είμαστε ενήμεροι» του απάντησε ο Τάσος

«Σωστό!»

Όμως ζούσαν λίγο στις ψευδαισθήσεις τους. Σε μια διαμάχη που διαδραματίζεται και στην πορεία γίνεται όλο και σκληρότερη δε μπορείς εσύ να είσαι μόνο θεατής των συμβαινόντων και να βγεις αλώβητος. Πρέπει να πάρεις θέση κι αυτό αμέσως σε τοποθετεί μαζί με ορισμένους και απέναντι στους άλλους. Δεσμοί σπάνε, φιλίες ραγίζουν και τα χάσμα που εκ των πραγμάτων ανοίγει δυστυχώς δε γεμίζει μ’ άνθη, κατά τα λεγόμενα του ποιητή. Μέσα σ’ αυτό σωρεύονται λόγια πικρά, πράξεις ανεπάντεχες, κατηγορίες μη ελεγχόμενες για την ορθότητά τους και η ατμόσφαιρά συνεχώς επιβαρύνεται



15. Το πρώτο ράγισμα

Ήταν το πρώτο ράγισμα στο γυαλί. Η εφηβική αθωότητα είχε πλέον αποβιώσει. Τώρα που άρχιζε την ώριμη ηλικία βίωνε συγχρόνως την έναρξη του κατεδαφίσματος των αρχικών «πιστεύω». Ήταν αρχικά σίγουρος ότι όλοι οι άνθρωποι που βίωναν την καταδίωξη και είχαν ενταχθεί στην παράταξη της ηττημένης Αριστεράς δεν θα είχαν τα ελαττώματα των κοινών ανθρώπων. Αλτρουιστές, άνθρωποι της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, άνθρωποι που θυσίαζαν πολλές από τις χαρές του μέσου ανθρώπου για ο κοινό καλό θα ήταν πάνω και πέρα από ατομικά συμφέροντα, από ιδιοτελείς βλέψεις.

Οποία πλάνη όμως! Στη πορεία θα έβγαζε το σωστό συμπέρασμα. Σε όλες τις φυλές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, σε όλα τα μορφωτικά επίπεδα υπάρχουν όλα τα είδη των ανθρώπων με τις αρετές και τα μειονεκτήματα.

Μετά την ολοκλήρωση των οργανωτικών διαδικασιών, πήρε μια σοβαρή απόφαση. Το συζήτησε με τον Τάσο και στο θέμα αυτό δεν τον βρήκε σύμφωνο. Δικαίωμα επιλογής, το σεβάστηκε, αλλά ο ίδιος ήταν κάθετος

«Δεν αποχωρώ από την οργάνωση Τάσο. Εδώ θα μείνω. Δεν μπορώ να σβήσω όλα τα χρόνια που πέρασαν. Αλλά θα κάτσω λίγο στην άκρια. Δεν θα πάρω καμιά υπευθυνότητα. Ας αναλάβουν άλλοι. Δεν κουράστηκα. Όχι! Μέσα μου νιώθω απόθεμα δύναμης, αλλά χρειάζομαι ένα διάλειμμα περισυλλογής. Θέλω λίγο να δω τα πράγματα από κάποια απόσταση…»

«Όπως νομίζεις Λάμπρο. Εμείς είμαστε αδέλφια και τίποτα δεν θα κλονίσει τη φιλία μας. Συνεχίζουμε ως συγκάτοικοι και ο χρόνος θα δείξει αν έχεις δίκαιο»

«Με την ευκαιρία να ξεμπλέξω από μερικές εκκρεμότητες στη σχολή. Δεν πάει άλλο. Κάποια στιγμή πρέπει να πάρω το πτυχίο μου. Δεν μπορεί επ’ άπειρον να με συντηρούν οι δικοί μου»



16.   Ο Λάμπρος πτυχιούχος



Στην αρχή το επικαλέστηκε ως δικαιολογία προς τους άλλους, αλλά όταν άρχισε να προσανατολίζεται στα μαθήματά του, χωρίς να το συνειδητοποιήσει αρχικά, έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα, είχε από πριν καλές βάσεις και στη διάρκεια των δυο επόμενων ετών έφτανε στο πέρας και ορκιζόταν στο κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου, ως μαθηματικός με την επίσημη πατέντα. Τώρα ήρθε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.

«Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα;»

Η εξέλιξη αυτή είχε και ένα ακόμα καλό. Ζήλεψε ο Τάσος κι άρχισε κι αυτός το διάβασμα. Ήδη η ατμόσφαιρα μέσα στην οργάνωση είχε θολώσει κι άλλο και το αυξημένο απόθεμα υπομονής καρτερικότητας έφτανε κι αυτού στα όριά του. Όμως ακόμα άντεχε την οργανωτική ευθύνη που είχε επωμιστεί, σε αντίθεση μα το Λάμπρο, που αραιά και σπανίως έπαιρνε μέρος στις περιοδικές ολομέλειες και μάλιστα μόνο ως ακροατής. Άποψη για το οτιδήποτε κι αν είχε δε την κοινωνούσε στους άλλους παρά το γεγονός ότι δυο φορές προκλήθηκε και με άγαρμπο τρόπο να μιλήσει.

Ιδιώτευε, αλλά δεν απομονώθηκε απ’ όλους και τα όλα Έκανε τις επιλογές του. Δόξα το θεό κορίτσια στην Αθήνα ποτέ δεν του έλειψαν, αλλά απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι οριστική δέσμευση και αποκλειστικότητες. Όταν τα πράγματα δυσκόλευαν λειτουργούσε με τη μέθοδο του Αλέξανδρου στο γόρδιο δεσμό. Μέχρι τώρα καλά τα είχε καταφέρει, Διάβασε ό,τι προλάβαινε και μπορούσε, παρακολουθούσε κινηματόγραφο και θέατρο στο μέτρο που οι οικονομικές του δυνατότητες του επέτρεπαν.

Στον οικονομικό τομέα δε κάθισε με σταυρωμένα τα χέρια. Από τους δικούς του δεχόταν τη μηνιαία επιταγή μέχρι τη μέρα που πήρε το πτυχίο του. Έγκαιρα με δική του πρωτοβουλία βρήκε δυο τρία μαθηματάκια βοηθώντας παιδιά του γυμνασίου στα μαθηματικά και από μια φάση κι έπειτα έβαλε και αγγελία στην εφημερίδα ΝΕΑ και βρήκε ανταπόκριση. Όταν πήρε το πτυχίο του βρήκε μερική απασχόληση σε ένα συνοικιακό φροντιστήριο και έκανε μερικές ώρες παρά το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη άδεια διδασκαλίας από το Υπουργείο Παιδείας. Ο ιδιοκτήτης του είχε εκτιμήσει την ικανότητα του Λάμπρο, ως δασκάλου, ορίζοντας βεβαίως την αμοιβή στο επίπεδο της ανταπόδοσης της χάρης που του έκανε

Αυτό το Λάμπρο δεν τον πείραζε ιδιαίτερα. Άλλωστε δε γινόταν και διαφορετικά. Είχε και έμμεσα πλεονεκτήματα. Γνώριζε παιδιά, αποκτούσε διδακτική εμπειρία και προετοιμαζόταν για της μελλοντικές του εφορμήσεις. Αλλού ήταν το μεγάλο αγκάθι και το ήξερε.

«Με την υποχρέωση του στρατού τι θα γίνει;»

Το πρόβλημα ήταν πολύ σοβαρό γιατί τον Οκτώβριο του 1966 τέλειωνε η αναβολή που είχε λόγω σπουδών. Να πάει φαντάρος δεν το ήθελε καθόλου. Οι πληροφορίες που έρχονταν στα αυτιά του για τη συμπεριφορά των αξιωματικών σε άτομα με τα δικά του χαρακτηριστικά ήταν πολύ ανησυχητικές. Να το αποφύγει εντελώς εκείνα τα χρόνια ήταν αδύνατο. Να κάνει τον τρελό και να πάρει αναβολή πάλι δεν του πήγαινε από χαρακτήρα. Αδιέξοδο! Τη λύση την έδωσε ο «από μηχανής θεός» όπως γίνεται καμιά φορά στη ζωή του ανθρώπου. Ο μικρός του αδελφός, ο Τάκης θα πήγαινε στρατιώτης γιατί είχε πρόσκληση η κλάση του και κάποιος του σφύριξε τη λύση.

«Μπορείς να πάρεις κι άλλη αναβολή «λόγω υπηρετούντος αδελφού»

Κινήθηκε μεθοδικά στο στρατολογικό γραφείο της πατρίδας του όπου ήταν κι ένας συμμαθητής του απ’ το σχολείο και το πέτυχε. Δυο ακόμα χρόνια. Βεβαίως ο Τάκης ίσως εξ αντανακλάσεως αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα, αλλά όλα τα χρόνια δεν είχε καμιά πολιτική δραστηριότητα, ούτε συμμετοχή σε οργανώσεις. Για την πάρτη του δεν είχαν κανένα «επιβαρυντικό» στοιχείο. Το θέμα λύθηκε και ανέπνευσε με ανακούφιση. Μπήκε με μεγαλύτερη δύναμη στο επάγγελμα του δασκάλου κι άρχισε να ψήνει και τον Τάσο να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.



Γ. Κεφάλαιο τρίτο



17.   Ποιος φταίει τελικά;





Κάθισε κάτω o Μήτσος να σκεφτεί. Όσο γινόταν πιο ήρεμα. Επρόκειτο διάολε για τη ζωή του κι έπρεπε όλα να τα βάλει κάτω και να τα ζυγίσει. Να  κρίνει όσο πιο αντικειμενικά γινόταν. Να θυμηθεί, να ταξιδεύσει με τον νου σ’ όλα τα συμβάντα του παρελθόντος, να τ’ αξιολογήσει με την απλή λογική και τελικώς να καταλήξει στο δικό του συμπέρασμα. Ίσως να μην περιγράψει αντικειμενικά την κατάσταση, αλλά μη ζητάμε και το ακατόρθωτο. Αυτό μπορούσε, αυτό θα έκανε.

 Η κακοτράχαλη πορεία της ζωής του καθορίστηκε από παράγοντες έξω κι ανεξάρτητους απ’ αυτόν;  Ήταν η κακιά του μοίρα στο περιβάλλον που βρέθηκε; Ήταν οι συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες μεγάλωσε; Αυτό ήταν το ένα ενδεχόμενο. Σίγουρα. Το μοναδικό όμως; Μήπως κι οι δικές του συμπεριφορές, οι δικές του αντιδράσεις, η προσωπική του συμβολή καθόρισαν το τελικό αποτέλεσμα;  Αυτό ήταν το κρίσιμο ερώτημα και απαιτεί την απάντησή του.

 Πράγματι οι δικοί του δεν του εξασφάλισαν άνετους όρους ανάπτυξης, αλλά μην ξεχάσει να το πει. Μέχρι εκεί μπορούσαν οι άμοιροι να δώσουν, αυτό έκαναν. Η καθημερινή έγνοια για τον επιούσιο δεν τους άφηνε χρόνο τα ασχοληθούν με την προσωπική του διαπαιδαγώγηση, με τη δική του μόρφωση και την ικανοποίηση των πνευματικών του αναγκών. Αυτό είναι ένα χάντικαπ που αφετηριακά λαμβάνεται υπόψη, ως ελαφρυντικό. Όμως ας είμαστε αυστηροί. Η ύπαρξη δικαιολογιών – να το ξεκαθαρίσουμε - δεν σημαίνει κι εξιλέωση.

Εκείνο που θα γύρει την πλάστιγγα είναι:

 Κάτω απ’ τις δεδομένες συνθήκες, ποια ήταν η προσωπική σου προσπάθεια, ποιος ήταν ο επίμονος δικός σου αγώνας να σπάσεις το τσόφλι της ανέχειας και να ξεπεράσεις την αρχική καθυστέρηση; Αν το δούμε κάτω απ’ αυτήν την οπτική γωνιά, τότε ίσως φανεί ότι το στοιχείο που σφράγισε το τελικό αποτέλεσμα ήταν η έλλειψη εκ μέρους σου σταθερών στόχων, μακρόχρονης υπομονής κι επιμονής. Το αναγκαίο  προσωπικό πείσμα. Η στοχοπροσήλωση. Στοιχεία απαραίτητα για την τελική ευόδωση των εκάστοτε επιδιώξεων.

 Είναι γεγονός. Αυτός δεν ήταν αγωνιστής, δεν άντεχε την μονότονη επανάληψη, την ρουτίνα της καθημερινότητας. Πολύ σύντομα βαριόταν και τα παρατούσε. Του έλειπε η καθαρότητα των στόχων και επιδιώξεων, η φιλοδοξία για δημιουργία. Αδιαφορούσε για τη γνώμη και την παραδοχή των ανθρώπων του περιβάλλοντος του, υποτιμούσε τα κριτήρια που είχαν για τη ζωή οι άλλοι, ενώ υπερεκτιμούσε τις δικές του παραδοχές. Πλήρης επάρκεια των όρων για αποτυχία!

 Έτσι η αποτυχία ήταν το μόνο υπαρκτό ενδεχόμενο για τον ίδιο. Για να είμαστε όμως δίκαιοι η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Και οι δυο πλευρές έβαλαν το χεράκι τους στο τελικό αποτέλεσμα Εκείνο που όμως έχει σημασία είναι τι γίνεται μ’ αυτόν που δεν ολοκλήρωσε με επιτυχία τον κύκλο του. Με τη συνειδητοποίηση του γεγονότος η ευθύνη επιμερίζεται κυρίως σ’ αυτόν. Τι θα κάνει, λοιπόν από δω και πέρα; Να το κρίσιμο ερώτημα.



18.   Ο Μήτσος κάνει τη στροφή



 Κάποια στιγμή στο τυχαίο έπεσε πάνω στην Πόπη. Αυτό γίνεται στη ζωή των ανθρώπων. Επειδή δεν ξέρουμε να το εξηγήσουμε το ονομάζουμε παιχνίδι της μοίρας. Έκανε φτηνές διακοπές με ένα μικρό σακίδιο και ένα σάκο ύπνου  σε μια ερημικά παραλία  της Μήλου. Του την είχε δώσει στην Αθήνα κι ήταν μια δραπέτευση κι ίσως ένα διάλειμμα για περισυλλογή.  Μια μοναχική και σχεδόν έρημη παραλία  από την κάτω μεριά του νησιού. Εκ των πραγμάτων πιεσμένος για περιορισμένα έξοδα, χωρίς καμιά ευκολία, με ημερήσια προμήθεια από μακριά πόσιμου νερού, με ξηρά τροφή. Έτσι την έβγαζε, αλλά δεν ήταν και παραπονιάρης. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας καταναλώνονταν σε μπάνιο, γυμναστική, ηλιοθεραπεία και ενδοσκόπηση. Κυρίως για το τι θα γίνει στο μέλλον. Λίγα χρήματα στο πορτοφόλι, αλλά ευτυχώς και τα εισιτήρια επιστροφής στην Αθήνα. Ήτανε μόνος  τις πρώτες δυο μέρες όταν μακριά είδε κι άλλες ανθρώπινες παρουσίες να κινούνται στο χώρο. Τόσο όμως μακριά που δεν ξεχώριζε πρόσωπα, φύλο και ηλικίες.

Μπήκε στον πειρασμό να τις πλησιάσει, αλλά μέχρι εκεί.  Αλλά δεν το τόλμησε. Ντρεπόταν να δείξει την ένδειά του σε τρίτους. Ότι περνούσε τη μέρα με λίγο ψωμί, λίγο κασέρι και ένα κομμάτι σαλάμι

«Με τι μούτρα να ζητήσω τη συντροφιά τους» είμαι από μέσα του. Αλλά κι απ’ έξω να το έλεγε, ποιος θα τον άκουγε στην ερημιά;

Μέσα στο μεσονύχτι, όταν ο ύπνος τον είχε πάρει για καλά,  αισθάνθηκε κάποιος να τον κουνάει

«Σεισμός γίνεται!» είπε στον ύπνο του. Όμως το κούνημα συνεχίστηκε κι έτσι έβγαλε το κεφάλι έξω από το σάκο. Αντίκρισε ένα συμπαθητικό γυναικείο πρόσωπο. Αναστατωμένο με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

«Σας παρακαλώ κύριε, ελάτε μα με βοηθήσετε. Έχω μεγάλη ανάγκη»

Πετάχτηκε σαν σούστα όρθιος

«Ναι, κορίτσι μου! Τι θέλεις;»

«Λιποθύμησε και δε μπορώ να τη συνεφέρω. Η φίλη μου. Τα έχω χαμένα. Ελάτε μήπως μπορείτε κάτι να κάνετε»

Έτρεξε με όλη τη δύναμη των ποδιών προς το μέρος που του έδειξε η κοπέλα κι αυτή με καθυστέρηση τον ακολούθησε. Όταν έφτασε κοντά, την είδε και πλησίασε κοντά. Χλωμή, ακίνητη με τα μάτια κλειστά να μην ανταποκρίνεται στα λόγια του. Ήταν σε δίλημμα. Κάνει να την σκαμπιλίσει δυνατά; Μήπως αντί για καλό θα επέτεινε το κακό.  Έφτασε κι η κοπέλα λαχανιασμένη δίπλα του να του λέει

«Τι να κάνουμε;»

«Τι να πω; Γιατρός δεν είμαι!»

Μια ιδέα ήρθε στο μυαλό του. Άρπαξε το κορίτσι στην αγκαλιά και μπήκε μαζί της στη θάλασσα. Όταν τη βύθισε όλη στο νερό ζωντάνεψε και πετάχτηκε μ’ έναν αναστεναγμό. Κοίταξε με απορία τον άγνωστο άντρα που την είχε αγκαλιά και η φίλη της χαρούμενη της φώναξε

«Πόπη, εγώ του ζήτησα βοήθεια κι ο άνθρωπος έτρεξε αμέσως να μας βοηθήσει»

Ένιωθε πλήρως εξαντλημένη και τον αγκάλιασε με τα δυο της χέρια που τώρα την έβγαζε έξω και την ακούμπησε στην απλωμένη ψάθα.

Η κοπέλα που τον ξύπνησε του είπε

«Σ’ ευχαριστώ κύριε. Ας συστηθούμε. Εγώ είμαι η Γεωργία και η φίλη μου είναι η Πόπη. Ελπίζω να συνέλθει εντελώς»

Απευθυνόμενη στη φίλη της είπε

 «Φοβήθηκα πολύ Πόπη μου,  γιατί δεν αντιδρούσες. Έτρεξα και ξύπνησα τον κύριο που κοιμόταν πιο πέρα κι ο άνθρωπος έτρεξε αμέσως και σ’ έριξε στο νερό. Ας είναι καλά!»

Συστήθηκε μόνος του

«Μήτσο με λένε και κάνω διακοπές εδώ και μέρες μόνος μου»

Από τη στιγμή που συνήλθε η Πόπη τον κοίταζε συνεχώς με ένα αφοσιωτικό βλέμμα που του έφερνε κάποια αμηχανία. Με ασθενική φωνή απευθυνόμενη σ’ αυτόν του είπε

«Σε παρακαλώ Μήτσο φέρε τα πράγματά σου εδώ. Θα νιώθω καλύτερα αν είσαι κοντά μου»

«Εντάξει Πόπη ηρέμησε. Θα έρθω εδώ. Πάω να φέρω τα δυο μου πράγματα»

Όταν ξύπνησε το πρωί του ήρθε στη μύτη η μυρουδιά ψημένου καφέ. Η Πόπη ξύπνια, άδηλο από πότε έψηνε καφέ στο γκαζάκι που είχαν μαζί τους τα κορίτσια. Είχε μέρες να πιει και η προοπτική ότι θα πιει καφέ τον ξύπνησε τελείως.

«Μα Πόπη δεν έπρεπε να είσαι ξαπλωμένη; Γιατί σηκώθηκες;»

«Ήθελα να σου φτιάξω καφέ Μήτσο» του απάντησε γλυκά ρίχνοντάς του ένα εκφραστικό βλέμμα. Με τα λόγια  ξύπνησε και η Γεωργία

«Θέλω και εγώ καφέ Πόπη. Καλημέρα Μήτσο!»

Έτσι άρχισε η πρώτη κοινή τους μέρα. Ο Μήτσος καθόταν στ’ αναμμένα κάρβουνα, γιατί οι προμήθειές του σε τρόφιμα τελειώνανε, όπως το ίδιο συνέβαινε και στο εξαρχής ισχνό χρηματικό του απόθεμα. Ντρεπόταν αυτό να γίνει φανερό στις όμορφες δυο κοπέλες, που ένα τυχαίο συμβάν τις έφερε δίπλα του, ιδιαίτερα την Πόπη που ήδη έβλεπε το ενδιαφέρον της για το άτομό του.  

Από την πρώτη στιγμή κι αυτός ένιωσε μια τρυφερότητα για το αδύνατο πλάσμα που σήκωσε στην αγκαλιά του και το βύθισε στο νερό. Ήταν μια ριψοκίνδυνη πράξη που δεν γνώριζε τις συνέπειές της, αλλά έτσι του ήρθε, αυθόρμητα, από την ανθρώπινη ανάγκη να την ζωντανέψει. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Θυμάται ακόμα πως είχε αρπαχτεί απελπισμένα απάνω του όταν συνήλθε και τη γλυκιά αίσθηση πως τον έβλεπε σαν τον απρόσκλητο σωτήρα της, που την έσωσε απ’ τον κακό δράκο. Θυμάται το γλυκό της βάρος και την απαλότητα της επιδερμίδας της.

Εκ των πραγμάτων άρχισε η ανταλλαγή των προσωπικών τους πληροφοριών. Και τα δυο κορίτσια ήταν φοιτήτριες της Νομικής στην Αθήνα, στο μέσο σχεδόν των σπουδών τους. Η Γεωργία από τα Γιάννενα και η Πόπη απ’ το Αγρίνιο. Ο Μήτσος τους είπε τα λιγότερα κατά το δυνατόν. Η καταγωγή του είναι από το Βόλο και εργάζεται ως υπάλληλος στην Αθήνα. Είπε το πρώτο αθώο ψέμα στα κορίτσια

«Έχω πολλές μέρες εδώ κι αύριο σχεδίαζα να φύγω»

«Ω, όχι!»  ακούστηκε ο αυθόρμητος αναστεναγμός από το στόμα της Πόπης

«Δε γίνεται διαφορετικά καλή μου. Το έχω προγραμματισμένο από καιρό. Πρέπει να βρίσκομαι στη δουλειά σε δυο μέρες»

«Και εμείς τι θα κάνουμε μόνες μας; Γεωργία μίλα και συ»

«Εσένα σκέφτομαι. Όπως εσύ νομίζεις»

 «Θα το πω καθαρά. Αισθάνομαι ανασφάλεια. Πάμε μαζί με τον Μήτσο»

Έτσι άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του.



19.   Επιτέλους κάτι όμορφο στη ζωή του





Από τη μια στιγμή στην άλλη η ζωή του αναποδογύρισε. Δίπλα του, ακουμπισμένη στον ώμο του ανέπνεε ήρεμα ένας άνθρωπος που επιτέλους ενδιαφερόταν πραγματικά γι αυτόν. Το έβλεπε στα μάτια της ακόμα πριν να  έχει ειπωθεί κουβέντα μεταξύ τους. Πώς να της εξηγήσει, τώρα,  ότι είναι ένας αποτυχημένος, που δεν έκανε σπουδές, που δεν έμαθε καλά μια τέχνη που να μπορεί να ασκήσει, που δε στέριωσε σε μια θέση;  Που πάντα οξύθυμος,  ήταν συνεχώς ήταν μπλεγμένος με καυγάδες. Ότι συνεχώς τον έδιωχναν από τις δουλειές ή τα παρατούσε ο ίδιος μη αντέχοντας την πίεση.

Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Το ένιωθε ότι έφτασε η ώρα των αποφάσεων. Ποια  σειρά ψέματα έπρεπε να πει για να μπαλώσει κάπως την κατάσταση; Η γλυκιά παρουσία, δίπλα του, τον γέμιζε με τρυφερά αισθήματα. Θυμόταν πολύ καλά πως γαντζώθηκε πάνω του, μόλις το νερό τη συνέφερε και άνοιξε τα μάτια της. Θυμόταν καθαρά την αίσθηση του σώματός της πάνω του και τη διέγερση που αυτή του δημιουργούσε. Πρέπει να κατεβάσει ιδέες, να κατασκευάσει ιστορίες και να φτιάξει σενάρια. Κάτι δεν του ταίριαζε όμως. Μια φορά του δίνεται η δυνατότητα να κάνει μια όμορφη σχέση στην έρμη ζωή του και θα τη χτίσει πάνω σε ψέματα; Όχι να του λείπει! Θα τα πει όλα με το νι και με το σίγμα κι ό,τι ήθελε προκύψει.

 Η φίλη της Γεωργία, έχοντας καταλάβει τι συμβαίνει καθόταν σιωπηλή διακριτικά πιο πέρα και σκεφτόταν από μέσα της.

«Τη δάγκωσε καλά τη λαμαρίνα η δικιά μου. Τον κοιτάζει και λιώνει. Όμως τι να συνέβη με τη λιποθυμία της; Η αλήθεια είναι ότι τα χρειάστηκα. Ευτυχώς ο Μήτσος έδρασε ακαριαία και λύθηκε το πρόβλημα. Μάλλον η υπερβολική και απότομη έκθεσή της στον ήλιο την πείραξε. Και της το είπα. Φτάνει μαρή κι αύριο μέρα είναι. Έλα στη σκιά! Δε μ’ άκουσε. Πάντα το Ποπάκι ήταν λίγο μη μου άπτου, αλλά τόσο πια; Ο Μήτσος είναι παίδαρος, άντρας με τα όλα του, αλλά βλέπεις η άλλη τον καπάρωσε με την πρώτη κι εγώ πρέπει τώρα να βγάλω το σκασμό μου»

Όταν το καράβι έφτασε στον Πειραιά μίλησε η Πόπη εκ μέρους και της Γεωργίας θεωρώντας αυτονόητη τη συμφωνία της άλλης

«Η Γεωργία μεγάλο κορίτσι είναι, θα πάει μόνη στο σπίτι της. Εσύ Μήτσο θα με πας στο σπίτι μου. Μόνη μου κάθομαι σε μια μικρή γκαρσονιέρα.»

Θέλοντας και μη επέβαλε τους όρους. Η Γεωργία, αφού τους χαιρέτισε έφυγε μόνη της. Προηγουμένως  συζήτησε και συμφώνησε με την Πόπη

«Θα μου τηλεφωνήσεις να μου πεις τι κάνεις. Έτσι;»

Πήραν ένα ταξί και πήγανε προς του Ζωγράφου. Ευτυχώς τα λεφτά του έφταναν να το πληρώσει

Μπήκαν στο σπίτι. Ένα μικρό χολ, μια κουζινούλα και το δωμάτιο με ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, πολλά βιβλία και το κρεβάτι. Δεν είπαν κουβέντα, λες κι ήταν κωφάλαλοι. Η Πόπη δεν έχασε καθόλου χρόνο κι έκανε την πρώτη κίνηση. Τον αγκάλιασε, σφίχτηκε πάνω του και τον φίλησε με πάθος, κάτι που ήθελε να κάνει απ’ την πρώτη στιγμή. Κι εκείνος; Δε μπορούσε να μείνει αδιάφορος στην ομορφιά που του προσφερόταν έτοιμη στο πιάτο.

Πότε έβγαλαν τα ρούχα τους και πότε βρέθηκαν γυμνοί στο κρεβάτι κανείς απ’ τους δυο αργότερα δεν θυμόταν. Τα σώματα τους ταιριάξανε λες κι ήταν πλασμένα για αυτό το σκοπό. Δε χρειάστηκε πολύς χρόνος η Πόπη να φτάσει στην τελική έξαρση. Αυτό το υποδήλωνε με γλαφυρότητα οι απεγνωσμένες φωνές της γεμάτες με πρωτόγνωρη ευτυχία. Σε λίγο κι αυτός πετάχτηκε από μέσα της και πότισε σώμα και σεντόνια με τον καρπό της δικής του ολοκλήρωσης.

Κάθισαν έτσι ακίνητοι κάποιο διάστημα ζώντας και με το μυαλό τις στιγμές που προηγήθηκαν κι όταν οι ανάσες έγιναν κανονικές η Πόπη αγκαλιάζοντάς τον και βάζοντας το βάρος του σώματος της πάνω του είπε με λατρεία

«Σ’ αγάπησα Μήτσο με την πρώτη ματιά. Δεν μπορώ να το εξηγήσω πως και γιατί . Τι ταίριασμα υπήρχε μεταξύ μας. Ο έρωτας που κάναμε το επιβεβαίωσε. Είμαι πολύ ευτυχισμένη. Πετάω γλυκέ μου στα σύννεφα! Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα μέχρι τον πάτο την ερωτική πράξη. Πρώτη φορά. Να είσαι περήφανος γι αυτό!»

Λόγο με το λόγο ξαναζεστάθηκε ο Μήτσος. Η Πόπη αισθάνθηκε τη διέγερση του ανδρισμού του και με τόλμη τον φυλάκισε μέσα της. Άρχισε η νέα γλυκιά παρτίδα σε μια μάχη που στο τέλος έχει μόνο νικητές και καθόλου ηττημένους. Σε λίγο τους κέρδισε σχεδόν μαζί η κούραση και βυθίστηκαν σ’ έναν πολύωρο ανακουφιστικό ύπνο.

Πρώτος ξύπνησε ο Μήτσος κι όταν άρχισε να επικοινωνεί με το περιβάλλον είδε δίπλα του τη γλυκιά Πόπη που ακόμα η ανάσα της ακουγόταν κανονική. Ήταν τόσο όμορφη η εικόνα και για πρώτη φορά ένιωσε αυτό που λένε αγάπη για ένα κορίτσι. Ήταν τόσο αθώο, τόσο ανυπεράσπιστο που φοβόταν μην τυχόν όλα είναι ένα απατηλό όνειρο και μόλις πραγματικά ξυπνήσει θα βρεθεί στο φτωχικό και μίζερο δωμάτιό του για μια ακόμα φορά



20.   Η εξομολόγηση του Τάσου



Σε λίγο η Πόπη άνοιξε τα μάτια της, είδε από πάνω της τον Τάσο και του χαμογέλασε γλυκά

«Καλημέρα αγάπη μου!» ξέφυγαν, αυθόρμητα, τα λόγια από το στόμα της.

Ο Τάσος κι αυτός με τη σειρά του ζούσε νέες εμπειρίες. Αμέσως η Πόπη είπε

«Αμέσως  πρέπει να κάνω καφέ και κάτι, μωρέ, να φάμε. Μ’ έκοψε η λόρδα»

Πετάχτηκε από το κρεβάτι, φόρεσε κάτι πρόχειρο και πριν ο άλλος το καταλάβει βγήκε έξω. Δεν του έμενε τίποτε άλλο από να την περιμένει. Σε δέκα λεφτά επέστρεψε φορτωμένη με ψώνια

«Βλέπεις γυρίσαμε από διακοπές και το σπίτι είναι άδειο από τρόφιμα. Μην ανησυχείς έκανα τις απαραίτητες προμήθειες»

Ενώ η Πόπη ετοίμαζε το πλούσιο πρωινό αυτός ντύθηκε έκανε τουαλέτα και κάθισε στη καρέκλα. Η ατμόσφαιρα ήταν οικογενειακή κι ένιωσε πιεστική την ανάγκη να κάνει πλήρη απογύμνωση του εαυτού του. Η σχέση που άρχιζε και που του άρεσε πολύ, δεν έπρεπε να στηρίζεται σε πήλινα πόδια. Από την αρχή έπρεπε να επικρατήσει καθαρή εξήγηση μεταξύ τους. Έτσι ανάμεσα σε μια ρουφηξιά τούρκικου καφέ και το πρώτο δάγκωμα της φρυγανιάς με την απλωμένη μαρμελάδα ο Μήτσος παίρνοντας το αντίστοιχο ύφος άρχισε να ξετυλίγει τη σκέψη του.

«Κορίτσι μου γλυκό. Σε παρακαλώ άφησε με να πω κάποια πράγματα για τον εαυτό μου»

«Δε χρειάζεται να πεις τίποτα Μήτσο. Σ’ αγαπώ έτσι κι αλλιώς»

«Όχι, όχι! Άφησε με να τα πω όλα. Πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω τόσο όμορφα μ’ ένα κορίτσι και δε θέλω να μην ξέρεις τα πάντα για τον άνθρωπο που όπως λες αγαπάς και που κι εγώ τόσο σύντομα έχω για σένα όμορφα αισθήματα. Για πολλούς λόγους αλλά κύρια με δική μου ευθύνη δεν έχω κάτι τίποτα σημαντικό και αξιοσημείωτο στη ζωή μου, μέχρι τώρα. Διέκοψα το σχολείο, μάλωσα με τους δικούς μου και πολλές φορές με το περιβάλλον που ζούσα. Εν γένει ήμουν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους πάντες. Αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί! Δε γίνεται να έχω δίπλα μου ένα θησαυρό κι εγώ να τα παρατάω για ασήμαντη αφορμή. Η τελευταία δουλειά που έκανα πριν να αρχίσω τις διακοπές ήταν νυχτερινός υπάλληλος σε παρκινγκ. Το σπίτι που κάθομαι είναι ένα γυμνό σχεδόν δωμάτιο»

Στη διάρκεια αυτής της εξομολόγησης η Πόπη επανειλημμένα έκανε απόπειρες να τον διακόψει, αλλά με αποφασιστικότητα ο Μήτσος δεν της έδωσε πάσα

«Άσε με να τελειώσω και μετά πες ότι θες. Ενώ δεν έχω κάνει τίποτα από σήμερα, ναι από σήμερα, θέλω να δώσω την προσωπική μου μάχη να κάνω κάτι στη ζωή μου. Να μην ντρέπεσαι για τον άντρα που θα έχεις στο πλευρό σου. Αυτή είναι η υπόσχεσή μου»

«Ποτέ των ποτών δε θα ντρεπόμουν για σένα. Είσαι για μένα το παν. Μήτσο, Βολιώτη, ξύπνα. Έλα κοντά να μου πεις αν μ’ αγαπάς, όσο κι εγώ σ’ αγαπώ…..»

Μέσα από τη δύναμη και αντοχή που δίνουν τα νιάτα οι επόμενες δυο ώρες ήταν η έμπρακτη απάντηση του ενός στον άλλο ότι ό,τι ειπώθηκε ήταν αληθές αφού επιβεβαιώθηκε με τη γλώσσα της αγάπης.



Δ. Κεφάλαιο τέταρτο



21.   Τα σύννεφα μαζεύονται πάνω απ’ το κεφάλι μας



Το σύνηθες στις αντιδράσεις του μέσου ανθρώπου είναι να επηρεάζεται κυρίως από τα γεγονότα της συγκυρίας και της επικαιρότητας. Πολλοί λίγοι είναι εκείνοι που μεταθέτουν τον ορίζοντά λίγο μακρύτερα από τη μύτη τους κι ακόμα λιγότεροι αυτοί που δεν πέφτουν θύματα πρόσκαιρων επηρεασμών. Το πλέον συνηθισμένο είναι η προσκόλληση σε αμφίβολης σοβαρότητας και επίπτωσης συμβάντα της καθημερινότητας, που όπως ήρθαν έτσι και θα εξαφανιστούν στη συνέχεια, μην αφήνοντας σημάδια και μόνιμες επιπτώσεις στην εξέλιξη της ιστορίας. Ασήμαντα περιστατικά, που δεν θα καταγραφούν σε καμιά σελίδα της ιστορίας.

Η δολοφονία του βουλευτή Λαμπράκη έδειξε ότι τα παράκεντρα εξουσίας που ζούσαν και βασίλευαν πλάι και πάνω από την επίσημη πολιτική και κοινοβουλευτική ηγεσία καθόριζαν επακριβώς τα όρια της επιτρεπόμενης δράσης και το εύρος των πάσης φύσεως ελευθεριών όλων των άλλων παραγόντων της πολιτικής ζωής και «έπνιγαν» κάθε παράταιρο φαινόμενο που θα αμφισβητούσε την εξουσία τους και τον πλήρη έλεγχο σε ορισμένους θύλακες, όπως στρατός, δικαιοσύνη, εκκλησία κτλ.

Η πολιτική των κομμάτων έπρεπε εγκαίρως να ξεκαθαρίσει τη στάση της πάνω σε αυτό το δεδομένο. Έχει τα κότσια να χτυπήσει το χέρι πάνω στο μαχαίρι; Είναι ο συσχετισμός των δυνάμεων σε τέτοιο επίπεδο ώστε να κηρύξεις κατά μέτωπο επίθεση κατάληψης και των τελευταίων θυλάκων της μετεμφυλιακής εξουσίας ή αντίθετα χρειάζεται μια μετρημένη και υπομονετική  πλαγιοσκόπηση αυτών των θυλάκων και η βαθμιαία υπόσκαψη τους; Δεν έχω καθόλου στοιχεία ότι πέρασε από το μυαλό τους αυτό το πρόβλημα ή έγινε κάποιος σχετικός προβληματισμός.

Η άρνηση του Γ. Παπανδρέου να δεχθεί τη συμβιβαστική λύση από εμένα ερμηνεύεται ότι έγινε η πρώτη επιλογή, δηλαδή η κατά μέτωπο επίθεση. Κάποιες πιο ψύχραιμες φωνές που ζήτησαν συμβιβασμό ωθήθηκαν στη διάσπαση της προσφάτως νικήτριας δημοκρατικής παράταξης και θύματα της, άδικης -έως υπερβολής- διακωμώδησης των ηγετών της συμβιβαστικής άποψης. Στολίστηκαν με όλα τα δυνατά επίθετα με τα επιεικέστερα εξ αυτών, το στίγμα του αποστάτη και του ανθρώπου που εξαγοράστηκε με μαύρα χρήματα. Αντί να γίνουν οι αναγκαίες κινήσεις που θα απέτρεπαν τη διάσπαση της Ένωσης Κέντρου έγιναν αντίθετα τα πάντα να βαθύνει το χάσμα και να πυρωθεί το μίσος, που έντεχνα καλλιεργούνταν από υστερόβουλους κύκλους και από έναν λαό που με αξιοσημείωτη ευκολία παρασύρεται από δευτερεύοντα γεγονότα και εντυπώσεις πέφτοντας θύμα τους .

Και η Αριστερά;  Αυτή « αγρόν ηγόραζεν» ζώντας στον εικονικό της κόσμο, αναμένοντας για την οποιαδήποτε πρωτοβουλία την έγκριση μιας ομάδας ανθρώπων που κατοικοέδρευαν  εκτός Ελλάδος απομονωμένων  απ’ τις εξελίξεις, όχι αθώων από την εποχή της ήττας, αλλά που πεισματικά ήθελε να κρατήσει για τον εαυτό της όλη την εξουσία και πλήρη έλεγχο επί των αποφάσεων. Οι εγχώριοι ηγέτες, πλην κάποιων φωτεινών εξαιρέσεων, διστακτικοί, μικρότεροι των περιστάσεων, στέκονταν εκκρεμείς, αναποφάσιστοι και άρα ανεπαρκείς. Εύκολα ευθυγραμμίστηκαν με τη συναισθηματική αντίδραση των μαζών που είχαν διεγερθεί εντέχνως από ανεύθυνους κύκλους που επιζητούσαν ένταση και διχασμό. Στοιχήθηκαν στην ένταση και έως την συντήρησαν όλο αυτό το διάστημα. Αυτή η συμπεριφορά δεν τους άφησε χρόνο να ασχοληθούν με το κακό που δρομέως επερχόταν.

Η πορεία προς ανώμαλες εξελίξεις άρχισε σαφώς να διαγράφεται, αλλά παρ’ όλα αυτά να μην εμφανίζονται εκείνες οι απαραίτητες πρωτοβουλίες αποτροπής αυτού του ενδεχόμενου, πέρα από τις συνήθεις και αόριστες καταγγελίες ύπαρξης αυτού του ενδεχόμενου. Όμως τα προβλήματα δε λύνονται με ευχές, όπως οι αρρώστιες δε θεραπεύονται με ευχέλαια.

Η εκτροπή ήταν πασιφανής και μοιραία. Μόνο, που για λόγους εσωτερικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, τους έτοιμους στρατηγούς να ανέβουν στην εξουσία τους πρόλαβαν οι πιο αποφασιστικοί συνταγματάρχες, φιλόδοξοι επιβήτορες της εξουσίας. Στη θέση αυτή πρέπει να ειπωθεί με κάθε καθαρότητα και χωρίς τις ιδεοληψίες και σκοπιμότητες, που εκ των υστέρων καλλιεργήθηκαν,  ότι η εκτροπή δε συνάντησε την αντίσταση που αναμενόταν και ήλπιζε κάποιος παρατηρητής των συμβαινόντων



22.  Ραγδαίες εξελίξεις και αλλαγές

                                     

Ο Λάμπρος είχε βάλει τον εαυτό του σε ένα ρυθμό εργασίας, που όλο και διευρυνόταν, με νέες συνεργασίες σε φροντιστήρια διαφόρων συνοικιών, με νέους μαθητές που τώρα ήταν φοιτητές και σπούδαζαν και να πούμε τη πρακτική πλευρά του πράγματος είχε πλέον στην άκρια ένα ποσόν, αξιόλογο για τα δικά του γράδα. Για τις μετακινήσεις του είχε αγοράσει ένα μηχανάκι, που ήδη είχε κάνει τα χιλιόμετρα του και στο πίσω κάθισμα είχαν κάτσει διάφορα κορίτσια με δεσμούς που δεν μπόρεσαν μέχρι τώρα να αποκτήσουν σε βάθος και διάρκεια.

Έχει ειπωθεί ότι ο Λάμπρος ήταν τραβηχτικός στις γυναίκες και έλλειψη γυναικείας συντροφιάς ήταν κάποια ολιγοήμερα διαστήματα. Σε όλο το διάστημα κράτησε αμείωτη την επαφή με τον κολλητό του Τάσο, που συνέχιζε να διατηρεί χαλαρές βεβαίως επαφές με την οργάνωση. Δεν είχε ακόμα πάρει το πτυχίο του, αλλά το υπόλοιπο ήταν αμελητέο κι ο Λάμπρος τον πίεζε να τελειώσει. Κάθονταν ακόμα μαζί, αλλά ο Λάμπρος πιεστικά επέβαλλε τα έξοδα να μοιράζονται εξ ίσου πλέον.

Ο Μήτσος είχε τηρήσει την υπόσχεσή του στο κορίτσι του, την Πόπη. Η σχέση τους διατηρούσε τον αρχικό ενθουσιασμό κι αντί να πέφτει στη μονοτονία, έριχνε νέες ρίζες και έδειχνε ότι το ταίριασμα τους δεν είναι συγκυριακό. Αμέσως μετά την υπόσχεση ο Τάσος μπήκε μαθητευόμενος σ’ ένα τυπογραφείο, με τον ιδιοκτήτη του οποίου τα βήματά τους είχαν κάποια στιγμή συναντηθεί στην εποχή της ανέμελης ζωής. Τώρα ο εργοδότης του είχε φτιάξει οικογένεια, ερχόταν και παιδί. Έδινε μ’ όλες τις δυνάμεις του τη μάχη να καθιερωθεί στον κλάδο. Και είχε κάνει αρκετά βήματα ανάπτυξης. Αγόρασε νέο σύγχρονο εξοπλισμό και είχε γραμμάτια να πληρώνει κάθε μήνα.

Όταν στο όνομα της γνωριμίας τους ο Μήτσος του ζήτησε δουλειά αυτός του εξήγησε την κατάσταση. Δεν φοβήθηκε καθόλου την απόρριψη. Του είπε με πίστη και αποφασιστικότητα

«Σου υπόσχομαι να δουλέψω σαν σκύλος Θανάση. Και για μένα οι όροι άλλαξαν και οι τρέλες κομμένες πια. Και θέλω να μάθω τη δουλειά. Θέλω να μην τρέπομαι στο κορίτσι μου»

Έτσι σφραγίστηκε η συμφωνία και ο Μήσος απεδείχθη όχι μόνο συνεπής, αλλά με ιδέες και προτάσεις διευκόλυνε την κατάσταση πολύ περισσότερο από την υποχρέωση ενός απλού υπαλλήλου. Είχε την πλήρη εμπιστοσύνη του Θανάση και μάλιστα τα δυο ζευγάρια είχαν και κοινή έξοδο σε σινεμά και μετά ταβέρνα. Η Πόπη σίγουρος βράχος στο πλευρό του, ήταν το κίνητρο και η αιτία της δραστικής αλλαγής. Όσο πείσμα του έλλειψε μια ζωή τώρα συσσωρευμένο εκδηλωνόταν κι έπαιρνε τη ρεβάνς.

Από κάποια στιγμή και μετά ο Μήτσος ξεδίπλωσε και άλλα ταλέντα, που βρίσκονταν μέσα του εν υπνώσει. Ήταν πολύ καλός στις διαπροσωπικές σχέσεις και σιγά- σιγά ανέλαβε την διεκπεραίωση των υποχρεώσεων με τους πελάτες και τις γραφειοκρατικές υποχρεώσεις με τους μηχανισμούς του κράτους, της εφορίας και το δήμο. Έγινε κάτι περισσότερο από απαραίτητος και αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο επίπεδο της προσωπικής του αμοιβής.

Παρ’ όλα αυτά μέσα στο μυαλό του Μήτσου κυκλοφορούσε η ιδέα κάποια στιγμή να ανοίξει δική του δουλειά. Γι αυτό έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μάθει όλα τα μυστικά της τέχνης του τυπογράφου. Στη πράξη αποδείχτηκε η αφομοιωτική ικανότητα του Τάσου ήταν ιδιαίτερη με την παραδοχή κιόλας του αφεντικού του.



23.   Η συνάντηση Λάμπρου και Μήτσου



Πως τα φέρνει καμιά φορά η μοίρα, φίλε μου, και συναντούνται με απροσδιόριστο τρόπο άνθρωποι που έχασαν από χρόνια τη μεταξύ τους επαφή. Εσύ μπορείς να το λες τυχαίο, αλλά ποτέ να ξέρεις ποια δύναμη και σκοπιμότητα βρίσκεται πίσω από κάθε πράγμα, κατάσταση και συμβάν. Ποτέ δε θα το ξεδιαλύνει αυτό ο άνθρωπος και ίσως να μη χρειάζεται και κάτι τέτοιο. Ένα ανοιχτό παιχνίδι με το τυχαίο ίσως να είναι κάτι γοητευτικό.

Ο Λάμπρος προχωρούσε στις επαγγελματικές του απασχολήσεις και είχε όλο το διάστημα που έκανε μαθήματα κάνει μια ενδιαφέρουσα συλλογή ασκήσεων, με βάση την οποία έκανε τις παραδόσεις του στους υποψηφίους στο φροντιστήριο. Σκέφτηκε πως θα ήταν χρήσιμο και πρακτικό να τις έχει τυπωμένες σε ένα, έστω πρόχειρο στην αρχή, βιβλίο και να τις μοιράζει έναντι ενός συμβολικού ποσού σε όσους ενδιαφέρονται.

Περπατώντας τυχαία στα δρομάκια του κέντρου σε ένα υπόγειο χώρο είδε ένα τυπογραφείο που η μηχανή του δούλευε χωρίς διακοπή.

«Δε πάω να ρωτήσω» είπε από μέσα του. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια και στο μεγάλο υπόγειο χώρο υπήρχαν δυο άτομα. Ένα δίπλα στη μηχανή κι ένας που ήταν καθισμένος στο γραφείο και κάτι έγραφε. Πλησίασε τον δεύτερο

«Γεια σας. Ενδιαφέρομαι να τυπώσω ένα φυλλάδιο ασκήσεων μαθηματικών με δικά μου έξοδα. Θέλω να μάθω τι περίπου χρήματα θα χρειαστώ»

Εξαρτάται κύριε. Σελίδες, σχήματα και μια σειρά άλλοι παράγοντες θα καθορίσουν την τιμή….»

Εκείνη τη στιγμή ένα δυνατό χέρι τον πιάνει δυνατά τον ώμο και τον στρίβει με δύναμη αναγκάζοντάς τον να κάνει μεταβολή

«Πατρίδα, μίλα μας και μη μας αγαπάς! Είμαστε και εμείς εδώ»

Η αρχική ενόχληση του Λάμπρου, μετατρέπεται σε έκπληξη και στη συνέχεια σε έκρηξη χαράς

«Μήτσο φίλε τι γυρεύεις εδώ; Ρε πατρίδα έχω να σε δω χρόνια. Τι κάνεις αδελφέ;»

Αγκαλιάστηκαν δυνατά και η έκπληξη μαζί με τη χαρά ήταν ξέχειλη στα πρόσωπα και των δυο. Βλέπεις, στα παιδικά τους χρόνια έζησαν μαζί στους ίδιους δρόμους, έπαιξαν τα ίδια παιχνίδια, μετέφεραν κοινές μνήμες και υπέστησαν τις ίδιες στερήσεις. Απλώς από κάποια στιγμή και μετά αραίωσαν οι συναντήσεις τους γιατί ο Λάμπρος συνέχισε το σχολείο πιο πάνω, μετά φοιτητής οπότε άλλαξε κύκλους και παρέες.

Αλλά όπως και να το δεις τα παιδικά χρόνια είναι αυτά που σφραγίζουν τον άνθρωπο και δε ξεχνιόνται με τίποτα. Ο Μήτσος παραδεχόταν κιόλας τη δύναμη και την επιμονή του φίλου του, που καμιά δυσκολία δε σταμάτησε τη φιλοδοξία του να σπουδάσει. Και τώρα ήρθε να τυπώσει το δικό του βιβλίο! Ήταν η μοίρα να κατέβει αυτά τα σκαλοπάτια, που κι αυτός επιτέλους αρχίζει να χτίζει την καριέρα του.

Απευθύνθηκε στο αφεντικό του

«Κυρ Θανάση ο Λάμπρος κι εγώ μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Τον συναντάω μετά πολλά χρόνια και είμαι πολύ χαρούμενος»

«Κάθισε Λάμπρο!» είπε ο κυρ Θανάσης «θα βρούμε την άκρη μην ανησυχείς. Μόνο πες τι θα πιεις να παραγγείλουμε τηλεφωνικά στο καφενείο…»

Σύντομα οι δυο φίλοι αντάλλαξαν τις πρώτες πληροφορίες για τη ζωή τους κι όρισαν την πρώτη συνάντηση να τα πούνε αναλυτικά



24. Η ανωμαλία τους πρόφτασε



Τα κόμματα κατατρώγονταν στις ανώφελες κι αδιέξοδες διαμάχες τους, ενώ το σκουλήκι της ανωμαλίας κατέτρωγε συνεχώς τα θεμέλια της έτσι κι αλλιώς σαθρής βασιλευόμενης δημοκρατίας. Και όταν τα  τανκς βγήκαν στους δρόμους όλοι οι καθιερωμένοι θεσμοί πιάστηκαν με τα σώβρακα. Βουλή και κόμματα, βασιλιάς και ηγεσία του στρατεύματος, συνδικάτα, σύλλογοι και οι πάσης φύσεως αναλυτές και παντογνώστες.

Ο λαός που αυθορμήτως θα κατέβαινε στους δρόμους  και θα συνέτριβε τους παράνομους επίδοξους βιαστές της εξουσίας- σενάρια ευφάνταστα «επιφανών» αναλυτών της ελληνικής κοινωνίας-  προτίμησε να μείνει στο σπίτι του και οι έχοντες ένα λόγο κι αντίστοιχη θέση, αντί να κρυφτούν και να οργανώσουν το κίνημα της αντίστασης, οι περισσότεροι τουλάχιστον, ετοίμασαν το βαλιτσάκι τους και ανάμεναν το μοιραίο. Πότε θα καταφτάσει η αστυνομία για να πραγματοποιήσει τη σύλληψή τους.

Καλά λέει η λαϊκή σοφία: Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλα λόγια μη λες. Χορτάσαμε από ιστορικές αναλύσεις, από βαρύγδουπες υποσχέσεις αυθόρμητων λαϊκών εξεγέρσεων, από ερμηνείες γεγονότων, από ξεπερασμένα «ιερά κείμενα». Όλοι οι κρίκοι της κρατικής, κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας της χώρας μας έλιωσαν με απρόσμενη ευκολία μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Οι εγχώριες αντιδράσεις, πέρα από περιορισμένες ήταν κυρίως ατομικές πρωτοβουλίες ευαίσθητων ατόμων, ολίγον αλαφροΐσκιωτων και χωρίς να έχουν την πλήρη συνείδηση των συνεπειών, που μπορούν να προκύψουν.

 Όμως βάζω το ερώτημα: Έτσι δε γίνεται, μωρέ, πάντα; Γιατί τώρα να απαιτούμε κάτι το διαφορετικό;

Το ίδιο πρωί ο Λάμπρος και ο Τάσος όταν ξύπνησαν, λούστηκαν την έκπληξη. Το ράδιο με εμβατήρια και με μηνύματα καθόρισε τους νέους όρους της ζωής στη χώρα σκορπώντας φόβο κι ανατριχίλα για τα επόμενα βήματα. Μέσα σε λίγες μέρες οι ελληνικές εκπομπές ξένων σταθμών αύξησαν αλματικά την ακροαματικότητά τους Η Φωνή της Αλήθειας από το Βουκουρέστι, το BBC από το Λονδίνο και η Ντόιτσε Βέλε  του Βερολίνου έγιναν οι μόνες πηγές για να μαθαίνουν οι ενδιαφερόμενοι Έλληνες τα διαδραματιζόμενα.

Το μάζεμα των πολιτικών σε εξοχικό ξενοδοχείο, το μάζεμα των Αριστερών στον Ιππόδρομο και οι προετοιμασίες για το άνοιγμα των στρατοπέδων στα νησιά ήταν τα πρώτα σημάδια της αυταρχικής Χούντας, Η αναστολή των βασικών άρθρων του συντάγματος που αναφέρονταν στα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών, οι αυστηροί όροι διαβίωσης και ελέγχου της ζωής των πολιτών ήταν τα νέα χαρακτηριστικά, που θα επηρέαζαν το επόμενο διάστημα τη ζωή των πολιτών στη χώρα.

Ο Λάμπρος έστειλε μήνυμα στους δικούς του να τους καθησυχάσει. Είναι καλά και συνεχίζει τη δουλειά του και τα μαθήματα κανονικά. Το ίδιο και ο φίλος του ο Τάσος. Λίγο-λίγο και με το σταγονόμετρο τους έρχονταν ειδήσεις για συλλήψεις κεντρικών στελεχών της νεολαίας κι ο Λευτέρης έκανε τη πρόταση

«Τάσο πιστεύω ότι θα έρθει σε λίγο και η σειρά μας. Εγώ έχω πάνω από χρόνο να ανέβω στα γραφεία και ίσως μ’ έχουν ξεχάσει. Η γνώμη μου είναι όσο πιο σύντομα γίνεται να αλλάξουμε σπίτι ή ακόμα καλύτερα να νοικιάσουμε διαφορετικά και να ορίσουμε τόπο και τρόπο που θα συναντιόμαστε, θα ανταλλάσουμε πληροφορίες ή θα αφήνουμε μηνύματα»

«Το νομίζεις αναγκαίο;»

«Έτσι πιστεύω»

« Τότε δεν έχω αντίρρηση. Προς το παρόν μπορεί να με φιλοξενεί η δικιά μου η Αναστασία μέχρι να τακτοποιηθώ»

«Πολύ ωραία! Έχω κι εγώ μια πόρτα που μπορώ προσωρινά να χωθώ. Μην παραξενευθείς αν δεις να έχω μαζέψει τα πράγματα μου»

Έτσι κι έγινε……



25. Προετοιμασία για αντίσταση



Τις πρώτες μέρες ο Λάμπρος δεν αντιμετώπισε καμιά δυσκολία. Οι παράνομοι επιβήτορες της εξουσίας είχανε να ασχοληθούν με τα μεγαλύτερα ψάρια. Ένας από τους εργοδότες του σε ένα από τα φροντιστήρια, που εργαζόταν τον ειδοποίησε

«Λάμπρο βλέπεις ότι τα πράγματα σφίξανε. Για να μη βρούμε κανένα μπελά κοίταξε να μου φέρεις αντίγραφο της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος που έχεις από το υπουργείο….»

Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να γίνει, αφού ούτε αίτηση δεν είχε ακόμα υποβάλλει στο υπουργείο. Τώρα αυτός ο δρόμος είχε κλείσει. Κάνοντας το κορόιδο, χωρίς να του πει κάτι συγκεκριμένο, του απάντησε με ένα «εντάξει». Το μόνο που του έμενε είναι να κερδίσει λίγο χρόνο με την παρέλκυση του θέματος για αργότερα. Όμως σε δυο μήνες ή και λιγότερο άρχισαν οι έλεγχοι από τα τοπικά αστυνομικά τμήματα και ο κλοιός έσφιγγε γύρω του.

Στο διάστημα αυτό είχε απανωτές συναντήσεις με τον Τάσο για ανταλλαγή πληροφοριών και από ένα σημείο και μετά άρχισε να τους τρώει η επιθυμία να «κάνουν κι αυτοί κάτι» Έκαναν πολλές συζητήσεις. Η βασική θέση του Λάμπρου ήταν να μη έχουν καμιά επαφή με τους παλαιούς φίλους

«Δεν ξέρουμε πως έχουν εκεί διαμορφωθεί τα πράγματα εκεί, Τάσο. Αν μέσα στις γραμμές τους μπήκαν πράκτορες της χούντας για να ελέγχουν και να κάνουν επιλεγμένες συλλήψεις. Ό,τι κάνουμε ας το κάνουμε μόνοι μας. Στο μυαλό μου έχω την ιδέα να τυπώσουμε στην αρχή προκηρύξεις και να τις σκορπίσουμε σε επιλεγμένα σημεία. Κάπου έχω μια επαφή. Ας μην είμαστε βιαστικοί! Βλέπεις τα χτυπήματα, που συνεχώς κάνει η ασφάλεια. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί…»

Ο Τάσος δε συμφωνούσε με την πλήρη ανεξαρτησία από τη παλαιά του οργάνωση, αλλά προς το παρόν, δεν επέμεινε σε αυτό το σημείο.

«Γράψε εσύ το κείμενο, τύπωσε το και εγώ θα αναλάβω το μοίρασμα»

Είχαν συμφωνήσει σημείο συναντήσεων, μέρα της εβδομάδας και προκαταρτικά σημάδια ότι όλα είναι καθαρά.

Ο Λάμπρος άρχισε να θέτει σε εφαρμογή το σχέδιό του, αλλά προς το παρόν όλα ήταν στον αέρα, αφού στηριζόταν στη βοήθεια από τον Μήτσο, ενώ αυτός δεν είχε ακόμα καμιά ιδέα. Πρέπει να τον πλησιάσει σιγά –σιγά, μην τον τρομάξει. Χρειάζεται τη βοήθεια του με το τυπογραφείο και τις γνώσεις του στον τομέα αυτό. Ήδη είχανε μια επιτυχημένη συνεργασία στην έκδοση της συλλογής των ασκήσεων, βιβλίο που κυκλοφορούσε πια και σύντομα θα μάζευε τα χρήματα που είχε δώσει για την εκτύπωσή του

Ήθελε να μην τον δει το αφεντικό του. Όχι πως υπήρχε κάποιος λόγος. Αντίθετα  ο κυρ Θανάσης εκτιμούσε την εργατικότητα και τις γνώσεις του Λάμπρου. Απλώς για λόγους συνωμοτικούς καλύτερα να μην ήξερε ή να υποπτευόταν οτιδήποτε. Έτσι τον περίμενε έξω από το τυπογραφείο και σε κάποια απόσταση. Όταν τον είδε να βγαίνει τον ακολούθησε και κάποια στιγμή τον έφτασε και τον χαιρέτησε

«Γεια σου Τάσο»

«Γεια σου Λάμπρο. Πώς από εδώ ρε; Σύμπτωση;»

Ήρεμα του εξήγησε ότι δεν είναι καθόλου σύμπτωση. Του είπε για την απόφαση να κάνει κάτι. Του είπε τι ζητούσε απ’ αυτόν.

«Να μην ανησυχείς. Μόνο εμείς οι δυο θα το ξέρουμε. Μην το αναφέρεις πουθενά! Αυτό είναι αυστηρός κανόνας»

Ο άλλος φάνηκε διστακτικός

«Άσε να το σκεφτώ λίγες μέρες, ρε πατρίδα, και θα σου απαντήσω. Βλέπεις πέφτεις πάνω σε γεγονότα. Το σαββατοκύριακο με την Πόπη πάμε Αγρίνιο. Αποφασίσαμε να παντρευτούμε και θα ζητήσω το χέρι της απ’ τους γονείς της. Μοναχοκόρη την έχουν και καταλαβαίνεις…»

«Μπράβο Μήτσο! Χαίρομαι. Μεγαλώνουμε και πρέπει κάποια στιγμή να κάνουμε οικογένεια. Για το άλλο πώς θα μάθω την απόφασή σου;»

Πάρε τηλέφωνο στη δουλειά. Αν το σηκώσω εγώ θα σου πω. Αν το σηκώσει ο κυρ Θανάσης πες πως παίρνεις απ’ το Βόλο και θέλεις να μου πεις ένα γεια. Έγινε;»



26.  Το νερό μπαίνει στο αυλάκι



Δεν του φάνηκε καθόλου παράξενος ο δισταγμός του Μήτσου. Στην ατμόσφαιρα της περιόδου και μόνο ότι δεν συνάντησε την κάθετη άρνηση ήταν θετικό στοιχείο. Τον ήξερε καλά. Τίμιος έως υπερβολής, αλλά ποτέ μέχρι τώρα δεν τον θυμάται να ασχολείται με την πολιτική. Αυτό είχε και τη καλή του πλευρά. Σίγουρα δεν ήταν σταμπαρισμένος κι άρα πιθανός ένοχος αντιστασιακής πράξης. Τον εαυτό του να κοιτάξει να προστατεύσει, που πρέπει να βρίσκεται στα κιτάπια της Ασφάλειας και κάποια στιγμή-δε γίνεται- θα τον αναζητήσουν Μπήκε στο δίλημμα: Να εξαφανιστεί πλήρως, προσχωρώντας ολοκληρωτικά στην παρανομία ή να συνεχίσει τη «νόμιμη» εργασία μέχρι το πράγμα να μπουκώσει και να μην πηγαίνει άλλο; Ήδη διάλεξε τη δεύτερη λύση, παίρνοντας όμως κάποια προφυλακτικά μέτρα, όπως αλλαγή κατοικίας και προσεκτικά-ελεγχόμενα ραντεβού με τον κολλητό του Τάσο.

Το πραγματικό δίλημμα θα τον έφτανε σε οκτώ μήνες όταν θα απολυόταν ο αδελφός του από το στρατό, θα τέλειωνε η δική του αναβολή και θα έπρεπε να παρουσιαστεί σε μονάδα. Αλλά υπάρχει καιρός να το σκεφτεί και που ξέρεις μέχρι τότε μπορεί η Χούντα να έχει καταρρεύσει. Πάντα με την ελπίδα των καλύτερων ημερών και προοπτικών ζει ο άνθρωπος.

Την Τρίτη το πρωί με την αγωνία μέσα του πήρε τηλέφωνο το τυπογραφείο. Ευτυχώς το σήκωσε ο Μήτσος κι αμέσως μίλησε

«Είμαι μόνος μου. Εντάξει! Θα το κάνω! Ξέρω ότι είναι επικίνδυνο,  αλλά θα το κάνω. Εσύ φρόντισε το κείμενο να είναι μικρό, Να χωράει σε μια σελίδα. Θα κοιτάξω να το τυπώσω μπρος- πίσω. Έτσι θα διαβάζεται όπως και να πέσει κάτω. Όπως με συνάντησες τις προάλλες. Έτσι πάλι αύριο θα σε περιμένω και ας ευχηθούμε να μη μπλέξω σε περιπέτειες. Μου το υποσχέθηκες»

«Μην ανησυχείς Μήτσο. Τι έγινε με τα πεθερικά σου αλήθεια»

«Εντάξει. Μου το δίνουν το κορίτσι. Αρχίζουμε να ετοιμαζόμαστε για το γάμο»

«Αν τα πράγματα δεν ήταν τόσο μπερδεμένα, θα ήθελα εγώ να σε παντρέψω φίλε, αλλά τώρα καταλαβαίνεις…»

«Και εγώ θα το ήθελα αλλά άστο τώρα»

Βρήκε λογική την άποψη του Μήτσου και πετσόκοψε το αρχικό εκτεταμένο κείμενο που είχε ετοιμάσει προηγουμένως. Το καθαρόγραψε και το έλεγξε για ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη. Την άλλη μέρα στημένος στην ίδια θέση του το πάσαρε.

«Δεν ξέρω πότε θα βρω ευκαιρία και χρόνο. Το αφεντικό δεν πρέπει να μάθει ή να υποπτευθεί τίποτα. Όταν είμαι έτοιμος θα αφήσω μήνυμα όπως μου είπες στο καφενείο που περνάς»

«Έγινε Τάσο!»
Χρειάστηκε να περάσει μια εβδομάδα απραγίας, που συνοδευόταν από την αντίστοιχη αδημονία μέχρι να έρθει το μήνυμα

Ο ιδιοκτήτης του καφενείου του είπε

«Τηλεφώνησε ένας φίλος σου, ο Φίλιππος και μου είπε ότι το Σάββατο πάει στο Βόλο»

Αυτό ήταν το σύνθημα. Πράγμα που σήμαινε πέρνα να τα πάρεις. Την έστησε πάλι στο γνωστό μέρος κι όταν τον είδε να έρχεται κρατούσε ένα δεματάκι τυλιγμένο με εφημερίδες και δεμένο προσεκτικά με σπάγκο.

«Πάρτο! Δε σε ξέρω, δε σε είδα. Το αφεντικό δεν πήρε είδηση..»

Του το έδωσε κι έφυγε αμέσως.

 Είναι τόσο παράξενο πλάσμα ο άνθρωπος. Ένα κύμα χαράς και περηφάνιας βόμβισε μέσα του. Το σχέδιο πήρε σάρκα και οστά. Αλλά μαζί και ένας φόβος ανεξήγητος τον πλάκωσε. Ξεκινώντας να πάει στο σπίτι του νόμιζε ότι όλοι τον παρακολουθούν και ξέρουν τι κρατάει στα χέρια του. Ήταν το αίσθημα του άκαπνου, του πρωτόπειρου. Θα χρειαζόταν σίγουρα χρόνος να αποκτήσει μια κάποια ψυχραιμία. Γιατί τώρα μάθαινε ότι άλλο  πράγμα είναι η θεωρία κι άλλο συμβαίνει όταν έρχεται η πράξη.

Την άλλη μέρα συναντήθηκε με τον Τάσο και του έδωσε τουλάχιστον τις μισές. Κράτησε τις υπόλοιπες να τις μοιράσει ο ίδιος. Στο καφενείο που ήταν το στέκι τους για μια ακόμα φορά του είπε να προσέχει, μην ανοίγεται σε τρίτους. Εκεί συμφώνησαν για μια επιπλέον φορά τα σημάδια ασφάλειας. Αντάλλαξαν τις πληροφορίες τους, αλλά ο Τάσος του έκρυψε κάτι ενώ ήθελε να το εξομολογηθεί, αλλά τελικά δεν τόλμησε να το πει. Έπιασε επαφή με την οργάνωση μέσω μιας κοπέλας με την οποία είχε και κάποια προσωπική ιστορία. Ήξερε ότι ο Λάμπρος θα του βάλει τις φωνές κι έτσι κράτησε το στόμα σφαλιστό…



27. Η ατμόσφαιρα της εποχής



Η Χούντα έκανε συνεχώς συλλήψεις και η στάση της σκλήραινε απέναντι σ’ αυτούς που αμφισβητούσαν την μονοκρατορία της. Μέσα από τους ξένους σταθμούς, που μετά φόβου θεού άκουγαν οι Έλληνες, έρχονταν πληροφορίες για απάνθρωπα βασανιστήρια στα κολαστήρια της Μπουμπουλίνας και της ΕΑΤ-ΕΣΑ. Σε λίγο έγινε και το αποτυχημένο οπερετικό κίνημα του Βασιλιά που εμπέδωσε πλήρως την εξουσία των συνταγματαρχών.

Η μερική αμνηστία που δόθηκε έβγαλε από τις φυλακές τις ελαφρές εκείνες περιπτώσεις, που η Χούντα έκρινε ότι δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Τις αποσυμφόρησε λίγο, αλλά οι εντατικοποίηση των στρατοδικείων και οι πολύχρονες φυλακίσεις σύντομα θα τις ξαναγέμισαν. Όμως μια αλήθεια πρέπει, με την εκ των υστέρων γνώση των πραγμάτων, να ειπωθεί. Κι αυτή είναι η εξής

Για τη διάρκεια της δικτατορίας υπάρχει μια θεμελιώδης αποσιώπηση. Η αυθαίρετη κατάληψη της εξουσίας από τους επίορκους αξιωματικούς δεν συνάντησε την αναμενόμενη αντίσταση. Όλοι οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί  θολώνουν τα νερά και αμφισβητούν το προφανές κι αυταπόδεικτο.  Το αρχικό μάζεμα των «επικίνδυνων στοιχείων» είχε περισσότερο παραδειγματικό χαρακτήρα. Να αποτρέψει ενδεχόμενες αντιδράσεις, αλλά περισσότερο είχε χαρακτήρα εκφοβισμού για τους λιγοστούς τολμηρούς. Ο αριθμός των εκτοπισμένων από το πρώτο κιόλας διάστημα μειώθηκε σημαντικά, όχι βέβαια από την καλοσύνη των επιβητόρων της εξουσίας, αλλά από την φυσική κι ανθρώπινη ανάγκη αρκετών από τα δρώντα μέλη της αριστερής παράταξης να γυρίσουν μια ώρα αρχύτερα στις γυναίκες και τα παιδιά τους, που βρέθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη έρημα κι απροστάτευτα. Γι αυτή τη στάση κανείς από τους σιωπήσαντες δε δικαιούται να πει κουβέντα. Χρειάστηκε ένας προσωρινός συμβιβασμός, αλλά αυτή είναι η ανθρώπινη φύση και δεν γίνεται αλλιώς. Το δέχεσαι ως στοιχείο αυτοσυντήρησης, γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει το μυαλό σου. Οι αντοχές στις κακουχίες, στις καταπονήσεις δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι ίδιες για όλους τους ανθρώπους. Όπως δεν είναι ίδιες οι κοινωνικές κι οικογενειακές υποχρεώσεις

 Οι αντιστασιακές πράξεις ήταν ολιγάριθμες σε σχέση με τις θεωρητικά αναμενόμενες και τις περισσότερες φορές ήταν πρωτοβουλίες ατομικές από ανθρώπους με ανεπτυγμένη ευαισθησία στο καθήκον ή γιατί όχι και λίγο ελαφρόμυαλους. Αρκετές φορές είχαν την αφετηρία τους στην αυτοκτονική αποκοτιά των νέων, συνοδευτικό στοιχείο της ίδιας τους της φύσης.

 Ας κάτσουν οι ενδελεχείς ερευνητές να καταμετρήσουν τις αντιστασιακές πράξεις για όλο το διάστημα από τον Απρίλη του 1967, έως την έκρηξη του Πολυτεχνείου, το Νοέμβρη του 1973. Πεντέμισι ολόκληρα χρόνια! Στο αναμενόμενο βολικό και θολό επιχείρημα ότι σύσσωμος ο λαός ήταν ενάντια στη χούντα καλούμε τους μελετητές να καταφύγουν στα αρχεία της ελληνικής τηλεόρασης και να καταμετρήσουν τις χιλιάδες  των Ελλήνων που παραβρέθηκαν στις πάμπολλες συγκεντρώσεις, ανά την Ελλάδα που έκαναν σ’ αυτό το χρονικό διάστημα οι πρωταγωνιστές του απριλιανού πραξικοπήματος και κυρίως ο Στυλιανός Παττακός.

 Ας μη στηρίζονται στις εκ των υστέρων μαρτυρίες από τις οποίες ένας αφελής ή ανυποψίαστος άνθρωπος θα πίστευε ότι εντέλει σύσσωμος ο λαός πάλευε από το πρωί έως το βράδυ τη χούντα. Οι εκ των υστέρων ισχυρισμοί αρκετών να αυτοβαπτιστούν αντιστασιακοί έχει σχέση με την τάση που έχουν αρκετοί άνθρωποι να προσεταιριστούν τα πλεονεκτήματα αυτού του χαρακτηρισμού, όταν βέβαια αυτός ο χαρακτηρισμός μετασχηματίστηκε σε προσόν και έπαψε να αποτελεί στοιχείο κινδύνου με απρόβλεπτες συνέπειες. Σε μερικές περιπτώσεις έγινε κάτι ακόμα πιο σατανικό. Οι ψεύτικες ιστορίες, που αναφέρουν κι εντέχνως διαφημίζουν κάποιοι στα διάφορα έντυπά τους,  υποστηρίζονται από μια οργανωμένη κλίκα ομοειδών υποκειμένων που ο ένας επιβεβαιώνει τους ψεύτικους ισχυρισμούς του άλλου.

……………………………………………………………………………………………………………………………………

Το τραγικό του γεγονότος είναι το έλλειμμα προβληματισμού που παρουσιάστηκε στην αριστερή παράταξη. Η κυρίαρχη αντίληψη ήταν ότι η Αριστερά, διαθέτοντας το «ιδεολογικό όπλο» της μαρξιστικής θεωρίας, θα είχε έτοιμα σχέδια και σενάρια για κάθε ενδεχόμενο. Πλην όμως όλα αυτά στην πράξη αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες. Η πολιτική σκέψη της ηγεσίας της Αριστεράς αποδείχθηκε ελλειμματική, επίπεδη κι ανακόλουθη με τις ανάγκες της εποχής. Σ’ αυτό συνέβαλε και το ετερόφωτο της ηγεσίας της. Οι εγχώριοι ηγέτες ζούσαν υπό το βρόχο της εξόριστης ιστορικής ηγεσίας και ο διφυής αυτός χαρακτήρας παρέλυε κι ανέστελλε την οποιαδήποτε καινοφανή αλλά αναγκαία πρωτοβουλία. Χρειάστηκε να έρθει η δικτατορία για να σπάσει η κακοφορμισμένη πληγή. Τότε όμως, στις συνθήκες της παρανομίας, με βάση τις αναστολές και τη διαπαιδαγώγηση των οργανωμένων οπαδών του ΚΚΕ, με βάση την έξωθεν πολλαπλή στήριξη, το παιχνίδι ήταν εκ των πραγμάτων χαμένο. Η καθυστέρηση της διάσπαση κι όχι η ίδια η διάσπαση έγινε αφορμή πισωγυρίσματος. Αυτή είναι η άποψή μου.



28.  Ο Τάσος



Όταν ο Τάσος έμεινε μόνος με τις προκηρύξεις τυλιγμένες προσεκτικά σ’ ένα δεματάκι το έβαλε στη τσάντα του, ενώ μια άσχημη διάθεση τον καταλάμβανε. Ο Λάμπρος δεν ήταν απλώς ένας κολλητός παιδικός του φίλος. Τον αισθανόταν και σαν τον καθοδηγητή του, άνθρωπο που ζήλευε, με την καλή έννοια του όρου, τα προσωπικά του προσόντα, την κρίση και την προνοητικότητα του. Κι αυτός του είπε ψέματα και ντράπηκε έως και την τελευταία στιγμή να το ομολογήσει.

Τι να κάνει; Την αγαπάει και της έχει πει για το Λάμπρο. Δεν έπρεπε να το κάνει, αλλά το πράγμα δε γυρίζει πίσω. Ό γέγονεν γέγονεν. Τουλάχιστον να της επιστήσει την προσοχή μην της ξεφύγει καμιά κουβέντα. Για τις προκηρύξεις την έχει-κακώς- ενημερώσει και τώρα η Καίτη περιμένει να της μοιράσουν μαζί. Πού αλήθεια; Στα σκαλιά του Χημείου επί της Σόλωνος και από την πίσω μεριά. Στο κτήριο της Νομικής και στην πίσω αυλή, που είναι το νεκροτομείο και τέλος στην ΑΣΟΕΕ της Πατησίων.

Θα το παίξουν ζευγαράκι, θα είναι αγκαλιασμένοι δήθεν και θα αφήνουν τις προκηρύξεις να πέφτουν ήρεμα στο έδαφος. Η καλύτερη χρονική στιγμή είναι πρωί-πρωί πριν ακόμα αρχίσει να έρχεται κόσμος και γρήγορη διαφυγή στα στενά δρομάκια που υπάρχουν γύρω. Έτσι κι έγινε, μόνο που ο διάολος έτυχε κι έσπασε εδώ το ποδάρι του. Κάποιος μικροχαφιές πήρε χαμπάρι στην ΑΣΟΕΕ τι έγινε κι όταν χώθηκαν στα στενά και για λόγους ασφαλείας χώρισαν ακολούθησε την Καίτη και είδε την πολυκατοικία που μπήκε.

Βιάστηκε να δώσει την αναφορά του στην Ασφάλεια, που ήδη είχε σημάνει συναγερμός, αφού άλλες αναφορές έλεγαν για προκηρύξεις που βρέθηκαν και σε άλλα σημεία. Με βάση τα χαρακτηριστικά της κοπέλας έγινε έφοδος στην πολυκατοικία και δεν άργησαν να φτάσουν στην Καίτη. Χωρίς καθυστέρηση την οδήγησαν στην Ασφάλεια της Μπουμπουλίνας και η ανάκριση άρχισε με ήπιους στην αρχή τρόπους

«Ποιος σου έδωσε τις προκηρύξεις; Πες το αμέσως κακομοίρα μου γιατί αλλιώς ξέρεις. Θα σε δώσω να σε ανεβάσουν στην ταράτσα»

Τρομοκρατημένη κι άμαθη σε τέτοιες καταστάσεις η κοπέλα έχασε πλήρως το θάρρος της.  Όμως δεν μπορούσε να μαρτυρήσει και για ιδεολογικούς αλλά και προσωπικούς λόγους. Έμεινε σιωπηλή, ενώ από μέσα της έτρεμε σαν ξερό φύλλο στον δυνατό άνεμο. Αυτό δεν κράτησε πολλή ώρα. Δυο νταγλαράδες μπήκαν στο γραφείο και χωρίς καμιά προειδοποίηση άρχισαν να την κακοποιούν. Δυνατά σκαμπίλια, τράβηγμα των μαλλιών μέχρι το ξερίζωμά τους και κλωτσιές στα καλάμια με τον πόνο να φτάνει σαν γδούπος στο μυαλό της

Πόση να ήταν άραγε η αντοχή ενός νέου κοριτσιού, χωρίς καθόλου εμπειρία στην ωμή και χωρίς αναστολές βία; Ποιο είναι το «λογικό» όριο αντοχής ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Η άτυχη Καίτη έχασε τα αυγά και τα πασχάλια. Με τα ματωμένα χείλη, με αφόρητους πόνους στο σώμα, με τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια της μίλησε για τον Τάσο και τη σχέση του με κάποιον που δεν τον ξέρει, παρά μόνο τα’ όνομά του, Λάμπρος. Έτσι σύντομα άρχισε η τραγική περιπέτεια.

Ο Τάσος δεν είχε προλάβει να μάθει τη σύλληψη της Καίτης και να πάρει τα μέτρα του. Το βράδυ οι λύκοι έσπασαν την πόρτα του και τον έσυραν, σαν αρνί για σφάξιμο στο επάρατο κτήριο της Μπουμπουλίνας. Και γι αυτόν άρχιζε μια νέα τραγική φάση της ζωής του. Μόλις μπήκε στο κτήριο της Ασφάλειας, μετά τα σκαμπίλια και τις κλωτσιές, σαν ένα είδος προκαταρτικής υποδοχής, η πρώτη ερώτηση που του έγινε έφτασε στα αυτιά του σαν κρότος που πάγωσε το αίμα του

«Πες μας πού κάθεται ο φίλος σου ο Λάμπρος;»

Την αισθάνθηκε σαν μαχαιριά στο στήθος. «Συλλάβανε την Καίτη μου. Εγώ φταίω ο μαλάκας, ως τον πάτο. Πρώτον που την ανακάτεψα σε επικίνδυνους δρόμους και μετά που της ανάφερα το όνομα του Λάμπρου. Φάτα στη μάπα τώρα καημένε και βγάλε το σκασμό»

« Ο Λάμπρος; Ναι τον ξέρω. Είναι φίλος και πατριώτης, αλλά από καιρό έχουμε χωρίσει και δεν ξέρω τίποτα γι αυτόν»

«Και νομίζεις ρε σκατόπαιδο ότι θα σε πιστέψουμε;. Για πες μας; Που βρήκες τις προκηρύξεις;»

«Εδώ σε θέλω τώρα» είπε από μέσα του προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του

«Μου τις έδωσε ένας που με ήξερε από το Πανεπιστήμιο. Ξέρω τη φάτσα του, αλλά δεν ξέρω τα’ όνομά του»

«Άσε τα σάπια Τασούλη και ξέρασε τα όλα γιατί αλλιώς από δω μέσα δε θα βγεις ζωντανός»

Ήξερε καλά που έμπλεξε, αλλά η επιλογή του ήταν οικιοθελής και το φταίξιμο δικό του. Θα πρέπει να αντέξει σε ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει, έπρεπε να ελαφρώσει τη θέση της Καίτης λέγοντας ότι αυτός την παρέσυρε. Για το Λάμπρο τσιμουδιά. Ευτυχώς δεν ξέρει και που κάθεται. Αυτή η σκέψη τον ανακούφισε λίγο.

Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή μαζί με τις αδιάκοπες υλικές περιποιήσεις. Οι ρόλοι αυτών που ήταν γύρω του ήταν από εμπειρία χιλιάδων περιπτώσεων πλήρως μοιρασμένοι

Ο άγριος : «Δώστον μου κύριε προϊστάμενε να τον λιανίσω. Στην ταράτσα και θα τα πει όλα νεράκι. Απέξω κι ανακατωτά. Σας το εγγυώμαι »

Ο καλός : «Μίλησε παιδί μου όσο είναι καιρός. Δε βλέπεις το μάταιο των πράξεών σου; Όλη η Ελλάδα είναι με τον Παπαδόπουλο! Εσύ το χαζό παριστάνεις; Ξύπνα να πας μια ώρα αρχύτερα στο σπίτι και να συνεχίσεις τις σπουδές σου»

Ο προϊστάμενος : «Άντε, η υπομονή μου εξαντλείται»

Ο Τάσος παρέμενε αμίλητος και σιωπηλός. Τα κτήνη γύρω του έλεγαν, απειλούσαν, χειροδικούσαν, αλλά δεν ήξεραν το τελευταίο καταφύγιο του ανθρώπινου οργανισμού. Ο Τάσος δραπέτευσε από το σώμα του, οικιοθελώς κατάργησε την επαφή με το χυδαίο περιβάλλον γύρω του κι άρχισε να ταξιδεύει σε άγνωστα παρθένα λιβάδια, σε απάτητες γωνιές όπου τα πουλιά αμέριμνα και χωρίς φόβο κελαηδούν.  Όπου σε μικρά ρυάκια τρέχει καθάριο νερό και το γλυκό μουρμουρητό του ενώνεται μ’ όλους τους άλλους ήχους του δάσους. Σε έρημες και ήρεμες ακρογιαλιές παρθένες από τη ρύπανση του ανθρώπου, γεμάτες παράξενα και σπάνια κοχύλια και πολύχρωμες στρογγυλεμένες κροκάλες. Ένιωσε ανάλαφρος σαν να πετούσε υπερνικώντας την βαρύτητα. Τι ευτυχία! Τι ομορφιά!

Ξύπνησε μόνο όταν τον έσυραν πάνω στα σκαλιά και κακήν κακώς τον ανέβασαν στον τόπο του μαρτυρίου. Εκεί άρχισε ο εξανδραποδισμός του από έναν εσμό βασανιστών, που αντιμετώπιζαν το γεγονός σαν ένα τυπικό καθήκον, σαν μια βάρδια που ήθελαν να περάσει και να πάνε στα σπίτια τους. Χωρίς λόγια, άγνωστο με τι αισθήματα κομμάτιαζαν έναν άνθρωπο. Άδηλο τι ενοχές και σκέψεις θα τους συνόδευαν όταν θα έφταναν στο σπίτι και αγκάλιαζαν τη γυναίκα  και τα δικά τους τα παιδιά.

Άβυσσος η ψυχή και το μυαλό του ανθρώπου. Όλα τα χωνεύει, όλα τα «συγχωρεί» κι όλα τ’ αντέχει

Ξεγύμνωμα, ώστε ο ευτελισμός να είναι πλήρης. Σκαμπίλια, μπουνιές, κλωτσιές. Χυδαίες βρισιές, σεξουαλικά υπονοούμενα με έμμεση απειλή για βιασμό του από τους άντρακλες που γύρω του χοροπηδούσαν απολαμβάνοντας το γλέντι και τέλος δέσιμο στον πάγκο με τα πόδια γυμνά εκτός και τις πατούσες φάτσα τους. Το πρώτο χτύπημα με το σιδεροσωλήνα ήταν υπεράνω κάθε περιγραφής.  Μια ηλεκτρική εκκένωση που διαπέρασε όλο το κορμί του με έναν πόνο άγνωστο μέχρι τώρα.

Έχουν γίνει περιγραφές πόνων και πόνων. Οι πόνοι της γέννας, όπου όμως αμείβονται στο τέλος με τον ερχομό της νέας ζωής. Αυτόν δεν μπορούσε ποτέ να τον νιώσει για τους πρόδηλους βιολογικούς λόγους. Όμως είχε τις εμπειρίες του πονόδοντου, του πόνου στο αυτί, στη κοιλιά. Καμιά σχέση. Αυτό ήταν το κάτι άλλο. Αν υπάρχει κλίμακα στην ένταση του πόνου, όπως υπάρχει στους σεισμούς ίσως να αντιστοιχεί σε ένα σεισμό εννέα Ρίχτερ. Αφήνει ένα περιθώριο των δέκα  για το πιθανό ακόμα χειρότερο. Ποτέ δεν ξέρεις που μπορεί τα απόλυτα όρια να βρίσκονται.

Ούρλιαξε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του, γιατί δε γινόταν κι αλλιώς. Η ένταση του ήχου ήταν αδύνατον να απορροφηθεί από τους χοντρούς τοίχους. Θα δραπέτευσε στα γύρω κτήρια, θα ξύπνησε ίσως εφησυχασμένες συνειδήσεις που πιστεύουν ότι τα θέματα αυτά δεν τους αφορούν.

 Ευτυχώς φρόντισε η φύση. Μετά από μερικά χτυπήματα η στραπατσαρισμένη πατούσα νεκρώνεται. Από ένα σημείο και μετά έχασε τις αισθήσεις του και δε θυμόταν τίποτε….



29.  Ο Λάμπρος πάνω στα αναμμένα κάρβουνα



Ενώ πήγε στο καθιερωμένο ραντεβού στο οποίο είχαν από πριν συμφωνήσει ο Τάσος δεν εμφανίστηκε καθόλου. Ούτε καμιά  ειδοποίηση στον κοινό γνωστό τους στέκι-καφενείο. Δεν υπάρχει περίπτωση. Κάτι συμβαίνει, αλλά τι; Κανονικά έπρεπε να σκάψει ένα λάκκο και να κρυφτεί μέσα  για καιρό εκεί, μέχρι να ξεκαθαρίσει ακριβώς η κατάσταση.

Αλλά άλλο η θεωρία κι άλλο η πράξη. Δε μπορούσε να ζήσει με την αμφιβολία. Τον έτρωγε η αγωνία και η περιέργεια. Βλέπεις ο Τάσος δεν ήταν ένας απλός σύντροφος με κοινά ενδιαφέροντα. Ο Τάσος ήταν αδελφός του, από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Το ερώτημα μπήκε σαν καρφί στο μυαλό του. Λες να τον τσάκωσαν; Λες αυτή τη στιγμή, που εγώ είμαι ελεύθερος τον δικό μου να τον λιανίζουν οι βασανιστές της Χούντας. Πως θα μπορούσε να το μάθει; Πρώτον στήθηκε κι άκουγε τους σταθμούς του εξωτερικού, χωρίς μέχρι τώρα κανένα αποτέλεσμα. Δεύτερον θα κάνει υπομονή μια βδομάδα μέχρι το επόμενο ραντεβού. Αν και τότε δεν δώσει σημείο ζωής τότε θα πρέπει να δεχθεί το μοιραίο.

 Ας το διάολο πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα; Με την πρώτη επιχείρηση να γινει ζημιά; Ήδη είχε αποσυρθεί από τα οργανωμένα φροντιστήρια γιατί ο κύκλος με τους ελέγχους είχε σφίξει πολύ. Κράτησε κάποια ιδιαίτερα που γίνονταν στα σπίτια των μαθητών. Ευτυχώς είχε προνοήσει να έχει στην άκρια ένα κομπόδεμα. Έτσι είχε να καλύπτει τα έξοδά του στη μετρημένη άλλωστε ζωή που είχε συνηθίσει να διάγει

Όταν και στο δεύτερο ραντεβού ο Τάσος δε φάνηκε πείστηκε ότι πλέον βρίσκεται στα χέρια της Ασφάλειας. Τον έπιασε μια λύσσα. Όχι, δεν θα το άφηνε έτσι. Θα τους έδειχνε τους κερατάδες ότι ο αγώνας συνεχίζεται. Είχε μοιράσει μερικές προκηρύξεις, αλλά υπήρχαν αρκετές κρυμμένες στο σπίτι του. Τις έβαλε όλες μέσα στις τσέπες του κι άρχισε μια ριψοκίνδυνη πορεία.

Πρώτα μπήκε από στον Ηλεκτρικό στο Μοναστηράκι και όταν έφτασε στην Ομόνοια λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες εξόδου  πέταξε ένα μάτσο για αυτούς που παρέμειναν για πιο πέρα και γι αυτούς που μπήκανε όταν άνοιξαν οι πόρτες εισόδου από την άλλη μεριά. Ο ίδιος με γρήγορα βήματα ανέβηκε στην πλατεία κι ανακατεύτηκε με το πλήθος που κυκλοφορούσε στους κεντρικούς δρόμους

Ανέβηκε αποφασιστικά τη οδό Σταδίου και μπήκε στο κινηματόγραφο Αττικόν  και μέσα στο σκοτάδι που βρέθηκε πέταξε προς τις θέσεις ένα δεύτερο μάτσο και σαν κύριος βγήκε έξω πριν συνειδητοποιηθεί από κανέναν τι έγινε. Το ίδιο έκανε γύρω από το Ζάππειο και με ένα ταξί έφτασε κοντά στο σπίτι. Τότε πήρε την πρώτη ανάσα και είδε ότι τελικώς το ευχαριστήθηκε.

Εμμέσως το έμαθε κι ο Τάσος, όταν ζωντάνεψε η ανάκριση και με επιμονή ζητούσαν στοιχεία για το Λάμπρο. Κατάλαβε ότι ο αδελφός του μοίρασε τις άλλες προκηρύξεις και η μυστική χαρά που ένιωσε την έκρυψε επιμελώς από μέσα του. Ήταν μεγάλη τύχη να μην ξέρει το σπίτι του Λάμπρο. Όμως ήταν τύχη ή πρόνοια του φίλου του. Μάλλον το δεύτερο. Η δικιά τους περίπτωση έβαινε προς κλείσιμο. Υπέγραψε την κατάθεση του στην οποία ανελάμβανε την ευθύνη για το μοίρασμα των προκηρύξεων κι ότι η Καίτη δεν είχε ιδέα για τις προκηρύξεις. Γνωρίζει το Λάμπρο, αλλά έχει καιρό να τον δει. Ίσως σε λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας να μεταχθεί στις φυλακές Αβέρωφ. Η καθυστέρηση έναν μόνο λόγο είχε, Να γιατρευτούν οι πληγές του από την «περιποίηση» που του έγινε κυρίως στην ταράτσα.



Ε. Κεφάλαιο πέμπτο



30.  Τι έγινε η Ράνια;



Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την αναχώρηση του Λάμπρο από κοντά της μέχρι σήμερα η ζωή της Ράνιας πέρασε από σαράντα κύματα. Η κύρια έγνοια της ήταν το μεγάλωμα της κόρης της. Εκεί έδωσε και την ψυχή της. Υπήρξαν δυσκολίες πολλές και λόγια πικρά από ανθρώπους προσηλωμένους στα τυπικά πράγματα και όχι στην ουσία. Δώσε υλικό για κουτσομπολιό σε μέτριους ανθρώπους και είναι σε θέση να κατασπαράξουν σαν άγρια θηρία το διπλανό τους.

 «Πως γίνεται μια χήρα να μην σεβαστεί τη μνήμη του άντρα της και να πάει με τον πρώτο τυχόντα για να κάνει ένα μπάσταρδο. Δεν σεβάστηκε τίποτε. Τελικά τι τα θες; Μια ξεφτιλισμένη είναι, που στις εννιά του μακαρίτη άλλον έμπασε στο σπίτι…»

Αυτά τα λόγια ήταν από ανθρώπους κακότροπους και ζηλιάρηδες. Και τέτοιοι υπάρχουν παντού εν αφθονία. Στις κουτσομπόλες της γειτονιάς που τις έτρωγε η περιέργεια να μάθουν όλες τις λεπτομέρειες έφτασε στα αυτιά τους η ιστορία που εντέχνως και με τη βοήθεια της Ντίνας είχε κυκλοφορήσει η Ράνια. Μια ερωτική σχέση με έναν χωρισμένο άντρα που όταν έμαθε για το παιδί φοβισμένος λάκισε, γιατί δεν ήθελε να αναλάβει νέες υποχρεώσεις. Όμως η Ράνια θεωρούσε μεγάλη αμαρτία να σκοτώσει μια ζωή που άρχισε να μεγαλώνει μέσα της και αποφάσισε να μεγαλώσει μόνη το παιδί της.

Οι περισσότεροι το εκτίμησαν. Άλλωστε η μετρημένη ζωή της Ράνιας δεν είχε δώσει άλλες αφορμές για σχόλια. Με την πάροδο του χρόνου και με την αφοσίωση της στην κόρη της κέρδισε το σεβασμό των περισσοτέρων και την ανοχή των κακεντρεχών. Εκείνο που διακαώς επιθυμούσε το είχε τελικώς πετύχει. Να κρατήσει έξω από το κάδρο των επικρίσεων και των κουτσομπολιών τον αγαπημένο της. Τον Λάμπρο, τον πραγματικό πατέρα της κόρης της. Αυτή την πληροφορία τη φύλαγε σαν άγιο μυστικό μέσα στην καρδιά της και ο Λάμπρος ήταν ο άνθρωπος που ήταν συνεχώς παρών στη σκέψη της.

Μπερδεμένα αισθήματα. Άλλοτε αισθανόταν ότι έχει δυο παιδιά. Ένα μεγάλο κι αξιολάτρευτο αγόρι, μαζί με το δεύτερο «καρπό της κοιλίας της» την αγαπημένη της Μαρία, σαρξ εκ της σαρκός της. Άλλοτε ένα μόνο παιδί την κόρη της και τον πολύτιμο εραστή της, που απρόσκλητος την επισκέπτεται μέσα στη βαθειά νύχτα, αλλά διακριτικά μη γίνει αντιληπτός από τρίτους και μιλάει μαζί της με ζεστασιά και τρυφερότητα και καμιά φορά της χαρίζει λίγη ακόμα ευτυχία που μόνο μαζί του γνώρισε.

Έδωσε μάχες η Ράνια. Η ζωή την ωρίμασε και την όπλισε με την απαιτούμενη δύναμη. Και βγήκε νικήτρια με το κεφάλι ψηλά και την αξιοπρέπεια στο αρμόζον ύψος της. Στην αρχή είχε σύμμαχο και συμπαραστάτη τη γλυκιά Ντίνα, που ήταν και η νονά της κόρης της, αλλά η Ντίνα ήταν ένα διαβατάρικο πουλί. Χωρίς καθόλου καθυστέρηση πήρε το πτυχίο της και γύρισε στην πατρίδα της. Ποτέ δεν έκοψε τη συχνή επαφή μαζί της, αγαπά την αναδεξιμιά της και ποτέ δεν ξεχνά να τηλεφωνήσει ή να στείλει δώρα και πεσκέσια σε κάθε γιορτή και επέτειο. Ας είναι καλά το γλυκό κορίτσι. Σε κρίσιμη φάση της στάθηκε σαν αδελφή κι αυτό ποτέ δεν θα το ξεχάσει.

Από το δωμάτιο πέρασαν κι άλλοι ενοικιαστές μα όταν η μικρή της μεγάλωσε σκέφτηκε να το ετοιμάσει για την κόρη της. Αυτή η κίνηση είχε και το συμβολισμό της. Περισσότερο όμως ήταν ότι ανοίχτηκε σε δουλειές και κάπου έπρεπε κι αυτές να χωρέσουν. Η πελατεία της στη μοδιστρική αυξήθηκε όπως αυξήθηκε κι εμπειρία της πάνω στην τέχνη. Τελευταία εργαζόταν φασόν σε μια εμπορική επιχείρηση ράβοντας στολές εργασίας και είχε ένα αξιόλογο και σταθερό εισόδημα από κει. Όχι, δεν ξαναέβαλε ενοικιαστή και ησύχασε από αυτή την έγνοια.

Είχε σταθερό κι αδιαπραγμάτευτο στόχο. Την καλύτερη ανατροφή της μονάκριβης κόρης της. Δεν ξανοιγόταν πολύ σε σχέσεις πέρα των γειτόνων που παραδοσιακά είχε πάρε δώσε μαζί της. Όπως δεν ήθελε συναισθηματική ή απλώς ερωτική σχέση. Της αρκούσαν οι μνήμες!



31. Ο Λάμπρος αποσύρεται απ’ τη κυκλοφορία



Η αγωνία του Λάμπρο για την τύχη του Τάσου παρέμενε όλο το διάστημα αμείωτη. Πίεσε το μυαλό του να βρει διαδρόμους πληροφόρησης, μα όλες οι πόρτες ήταν κλειστές ή επικίνδυνες να χτυπηθούν από τον ίδιο. Οι σταθμοί δεν ανάφεραν τίποτα. Στο στέκι καμιά είδηση. Να πάει στο σπίτι του θα ήταν αυτοκτονική κίνηση. Οι λύκοι θα την είχαν στημένη περιμένοντας το επόμενο θήραμά τους. Όχι, δεν θα πιαστεί έτσι σαν κορόιδο στη φάκα.

Κάθισε να σκεφτεί. Δεν μπορεί να στηρίζεται στη πίστη στον αγώνα και αγάπη στο πρόσωπό του από τον Τάσο. Οι ανθρώπινες αντοχές έχουν τα όριά τους. Αυτό ισχύει και για τον ίδιο και να μην κάνει το παλικάρι έξω από το χορό. Όμως για στάσου. Ο Τάσος δε γνωρίζει που κάθεται. Και να μην αντέξει δεν ξέρει, ούτε υποπτεύεται την περιοχή που τώρα κατοικεί. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης, η πρόληψη του είχαν κρατήσει μακριά τον Τάσο από αυτή τη γνώση. Και όχι μόνο τον Τάσο. Και τα κορίτσια που αυτό το διάστημα είχε παρτίδες τα κράτησε εκτός. Είτε ύπαιθρος είτε στο δικό τους σπίτι.

 Είναι λοιπόν καλυμμένος και δε χρειάζεται να αλλάξει στέκι. Αργότερα ίσως. Ποτέ στις συνθήκες που τώρα ζούμε δεν είσαι για πάντα σίγουρος. Τη σύλληψη του Τάσου την πληροφορήθηκε αργότερα και με έμμεσο τρόπο από φίλο του στο Βόλο που τον πήρε από κοινόχρηστο θάλαμο τηλέφωνο. Η οικογένειά του ειδοποιήθηκε από την Αστυνομία ότι είναι προφυλακισμένος στις φυλακές Αβέρωφ. Πώς και γιατί έπεσε τόσο σύντομα στα χέρια τους ακόμα κουβέντα.

Αργότερα έμαθε μέσω συγγενούς και δικηγόρου το άτυχο συμβάν με την Καίτη κι ότι το όνομά του περιλαμβάνεται στη δικογραφία που είχε διαβιβαστεί στο στρατοδικείο. Άρα ο δρόμος της επιστροφής είχε οριστικά κλείσει. Μια μόνο πιθανότητα απέμενε. Η ελπίδα για την κατάρρευση του παράνομου καθεστώτος.

Το ερώτημα αδυσώπητο μπήκε μόνο του. Και τώρα ποια θα είναι η συνέχεια. Θα χωθεί σε μια ασφαλή τρύπα και θα αναμένει εξελίξεις στις οποίες δεν συμμετείχε καθόλου. Και το δημοκρατικό του καθήκον να παλέψει για την πτώση του τυραννικού καθεστώτος; Μια προκήρυξη όλη κι όλη; Σιγά τη συμμετοχή! Το είδε καθαρά. Πρέπει να συνεχίσει. Κι αν η ατυχία που τους χτύπησε θα συνεχιστεί τι να κάνουμε. Έτσι ήταν γραφτό. Δεν τον φόβιζε η φυλακή ή η εξορία. Την ενδιάμεση φάση φοβόταν. Τον ανατρίχιαζε η σκέψη των ομαδικών βασανιστηρίων εκεί μέσα στα μπουντρούμια της Ασφάλειας.

Όμως όλα έχουν το τίμημά τους. Για να είναι συνεπής με τον εαυτό του πρέπει να συνεχίσει. Το οφείλει και στον αδελφό του Τάσο, που την πέρασε αυτή τη φάση. Τι μπορεί όμως να κάνει; Ποιες είναι οι πρόσφορες και συμβατές ενέργειες που θα δείξουν ότι ο αγώνας συνεχίζεται; Να χρησιμοποιήσει δραστικά υλικά, όπως όπλα και βόμβες δεν του πάει. Πρώτον δεν θα μπορούσε να τα προμηθευτεί και ύστερα δεν ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία του. Το πιθανό ενδεχόμενο να αφαιρέσει ζωή του ήταν αποκρουστικό και σαν απίθανο ενδεχόμενο.

Ήταν αποκομμένος από παντού. Βεβαίως ήταν επιλογή του, αλλά τώρα χρειαζόταν μια αναθέρμανση των παλαιών του σχέσεων με την οργάνωση. Σε ό,τι δρώντα υπόλοιπα έχουν απομείνει. Πώς όμως θα βρει μια άκρη από εκεί, όταν τόσο καιρό ο ίδιος είχε κόψει τα νήματα. Η μόνη χρήσιμη επαφή που του είχε απομείνει ήταν ο Μήτσος και το τυπογραφείο του.

Πιο σοβαρό ήταν το άλλο. Προσέγγιζε το πέρας της αναβολής του κι έπρεπε να πάρει σοβαρές αποφάσεις. Οικιοθελώς να παρουσιαστεί και να καταταχτεί στο στρατό δεν υπήρχε περίπτωση. Με τη δικογραφία που ήδη υπήρχε σε βάρος του σίγουρα θα κατέληγε στη φυλακή με άδηλα τα ενδιάμεσα βήματα που σίγουρα θα υπήρχαν και θα ήταν οπωσδήποτε οδυνηρά. Άρα θα κηρυσσόταν ανυπότακτος με όλες τις συνεπαγόμενες συνέπειες.

Ένα δεύτερο ενδεχόμενο είναι να διαφύγει στο εξωτερικό. Ναι, αλλά πώς;



32. Ο κλοιός σφίγγει



Η αλήθεια είναι ότι σαν σκουλήκι τον έτρωγε η μοναξιά κι ανημπόρια να κάνει κάτι το ουσιαστικό. Δεν έβλεπε την αγανάκτηση που ανέμενε με βάση τις αρχικές παραδοχές στην Χούντα, αλλά από την άλλη ρεαλιστής και προσγειωμένος, όπως από χαρακτήρα ήταν, έκανε τις παραδοχές. Αλήθεια τι περίμενες να γίνει νεαρέ; Να σταματήσει η ζωή; Να σταματήσουν οι άνθρωποι να ζουν; Δε γίνεται καημένε!

Η ζωή θα συνεχίζεται. Νόμος! Κάθε πρωί οι άνθρωποι θα πηγαίνουν στις δουλειές τους, τα μαγαζιά θα σηκώνουν τα ρολά τους, οι φούρνοι θα ψήνουν το ψωμί. Τα σχολεία θα υποδέχονται τους μαθητές, τα γραφεία θα γεμίζουν με τους υπαλλήλους. Τα βραδάκια οι ταβέρνες και τα τσιπουράδικα θα χωνεύουν τους πικραμένους και κουρασμένους πελάτες τους, οι σκοτεινές γωνιές θα δέχονται τα παράνομα ζευγαράκια, οι αγάπες θα ανάβουν και θα σβήνουν, ενώ στις νόμιμες κρεβατοκάμαρες θα παίζεται το αιώνιο παιχνίδι της Ζωής.

«Τι νόμιζες κακομοίρη μου; Μήπως περίμενες όλοι να παρατήσουν τα πάντα, να συμπαραταχθούν δίπλα σου για να είσαι εσύ ικανοποιημένος; Δε γίνονται έτσι τα πράγματα στη ζωή, νεαρέ!! Κάποιοι πιο ευαίσθητοι με λιγότερες υποχρεώσεις και με περίσσεια τόλμη χτυπάνε τη γροθιά τους στο μαχαίρι και τις περισσότερες φορές απλώς αναλαμβάνουν το ρόλο του θύματος. Κάθε βήμα αλλαγής στην ανθρώπινη ιστορία – να το ξέρεις -θέλει την Ιφιγένειά του. Εσύ τα περίμενες διαφορετικά»

Μέσα του άρχισε να τον κυριεύει μια αυτοκτονική διάθεση. Ας μην μπλέξει άλλους στο άλμα που ετοιμάζει στο κενό. Όμως, αυτός θα το κάνει μόνος του. Δεν μπορεί ούτε μια μέρα να ανεχθεί την παράνομη εξουσία. Δε θα τους κάνει τη χάρη μιας αθόρυβης και αδικαίωτης αυτοκτονίας, Όχι! Θέλει κάτι που να κάνει θόρυβο. Μέσα στη βιασμένη σιωπή μια φωνή-έστω μοναχική- να παίξει κάποιο, ας είναι και μικρός, ρόλο αφύπνισης συνειδήσεων.

Πού, πότε και πώς; Ερωτήματα που τριβέλιζαν το μυαλό του. Τακτοποίησε τις προσωπικές εκκρεμότητες κι έγραψε ένα καθησυχαστικό γράμμα στους δικούς του  που θα το ταχυδρομούσε την τελευταία στιγμή. Μέσα του υπήρχε μια πτώση, μια οσμή γενικότερης πίκρας κι απογοήτευσης. Για τις ενδεχόμενες προσωπικές συνέπειες υιοθέτησε τη στάση

«Ό,τι είναι να γίνει ας γίνει!»

Αγόρασε ένα κομμάτι λευκό πανί κι ένα κουτί λαδομπογιάς κι ένα πινέλο. Σε ένα μήκος πανιού μικρότερου από το άνοιγμα των χεριών του έγραψε με χοντρά και καθαρά γράμματα το σύνθημα

   «ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ»

  «ΖΗΤΩ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

Τα άκρα τα έραψε πάνω σε δυο σκουπόξυλα που βρήκε και τα τύλιξε σε ένα μεγάλο χαρτί ώστε να μην φαίνεται το περιεχόμενό του. Οι προετοιμασίες τελείωσαν. Πλησίαζε η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Χώθηκε μαζί με τον κόσμο απέναντι από τους επισήμους και κάποια στιγμή, όντας έτοιμος απ’ την αρχή, πετάχτηκε μέσα στο δρόμο όπου γινόταν παρέλαση οχημάτων, άνοιξε το πανό κι άρχισε να τρέχει φωνάζοντας και τα συνθήματα που ήταν γραμμένα πάνω του. Υπήρξε ένας αιφνιδιασμός μερικών δευτερολέπτων μέχρι να καταλάβουν τι συμβαίνει κι αμέσως δεκάδες άντρες της Ασφάλειας άρχισαν να τον κυνηγούν και σε λίγο τον ακινητοποίησαν. ρίχνοντάς τον στο έδαφος. Αφέθηκε χωρίς αντίσταση στα χέρια τους. Αυτό που ήθελε είχε συμβεί. Τώρα ήταν ψυχολογικά έτοιμος να υποστεί τα επακόλουθα της πράξης του…

 Το γεγονός είχε συμβεί μπροστά στα μάτια εκατοντάδων ανθρώπων και η δημοσιότητα του ήταν αδύνατο να ελεγχθεί. Πράγματι, χωρίς ο Λάμπρος να μπορεί να το επαληθευσει, η είδηση μεταδόθηκε σε λίγες ώρες από ξένα πρακτορεία κι έκανε το γύρο του κόσμου. Μόνο εμμέσως το κατάλαβε, από τη λύσσα των ασφαλιτών, όταν τον οδήγησαν στο κτήριο της Μπουμπουλίνας. Μέσα στους αφόρητους πόνους με ένα εσωτερικό χαμόγελο έπαιρνε την εκδίκησή του και ένιωθε την απελευθέρωση από το αδιέξοδο που συνεχώς τον έπνιγε. Επιτέλους έσπασε το τσόφλι της ακινησίας. Τους αναστάτωσε κι αυτό ήθελε.

Η μορφή της διαμαρτυρίας του Λάμπρο έδειχνε με σαφήνεια ατομική πρωτοβουλία και δεν είχε την συνήθη πίεση να ομολογήσει πληροφορίες για συνεργούς και οργάνωση. Όταν του ζήτησαν διεύθυνση κατοικίας την έδωσε αμέσως, αφού είχε φροντίσει να καταστρέψει έστω και την τελευταία έμμεση ένδειξη για σχέσεις του με τρίτους. Το γράμμα στους δικούς του είχε ταχυδρομηθεί την προηγούμενη μέρα. Αναβίωσε η δικογραφία που είχε συναχθεί με τον Τάσο και την Καίτη και σε σχετικά σύντομο διάστημα μετήχθει στις φυλακές, όπου συναντήθηκε με τον Τάσο.

Αγκαλιάστηκαν απελπισμένα και αντάλλαξαν όλες τις πληροφορίες. Η μεγάλη  χαρά του Λάμπρου ήταν όταν κατάλαβε ότι οι συγκρατούμενου του ήταν ενήμεροι του τρόπου σύλληψής του.



33. Η δημοσιότητα κινητοποίησε κόσμο



Τώρα ο Λάμπρος έμαθε την ατυχή σύλληψη της Καίτης και όλα όσα έγιναν στη συνέχεια

«Ήταν ατυχία. Με τιμώρησε η κωλοτύχη Λάμπρο. Ευτυχώς που δεν ήξερα που κάθεσαι. Δεν είσαι ποτέ σίγουρος μέχρι πότε μπορείς ν’ αντέξεις. Για σένα δεν έχουν κανένα στοιχείο. Εγώ δεν τους είπα ότι εσύ μου έδωσες τις προκηρύξεις. Το όνομά σου αναφέρεται μόνο από την Καίτη και σ’ αυτό υπεύθυνος είμαι εγώ που σε ανέφερα κάποια στιγμή ότι είσαι ο καλύτερος μου φίλος»

«Τι σημασία έχουν όλα αυτά Τάσο τώρα. Για μένα η κατηγορία είναι μόνο η πράξη μου στο Σύνταγμα….»

Ο Τάσος τον ενημέρωσε για την εσωτερική κατάσταση στη φυλακή

«Υπάρχουν δυο κύριες ομάδες συμβίωσης. Μετά τη διάσπαση στο κόμμα αυτή πέρασε σ’ όλες τις δραστηριότητες της Αριστεράς. Είναι οι Ανανεωτικοί και οι «ένα είναι το κόμμα». Δε μας δόθηκε ευκαιρία να μιλήσουμε, αλλά εγώ έχω πια ενταχθεί στην πρώτη και έχω υπογράψει κείμενα και απόψεις της. Σε ενημερώνω για να μην πέσεις απ’ τα σύννεφα..»

Ο Λάμπρος τον διέκοψε

«Ξέρεις ότι σε θεωρώ ως αδελφό μου και δε θα κριτικάρω καμιά επιλογή σου. Εγώ προς το παρόν θέλω να μείνω έξω από αυτά. Όχι ότι ταλαντεύομαι ανάμεσα στις δυο τάσεις. Δε θέλω με κανέναν. Όμως κράτα με ενήμερο με τις εξελίξεις. Μαζί τους θα ζω και δε είναι στις προθέσεις μου να τα βάλω με κανέναν. Αρκετά είναι τα προσωπικά μου προβλήματα..»

«Εντάξει Λάμπρο. Προς το παρόν έχω οργανωτικές ευθύνες στην ομάδα συμβίωσης και δεν είναι στον χαρακτήρα μου να τα παρατήσω στη μέση. Όταν τελειώσει η θητεία μου δεν θα δεχθώ υπευθυνότητα καινούρια, Ξέρεις πόσο νιώθω δεμένος μαζί σου»

Σε μερικές μέρες στο επισκεπτήριο ήρθε ο πατέρας του από το Βόλο. Ήξερε καλά τον γιο του και δεν του έκανε καμιά παρατήρηση ή κρίση

«Έχεις πολλά φιλιά από τη μάνα σου και τον αδελφό σου. Ευτυχώς απολύθηκε και είναι στο σπίτι..»

«Να του πεις να κάτσει στ’ αυγά του. Φτάνει ένας στη φυλακή απ’ την οικογένεια»

«Πρέπει να βρούμε δικηγόρο να σε υπερασπιστεί στη δίκη»

«Άστο αυτό θα το κανονίσω εγώ. Εσύ κάνε μου μια εξυπηρέτηση. Πήγαινε στο καφενείο και πες ότι είσαι ο πατέρας μου. Έχω αφήσει εκεί κάποια λεφτά που έβγαλα με τη δουλειά μου. Έχω συνεννοηθεί να σου τα δώσει»

Του έδωσε την διεύθυνση.

«Πες τη μάνα να μην στεναχωριέται. Δε θα κρατήσουν πολύ ακόμα..»

 «Με τέτοιο μυαλό να κοιμάσαι..»

«Εσύ έτσι πες της..»

Μπήκε στη ρουτίνα της ζωής στη φυλακή. Μετρημένοι στα δάχτυλα οι προσωπικοί γνωστοί του από  την παλαιότερη οργανωμένη συμμετοχή του στην Αριστερά. Πολλοί όμως επώνυμοι, μεγάλα στελέχη που τους είχε ακούσει ή είχε διαβάσει για τη δράση τους μέσα στην Αριστερά, αλλά και τη συμμετοχή τους στην Εθνική Αντίσταση. Απέναντι τους ήταν πολύ προσεκτικός, γιατί του έβγαινε αυθορμήτως ένας σεβασμός, στηριγμένος στο θολό πέπλο της φήμης τους.

Δεν έλαβε για μέρες μέρος σε καμιά από τις συνηθισμένες συνεδριάσεις ενημέρωσης και συζήτησης, που γίνονταν συχνά γύρω του, αλλά για την επικαιρότητα και τα νέα από την έξω κοινωνία είχε τον Τάσο που τον κρατούσε ενήμερο. Χάρηκε όταν είδε πως μέσα στη φυλακή υπήρχε πληθώρα βιβλίων κάθε είδους και εκμεταλλεύτηκε αυτή την ευκαιρία αρχίζοντας ένα συστηματικό διάβασμα κυρίως ιστορικών, φιλοσοφικών βιβλίων. Μυθιστορήματα, διηγήματα και ποίηση. Όρεξη να είχες. Όλα μπορούσαν να βρεθούν.

Έκανε καινούριες γνωριμίες. Εκτίμησε κάποιους, έχασε κάθε ιδέα για άλλους. Τελικώς και η φυλακή είναι μια μικρή κοινωνία μέσα στην οποία υπάρχουν όλη η βεντάλια των γνωστών ανθρώπινων  χαρακτήρων. Και μάλιστα λόγω της στενής καθημερινής συμβίωσης- θέλεις δε θέλεις – ξεδιπλώνονται όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα σου. Και τα καλά και τα κακά.

Κράτησε με συνέπεια την αρχική του απόφαση. Δεν ανοίχτηκε σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, δεν έλαβε μέρος σε πολιτικές συνάξεις, δεν υπέγραψε κείμενα που του προτάθηκαν, αλλά και δεν ξεκαθάρισε τις δικές του απόψεις. Ο μοναδικός του συνομιλητής ήταν ο φίλος του Τάσος, φροντίζοντας να μην τον επηρεάσει από τη δική του στάση.



34. Η έκπληξη



Η μεγάλη έκπληξη ήταν μια μέρα που είχε η φυλακή επισκεπτήριο. Ενώ κανένας δικός του δεν ήταν, απ’ ότι γνώριζε, στην Αθήνα, ειδοποιήθηκε από τον Αρχιφύλακα ότι έχει επισκεπτήριο. Γεμάτος περιέργεια πήγε στην αίθουσα επισκεπτηρίου και η εικόνα που αντίκρισε του ήρθε σαν κεραυνός. Ένα πρόσωπο που είχε να δει χρόνια, ίδιο κι απαράλλακτο , ήταν στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. Η γλυκιά Ράνια ήταν απέναντι του μ’ ένα αμήχανο γλυκό χαμόγελο

« Εγώ είμαι Λάμπρο. Προσπάθησα δυο ακόμα φορές να σε δω, αλλά δε μ’ αφήναν. Πρέπει λέει να είμαι συγγενής. Πήγα στο Υπουργείο και πήρα άδεια. Είχα τόση επιθυμία να σε δω»

Ο Λάμπρος την κοίταζε με τρυφερότητα. Τα λίγα χρόνια που είχαν περάσει από τη μέρα του χωρισμού τους πολύ λίγο την είχαν αλλάξει. Η ανησυχία που έβλεπε στα μάτια της θα ήταν εξαιτίας του χώρου και των συνθηκών. Όμως δε μπορούσε να αρνηθεί το ενδιαφέρον και την προσπάθεια που έκανε να πετύχει αυτή τη συνάντηση. Άσε τον συνεπαγόμενο κίνδυνο που αντικειμενικά έχει αυτό.

Με χαμόγελο της είπε

«Χάρηκα πολύ που σε είδα πάλι Ράνια και σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Όμως δεν ήταν ανάγκη να μπεις σε τόσο κόπο. Θυμάμαι με όμορφες αναμνήσεις το διάστημα που ζήσαμε μαζί. Αν σε πλήγωσα τελικά, σου ζητάω συγνώμη»

«Όχι! Όχι μη ζητάς τίποτα»

«Πες μου τα νέα σου;»

Η Ράνια δαγκώθηκε μην της ξεφύγει κάτι για την κόρη τους. Ούτε ο τόπος, ούτε ο χρόνος ήταν για τέτοιες εξομολογήσεις

«Μια χαρά είμαι. Το δωμάτιο σου το έκανα εργαστήρι γιατί ασκώ το επάγγελμα που είχα μάθει μικρή. Είμαι μοδίστρα κι οι δουλειές μου πάνε μια χαρά. Μην ανησυχείς καθόλου. Α! Σου έφερα κάποια πράγματα, αλλά μου τα κράτησαν, λένε, να τα ελέγξουν. Να τα ζητήσεις αργότερα»

«Δεν ήταν ανάγκη, αλλά σ’ ευχαριστώ»

Πόσο πολύ ήθελε να μπορούσε να του δώσει ένα φιλί! Αλλά το τραπέζι ήταν φαρδύ και δεν έφτανε και μετά μάλλον δεν θα επιτρεπόταν Τέντωσε μόνο το χέρι της μήπως φτάσει το δικό του, αλλά ακούστηκε η φωνή του φύλακα

«Παρακαλώ! Δεν επιτρέπεται»

«Και τώρα τι θα γίνει Λάμπρο;»

«Άγνωστο. Κάποια στιγμή θα μας περάσουν από στρατοδικείο. Ελπίζω η περιπέτεια να περάσει κάποτε»

Την ειδοποίησαν ότι το επισκεπτήριο τελειώνει και τον κοίταξε με ένταση να αποτυπώσει βαθειά στο μυαλό της τη μορφή του, τέτοια ένταση που ο Λάμπρος αισθάνθηκε μια μικρή αμηχανία και του έστειλε  ένα μακρινό φιλί. Αυτό ήταν!

Καθώς γύρισε στο κελί του κρατώντας την τσάντα με τα καλούδια της Ράνιας σκεφτόταν το πόσο καλή καρδιά είχε αυτή η γυναίκα και πόσο καλά του είχε φερθεί. Μέσα στα τρόφιμα ένα χαρτάκι με απλά γράμματα από ένα τρεμάμενο μάλλον χέρι έλεγε

«ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΟΛΑ ΛΑΜΠΡΟ ΜΟΥ»

Συγκινήθηκε!



35.  Η  δίκη στο στρατοδικείο



Ενημερώθηκαν ότι σ’ ένα μήνα θα γίνει η δίκη τους στο έκτακτο στρατοδικείο της Αθήνας Οι κατηγορούμενοι ήταν τρεις. Ο Λάμπρος, ο Τάσος και η Καίτη. Σύσταση παράνομης οργάνωσης (ν. 509). Οι δυο φίλοι κάθισαν να το συζητήσουν. Ο Λάμπρος ζήτησε από τον Τάσο να έχει κι αυτός τον ίδιο δικηγόρο που του όρισε η οικογένεια του. Και πρόβλημα δεν υπήρξε. Στην πρόταση του Λάμπρου να αναλάβει όλη την ευθύνη και να μετριάσει τη συμμετοχή του Τάσου συνάντησε την κάθετη άρνηση του

«Όχι Λάμπρο! Σε καμιά περίπτωση. Ό, τι έκανα το έκανα με πλήρη συνείδηση και δεν μετανιώνω. Θα αναλάβω το βάρος της ευθύνης που μου αναλογεί. Άλλη είναι η έγνοια μου. Πώς θα ξεμπλέξει η Καίτη μου!»

«Να μας συμβουλέψουν οι δικηγόροι, αφού το συζητήσουν μεταξύ τους. Εγώ άλλωστε ούτε την ξέρω. Και η δική μου θέση είναι στο ίδιο μήκος κύματος. Ό,τι έκανα ήταν η υποχρέωσή μου σαν Έλληνας πολίτης. Κατηγορούμενοι πρέπει να είναι αυτοί που κατέλυσαν τους θεσμούς. Λίγα λόγια και καλά. Σύμφωνοι;»

Στο στρατοδικείο το κοινό στη πλειοψηφία του ήταν όργανα της Αστυνομίας. Λίγοι συγγενείς και οι δικηγόροι συμπλήρωναν την εικόνα. Συνοπτικές διαδικασίες μέσα σε ένα πρωινό έπεσαν οι αναμενόμενες καμπάνες. Ο Λάμπρος δέκα χρόνια, ο Τάσος οκτώ, αλλά ευτυχώς το κορίτσι κρίθηκε αθώο και το ζευγάρι το «πανηγύρισε» μ’ ένα θερμό φιλί πριν τα όργανα της τάξης προλάβουν να το αποτρέψουν.

Οι δυο φίλοι, σιδηροδέσμιοι, επέστρεψαν ησυχασμένοι πια και απ’ αυτήν την εκκρεμότητα στις φυλακές Κορυδαλλού. Την άλλη μέρα σ’ ένα μονόστηλο μιας ενδιάμεσης σελίδας της εφημερίδας αναγράφτηκε η είδηση. Έτσι έκλεισε ένας κύκλος.  Σε λίγες μέρες του ήρθε μια τσάντα με διάφορα τρόφιμα και σε μια συσκευασία ήταν με μαρκαδόρο η λέξη «ΥΠΟΜΟΝΗ» Άρα το έμαθε η Ράνια.

Ενώ σε κομματικές συνάξεις δε λάμβανε μέρος τώρα ήθελε συμμετοχή στις άλλες δραστηριότητες της ομάδας συμβίωσης. Κυρίως στα αθλητικά και πολιτιστικά δρώμενα. Όμως σε συνεννόηση με τον Τάσο, του έδιναν και το τακτικό χειρόγραφο δελτίο ειδήσεων. Ήταν γραμμένο σε λευκό λεπτό χαρτί με το χέρι και πηγή ήταν και το τρανζιστοράκι που είχε μπει παράνομα στη φυλακή. Στο περιοδικό που έβγαινε από την ανανεωτική πτέρυγα της Αριστεράς έδωσε ένα ποίημα κι ένα επιστημονικό άρθρο που δημοσιεύθηκαν. Αλλά μέχρι εκεί. Ήθελε με κάθε τρόπο να διατηρήσει την προσωπική του ανεξαρτησία, αν και σαφώς και στις συζητήσεις με τον Τάσο είχε δείξει την προτίμησή του στην ανανεωτική πτέρυγα.

Στη φυλακή υπήρχε μεγάλη κινητικότητα. Συνεχώς νέες αφίξεις, λίγες αποφυλακίσεις και ξαφνικές μεταγωγές κυρίως πειθαρχικού χαρακτήρα. Μια μεγάλη ομαδική μεταγωγή ήταν στις φυλακές της Αίγινας. αλλά ευτυχώς, ούτε αυτός ούτε ο Τάσος συμπεριλαμβάνονταν μέσα. Με τους δικούς του είχε συμφωνήσει να μην αναστατώνονται κάθε τόσο και να έρχονται στην Αθήνα. Τα λεφτά τα πήρε ο πατέρας του Λάμπρου και ένα μέρος το κατάθεσε στο λογαριασμό του στη φυλακή. Τα έξοδά του ήταν μηδαμινά, αφού δεν κάπνιζε και δεν αγόραζε μπιχλιμπίδια που μπορούσε να προμηθεύεται. Μόνο συνεταιρικά έπαιρναν με τον Τάσο μια εφημερίδα.

Τώρα ξέροντας ότι το διάστημα που θα μείνει στη φυλακή θα είναι μακρύ έβαλε στόχους αντίστοιχους. Γυμναστική, διάβασμα, συζητήσεις με νέους φίλους που είχε κάνει και ομαδικά παιχνίδια που οργανωνόταν από τους νέους. Ίσως ρουτίνα, αλλά δεν είχε κι άλλη εναλλακτική λύση.



36.  Η Ράνια με πρόβλημα



Όταν έμαθε για την περιπέτεια του Λάμπρου αναστατώθηκε πολύ. Βλέπεις ήταν ο μόνος άνθρωπος που -μαζί με τις ενοχές που τη συνόδευαν- είχε αγαπήσει. Ο άνθρωπος που μαζί του ένιωσε γυναίκα και χωρίς να το ξέρει ο ίδιος έγινε ο πατέρας της μονάκριβης κόρης της. Τώρα η Μαρία είναι ένα πανέμορφο πεντάχρονο κοριτσάκι που γέμισε τη ζωή της και της έδωσε απρόσμενες χαρές. Έτσι όταν έμαθε ότι συνελήφθη την έπνιξε η επιθυμία να τον ξαναδεί. Κάποια στιγμή τον είδε στο επισκεπτήριο και επαλήθευσε με ζωντανό τρόπο ότι είναι ο άντρας της ζωής της.

Δεν τόλμησε και δεν θα ήταν σωστό να του πει τίποτα γι αυτό, μα πώς να το κάνουμε, ήταν μια ανοιχτή πληγή, που κάποτε πρέπει να βρει έναν τρόπο να την κλείσει. Εδώ και ένα χρόνο της έφυγε κι η νονά της κόρης της, η Ντίνα. Βλέπεις τελείωσε τις σπουδές και γύρισε στην πατρίδα της. Όμως τηλεφωνεί συχνά και αγαπά τη βαφτισιμιά της. Τελευταία μάλιστα της μίλησε πως υπάρχει μια προοπτική να έρθει στην Αθήνα γιατί αποφάσισε εδώ να δικηγορήσει. Αυτό θα ήταν για την Ράνια δώρο θεού.

Κάποια μέρα την ώρα που έκανε μπάνιο αισθάνθηκε μια ενόχληση τη στιγμή που σαπούνιζε το στήθος της.. Όταν σκουπίστηκε εντελώς έκανε μια ψηλάφηση στο αριστερό της στήθος και φυλάκισε ένα γρουμπούλι που παλαιότερα δεν υπήρχε. Την έβαλε σε σκέψεις

«Έλα μωρέ Ράνια!» είπε στον εαυτό της «Από την αρχή βάζεις στο μυαλό σου το κακό»

Όμως δεν είναι μόνη της. Υπήρχε η κόρη κι  αυτή είχε μόνο για να την προστατεύει. Πρέπει να το κοιτάξει με την πρώτη ευκαιρία. Ο φόβος όμως δε σε ρωτάει. Έρχεται και εγκαθίσταται απρόσκλητος επισκέπτης μέσα στο μυαλό σου και σε συντροφεύει στο ξύπνιο στον ύπνο σου.

Όταν πήγε για πρώτη φορά στον γιατρό, με την πρώτη ψηλάφηση την παρέπεμψε αμέσως στους ειδικούς. Κάποιο πρόβλημα υπάρχει. Της είπαν

«Ας ελπίσουμε να μην έχει προχωρήσει και αλλού. Θα χρειαστεί να γίνει αφαίρεση τμημάτων του μαστού και στη συνέχεια θα δούμε»

Τρόμαξε και για τον εαυτό της, αλλά περισσότερο για τη δύσμοιρη κόρη της, που δεν θα είχε άνθρωπο να την προσέξει.

Μια ελπίδα της έμεινε. Η νονά της. Της τηλεφώνησε και της είπε τα καθέκαστα. Η άλλη θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς στην Αθήνα, αλλά τα γεγονότα επίσπευσαν τις εξελίξεις. Η Ντίνα αγαπούσε τη μικρή και δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορη. Ήρθε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Ράνιας. Όπου να είναι θα έμπαινε στο χειρουργείο και δίπλα στο κοριτσάκι κάποιος έπρεπε να υπάρχει. Η μικρή δεν μπορούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει τις νέες καταστάσεις. Ευτυχώς γνώριζε καλά τη νονά της και για την απουσία της μαμάς ειπώθηκαν κάποιες δικαιολογίες.

Η ψυχολογία της Ράνιας ήταν στο ναδίρ. Υπέμεινε τη νέα περιπέτεια της ζωής της με μια σιωπηλή εγκαρτέρηση, κρύβοντας επιμελώς την εσωτερική τρομοκράτησή της. Έγινε η αφαίρεση του στήθους. Άντεξε τους πόνους κατά την περίοδο της ανάρρωσης, κατάπιε την αίσθηση της ντροπής που θα νιώθει από δω και πέρα για την εμφάνισή της, ένιωθε πως είναι πια μια «ανάπηρη» αλλά τουλάχιστον, Χριστέ μου, να ζήσει και να μεγαλώσει το παιδί της.

Γύρισε στο σπίτι, όπου είχε πια εγκατασταθεί η Ντίνα και με προσοχή λόγω των ανοιχτών πληγών αγκάλιασε την κόρη της και τη γέμισε με φιλιά λατρείας. Της είχαν πει να πάει στο Νοσοκομείο σ’ ένα μήνα για να εκτιμήσουν την κατάσταση.  Ζούσε πάνω σε αναμμένα κάρβουνα… Αναμονή κι ελπίδα…



37.  Η κατάσταση επιδεινώνεται



Στο μήνα την υπέβαλλαν σε νέο κύκλο εξετάσεων και της είπαν ότι πρέπει να αρχίσει χημειοθεραπεία. Κατάλαβε και πάγωσε

«Πότε θα αρχίσω;» ρώτησε το γιατρό

«Τον επόμενο μήνα, λέω»

Όταν πήγε στο σπίτι δεν είπε κουβέντα στην Ντίνα, μα κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα των αποφάσεων. Δεν ήταν καμιά θαρραλέα, ούτε πολύπειρη και μορφωμένη γυναίκα, αλλά μύριζε την τραγική της μοίρα. Την αδυσώπητη πορεία προς το θάνατο. Σιγά- σιγά οδεύεις προς το οριστικό πέρας. Για τον εαυτό της είναι κάτι που θα το αντέξει. Αλλού είναι το πρόβλημα. Τι θα γίνει με τη μονάκριβη κόρη της, το καλύτερο πράγμα που της έτυχε στη ζωή. Ακόμα είμαι πολύ μικρή να αντιμετωπίσει μόνη της τη ζωή

«Χριστέ μου βοήθα. Γλυκιά μου Παναγία, μάνα και συ, που καταλαβαίνεις τον πόνο μου, συμβούλεψε με τι να κάνω;»

Το έφερε από δω, το έφερε από κει δε γινόταν διαφορετικά. Δε μπορούσε να πάρει στο τάφο το μυστικό της. Έπρεπε με κάποιον να το μοιραστεί, έπρεπε να δώσει μια ευκαιρία στο παιδί της. Ποιον άνθρωπο είχε που μπορούσε να του εμπιστευθεί τα πάντα. Άλλον απ’ την νονά της κανέναν. Αφού τα παίδευσε λίγες μέρες ακόμα στο μυαλό της ήρθε η ώρα των πράξεων. Στο μόνο άνθρωπο που είχε εμπιστοσύνη ήταν η πνευματική μάνα του παιδιού της, η Ντίνα

Ένα δειλινό την έστησε απέναντι της κι άρχισε την εξιστόρηση των γεγονότων. Της μίλησε για την κατάσταση της υγείας της και τα επόμενα βήματα που έπρεπε να ακολουθήσει, της εξήγησε το πιθανό ενδεχόμενο του θανάτου της και ότι πρέπει πριν φύγει να τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες. Η Ντίνα προσπάθησε να την σταματήσει και να την εμψυχώσει, αλλά η άλλη αποφασιστική και κάθετη την σταμάτησε

«Ντίνα μου δεν πρέπει να ζούμε με ψευδαισθήσεις. Ο θάνατος είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο κι ας αφήσουμε στην άκρη τα ψέματα. Δεν έχουν καμιά αξία πλέον»

«Μην αντιμετωπίζεις με αυτόν τον πεσιμισμό την κατάστασή σου, Ράνια. Πρώτα ο θεός υπάρχουν και άλλα θετικά ενδεχόμενα. Γιατί προσχωρείς στο χειρότερο;»

«Γιατί δεν έχω την πολυτέλεια γι αυτά. Έχω το κοριτσάκι μου και τι θα γίνει μόνο κι έρημο;»

«Καλά γιατί με υποτιμάς; Ξέρεις πόσο αγαπώ τη βαφτισιμιά μου. Είναι δυνατόν να την αφήσω απροστάτευτη; Αν λέμε, αν υπάρξει τέτοιο ενδεχόμενο εγώ θα είμαι η μάνα της»

«Αυτά θέλω να συζητήσω μαζί σου. Πρώτον σ’ ευχαριστώ. Ξέρω τι διαμάντι είσαι γι αυτό θα σου πω το μυστικό που χρόνια έχω καταχωνιάσει μέσα μου και ποτέ των ποτών δεν τόλμησα να εξωτερικεύσω»

«Είμαι όλη αυτιά. Λέγε!»

Το ύφος της Ράνιας και η σοβαρότητα της φωνής της είχαν εξάψει την περιέργεια



38.  Η εξομολόγηση



Παίρνοντας μια βαθειά ανάσα η Ράνια, αποφασιστική, άρχισε να μιλάει

«Συγχώρησέ με, Ντίνα! Ότι σου είπα για τον πατέρα της κόρης μου ήταν ψέματα. Ήθελα απλώς να προστατεύσω τον άνθρωπο που αγάπησα και αγαπώ βαθειά. Αυτό θα συνεχιζόταν μέχρι το τέλος της ζωής μου, μα οι νέες και βιαστικές εξελίξεις με αναγκάζουν να τα πω σε σένα και μόνο σε σένα…»

«Λέγε μ’ έσκασες!»

«Πατέρας της Μαρίας είναι ένας νεώτερος μου φοιτητής, που έζησε στο δωμάτιο που έζησες και συ. Όταν ήρθες είχε ήδη φύγει γι αυτό δεν τον ξέρεις. Λάμπρο  τον λένε και είναι μαθηματικός. Δυστυχώς τώρα είναι κλεισμένος στις φυλακές Κορυδαλλού με πολύχρονη φυλάκιση από το στρατοδικείο. Εσύ δεν το ξέρεις, αλλά πήγα και τον είδα. Για να τον δω και να πάρω άδεια κίνησα γη και ουρανό»

«Ράνια μου πέφτω απ’ τα σύννεφα. Ούτε μπορούσα να φανταστώ κάτι τέτοιο»

«Άσε με να ολοκληρώσω για να καταλάβεις το δίλημμά μου. Αυτός δεν ξέρει, ούτε υποπτεύεται τίποτα. Σκέφτομαι Αν εγώ φύγω δεν έχει το δικαίωμα να μάθει για το παιδί του; Μέχρι τώρα η κυρίαρχη ιδέα στο μυαλό μου ήταν να μην επηρεάσω τη ζωή και τη σταδιοδρομία ενός ανθρώπου αρκετά μικρότερου από μένα με τις προοπτικές όλες μπροστά του. Βλέπεις νοιάζομαι πολύ γι αυτόν γιατί τον αγαπώ»

«Καλά πώς έγινε;»

Η Ράνια άρχισε να της περιγράφει τα γεγονότα. Της είπε αναλυτικά πώς έγινε κι έκαναν έρωτα. Ότι αυτή, αλλά χωρίς να το επιδιώξει συνειδητά, ώθησε τα πράγματα, της είπε ότι για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε γυναίκα, της είπε για την άγονη περίοδο με την άντρα της, αλλά αποσιώπησε το επεισόδιο με την κοπέλα που έμπασε στο σπίτι και την μαχαίρωσε τόσο οδυνηρά. Ανθρώπινη άμυνα; Υπερβολική αγάπη; Άγνωστη η ερμηνεία

«Ντίνα μου δεν έχω κάνει έρωτα με άλλον άντρα, πέρα από τον συγχωρεμένο σύζυγό μου και τον Λάμπρο. Η μνήμη του με συντρόφευσε όλα τα μοναχικά μου βράδια. Τον αγαπώ, όσο δεν αγάπησα ποτέ στη ζωή μου. Εσύ είσαι δικηγόρος. Τι με συμβουλεύεις να κάνω τώρα;»

«Άκου! Είμαι συγκλονισμένη με την ιστορία σου και τη σέβομαι. Από τα βάθη της ψυχή μου εύχομαι να ξεπεράσεις την περιπέτεια της υγείας σου και να μην χρειαστεί να παρέμβω εγώ σε τίποτα. Όμως εσύ θα αποφασίσεις κι εγώ θα εκτελέσω. Να το σκεφτούμε μερικές μέρες και μετά να το συζητήσουμε πάλι»

Η Ντίνα ήταν συγκλονισμένη από την καταιγίδα των γεγονότων. Κατ’ αρχήν φαίνεται ότι η κατάσταση της υγείας της άτυχης Ράνιας ήταν πράγματι πολύ άσχημη. Τέτοια εντύπωση θα της έδωσαν και οι θεράποντες γιατροί.  Η ίδια το θεωρεί σίγουρο ότι γλιστράει απ’ τη ζωή. Ίσως και να το αισθάνεται κιόλας. Από τη εποχή που γνώριζε  αυτή τη γυναίκα η ατυχία κυνηγάει αυτή τη γυναίκα. Κι όμως πέρα από τα στριμωξίδια που ήξερε και από τις μοναξιές που την κυνηγούσαν υπήρχαν υπόγειες ακόμα καταστάσεις πιο σοβαρές

Κι όμως η φίλη της, η Ράνια, τις αντιμετώπισε με θάρρος και αξιοπρέπεια. Τώρα δε της έλαχε το τελειωτικό χτύπημα απ’ τη μοίρα. Βρε παιδί μου, μερικοί άνθρωποι έλκουν την ατυχία λες κι έχουν τον αντίστοιχο «μαγνήτη» μέσα τους. Το Μαράκι δε θα το αφήσει στους πέντε δρόμους. Από την αρχή συνδέθηκε με το παιδί. Και το αγαπάει.

Η ίδια κάνει τα πρώτα βήματα στο επάγγελμά της και ο δικηγόρος στον οποίο έκανε την εξάσκηση της είπε τα καλύτερα λόγια για τις ικανότητές της κι αυτό τόνωσε την αυτοπεποίθησή της και της έδωσε τη δύναμη να αρχίσει να χτίζει την επαγγελματική της καριέρα ……………………………………………………………………………………………………………………



39. Οι τελευταίες επιθυμίες

Ο χρόνος κύλισε και τα γεγονότα ήρθαν και σφράγισαν τις εξελίξεις. Η Ράνια έφυγε, από κοντά τους, αφού πέρασε με στωικότητα έναν ακόμα Γολγοθά στη άχαρη και επίπεδη ζωή της. Με την τελική αγωνία να τακτοποιήσει τις τελευταίες εκκρεμότητες για τους ανθρώπους που αγάπησε στη ζωή. Όρκισε από τώρα την Ντίνα να εκτελέσει κι όταν έρθει η ώρα τις επιθυμίες της

Η Ντίνα με τις νομικές της γνώσεις τις έδωσε τις κατάλληλες συμβουλές και μέχρι την τελευταία στιγμή στάθηκε ειλικρινής φίλη. Στα κληρονομικά δεν υπήρχε πρόβλημα αφού η κόρη της ήταν ο μοναδικός ζων συγγενής της. Τη συμβούλεψε να την ορίσει, για νομικούς λόγους που ίσως προέκυπταν, κηδεμόνα της Μαρίας μέχρι την ενηλικίωση της. Ακόμα να αφήσει μια επίσημη επιστολή για το ποιος είναι ο πραγματικός της πατέρας.

Εδώ η Ράνια κλώτσησε, αλλά με υπομονή της εξήγησε την ανάγκη

«Ένα γράμμα σφραγισμένο, μωρέ, θα του αφήσεις. Αυτός μόνο θα το διαβάσει κι αν κάτι δεν του αρέσει το σχίζει και θα είναι σαν να μην έγινε τίποτα. Όμως αφού γράψεις ότι θες, στο τέλος δήλωνε καθαρά ότι αυτός είναι ο πατέρας της Μαρίας. Αν την θέλει για κόρη του αυτό θα είναι το αποδεικτικό στοιχείο που θα μπορεί εύκολα να την αναγνωρίσει και νομικά. Το περιεχόμενο του γράμματος  θα το ξέρεις μόνο εσύ και κανείς άλλος. Για την επισημότητα του πράγματος η σφράγισή του θα γίνει ενώπιον συμβολαιογράφου, που θα κάνει την πράξη παραλαβής. Ο Λάμπρος και μόνο αυτός θα έχει το δικαίωμα της ανάγνωσης ή της καταστροφής του. Σκέψου λογικά! Κι αυτός έχει δικαίωμα στο παιδί του κι η κόρη σου έχει δικαίωμα να έχει πατέρα. Η Μαρία θα μάθει γι αυτό μόνο αν ο άλλος επιθυμεί να της το πει. Όλα θα είναι υπό έλεγχο»

 Τα βρήκε λογικά και χρήσιμα. Παιδεύτηκε πολύ να γράψει το γράμμα κι όταν αυτό έγινε, πήγαν στον συμβολαιογράφο και το κάνανε. Αυτή ήταν κι η τελευταία έξοδός της. Στο υπόλοιπο της ζωής της, νοσοκομείο, πόνοι φάρμακα κι οδυνηρό τέλος. Για τη μικρή Μαρία ήταν ένα σοκ, που τόσο μικρή γνώρισε το θάνατο του πιο αγαπημένου προσώπου που είχε στη ζωή: της Μάνας της!

Όμως φρόντισε η μοίρα να έχει δίπλα της μια δεύτερη μάνα, την Ντίνα. Η ίδια κάθε τόσο σκεφτόταν

«Πώς έρχονται, Χριστέ μου τα πράγματα! Τύχη ή θεία πρόνοια; Κάποια στιγμή , ακόμα φοιτήτρια μπήκε σ’ αυτό το σπίτι ως ενοικιάστρια και βρέθηκε θετή μάνα ενός πανέμορφου κοριτσιού»

Μέσα στο μυαλό της στριφογύριζε ένα παράπονο

«Την αγαπώ τη Μαρία, όπως αγάπησα και την άμοιρη με χρυσή καρδιά μάνα της. Αλλά πότε και η ίδια θα κάνει ένα δικό της φυσικό παιδί;»

Δυστυχώς μέχρι στιγμής δεν γνώρισε το μεγάλο έρωτα, που θα την συγκλονίσει και θα θελήσει να δέσει τη ζωή της μαζί του. Κάποιες μικροπεριπέτειες, περισσότερο από περιέργεια και μιμητισμό να χαϊδευτεί και να νιώσει τον άντρα μέσα της, αλλά δεν την κέρδισαν. Στο επάγγελμα προχωρούσε στο γραφείο που έκανε την εξάσκησή της και οι προοπτικές για τη μελλοντική πορεία εξέλιξης των πραγμάτων φάνταζαν ευοίωνες.

Στις διακοπές που έκανε στην πατρίδα της πήρε και τη Μαρία και την γνώρισε στους δικούς της, που τη δέχτηκαν με ευγένεια, αλλά χωρίς ενθουσιασμό. Βλέπεις οι γονείς αγωνιούσαν για την αποκατάσταση της δικής τους κόρης. Αντίδραση κατανοητή και από την Ντίνα που δεν έδωσε καμιά μάχη σε αυτό το επίπεδο. Δεν μπορείς να αγνοείς τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά….



ΣΤ. Κεφάλαιο έκτο



40. Το πολιτικό τέλμα



Πέρασε κι άλλος χρόνος και η πολιτική κατάσταση στη χώρα αποτελμάτωσε. Με την πάροδο του χρόνου φάνηκε το αδιέξοδο του στρατιωτικού καθεστώτος. Η αρχική επιβολή με κύριο όπλο το φόβο εξάντλησε με την πάροδο του χρόνου την αποτελεσματικότητα του. Η απομόνωση των στρατιωτικών από τα πολιτισμένα κράτη της Ευρώπης, ενώ στην αρχή υποτιμήθηκε στη πορεία φάνηκε η μεγάλη σημασία της.

 Το καθεστώς προσπάθησε να δώσει έναν τόνο εκδημοκρατισμού μπλέκοντας στα δίχτυα του τον πολιτικό άντρα Σπύρο Μαρκεζίνη, αλλά ματαίως. Η πιο σημαντική για την ιστορία μας ενέργεια αυτής της περιόδου ήταν η γενική αμνηστία όλων των καταδικασθέντων από τα έκτακτα στρατοδικεία Αυτό σήμαινε ότι οι ήρωες της ιστορίας μας ήταν πλέον εκτός φυλακής.

Αυτό το χρονικό διάστημα που παρήλθε για τους κρατουμένους δεν είχε υπάρξει καμιά συνταρακτική εξέλιξη, αλλά μόνο υπόγειες διεργασίες. Οι περισσότεροι είχαν αιχμαλωτιστεί στην έντονη διαμάχη που ξέσπασε μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ και έλαβαν θέσεις μάχης στη διένεξη που για κάποιους έγινε λυσσαλέα

Ο Λάμπρος διατήρησε με ευλάβεια την απόσταση του από τις οργανωτικές δομές. Αυτό δε σήμαινε ότι δεν είχε συγκεκριμένες απόψεις στα κρίσιμα θέματα. Είχε και μάλιστα ξεκάθαρες. Απλώς δεν ευθυγραμμίζονταν με τις κυρίαρχες γραμμές. Επέλεξε τη σιωπή και τον εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό του. Οι χιλιάδες ελεύθερες ώρες, που σου προσφέρονται στην απομόνωση στο κελί σου-  θέλεις και δε θέλεις -σε αναγκάζουν να κάνεις ενδοσκόπηση, να δεις όλα τα πράγματα από την αρχή και να πάρεις τις αποφάσεις σου.

Το τραγικό του γεγονότος  για τον Λάμπρο ήταν το έλλειμμα προβληματισμού που παρουσιάστηκε στην αριστερή παράταξη. Η κυρίαρχη αντίληψη ήταν ότι η Αριστερά, διαθέτοντας το «ιδεολογικό όπλο» της μαρξιστικής θεωρίας, θα είχε έτοιμα σχέδια και σενάρια για κάθε ενδεχόμενο, αυτά στην πράξη αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες. Η πολιτική σκέψη της ηγεσίας της Αριστεράς αποδείχθηκε ελλειμματική, επίπεδη κι ανακόλουθη με τις ανάγκες της εποχής.

 Σ’ αυτό συνέβαλε και το ετερόφωτο της ηγεσίας της. Οι εγχώριοι ηγέτες ζούσαν υπό το βρόχο της εξόριστης ιστορικής ηγεσίας και ο διφυής αυτός χαρακτήρας παρέλυε κι ανέστελλε την οποιαδήποτε καινοφανή αλλά αναγκαία πρωτοβουλία. Χρειάστηκε να έρθει η δικτατορία για να σπάσει η κακοφορμισμένη πληγή. Τότε όμως, στις συνθήκες της παρανομίας, με βάση τις αναστολές και τη διαπαιδαγώγηση των οργανωμένων οπαδών του ΚΚΕ, με βάση την έξωθεν πολλαπλή στήριξη, το παιχνίδι ήταν εκ των πραγμάτων χαμένο. Η καθυστέρηση της διάσπαση κι όχι η ίδια η διάσπαση έγινε αφορμή πισωγυρίσματος. Αυτή ήταν η άποψή του, αλλά πόσο σημασία είχε πια.

Τέτοιοι προβληματισμοί τον κράτησαν εκτός δράσης. Κάθισε στη γωνιά του χωρίς να ενοχλεί αλλά και να μην ενοχλείται. Όμως εσωτερικά και χωρίς να το επιθυμεί τον παίδευαν αυτές οι σκέψεις. Δεν μπορούσε να σβήσει με το σφουγγάρι το παρελθόν. Θέλεις δε θέλεις οι μνήμες σε κυνηγούν στον ξύπνιο και στον ύπνο.

Μετά την αποφυλάκισή τους πήγαν μαζί με τον Τάσο στο Βόλο να δουν και να τους δούνε οι οικογένειες. Μετά λίγες μέρες το πρόβλημα ορθώθηκε μπροστά τους. Κι από δω και πέρα τι γίνεται; Ο Τάσος είχε μικρές εκκρεμότητες με το πτυχίο κι έπρεπε να γυρίσει στην Αθήνα για την ολοκλήρωση των σπουδών. Μια μικρή ταλάντευση που παρουσιάστηκε στο μυαλό του για απασχόληση σε κομματικές δραστηριότητες κόπηκε με το μαχαίρι από τον Λάμπρο

«Πρώτα κακομοίρη μου θα πάρεις το πτυχίο και μετά κόψε το λαιμό σου»

Σε δίλημμα βρέθηκε κι ο Λάμπρος. Θα ασκήσει επάγγελμα του καθηγητή, αλλά που; Στην πατρίδα του πάντα ήθελε. Αυτό ήταν και το παιδικό του όνειρο. Να διδάξει τα παιδιά της προσφυγικής συνοικίας που τόσο αγαπούσε. Όμως ο χώρος ήταν στενός και συνεχώς θα βρισκόταν στο μάτι της τοπικής Ασφάλειας με την οποία είχε και πριν τη δικτατορία ανοιχτούς λογαριασμούς. Μόνο στην Αθήνα μπορεί να χαθεί μέσα στην ανωνυμία της πόλης Εκεί έχει επαφές, γνωριμίες επαγγελματικές και μπορεί πιο εύκολα να δώσει τη μάχη.

« Αργότερα βλέπουμε» υποσχέθηκε από μέσα του

Έτσι γύρισαν κι οι δυο στην Αθήνα…



41. Η προσπάθεια από την αρχή



Στην Αθήνα γύρισαν τέλη Σεπτεμβρίου κι έπιασαν προσωρινά μια κοινή γκαρσονιέρα μέχρι να ανιχνεύσουν λίγο τα πράγματα. Το παλαιό νοικοκυριό και τα βιβλία του τα μάζεψε ο πατέρας του αργότερα από τη σύλληψή του και τα είχε αποθηκεύσει στο σπίτι ενός φιλικού του σπιτιού. Σε λίγο θα πήγαινε να δει αν υπάρχουν και σε ποια κατάσταση

Ο Τάσος αναζήτησε την Καίτη, αλλά μάλλον στον τομέα αυτόν είχαν υπάρξει δυσάρεστες εξελίξεις. Η κοπέλα μετά το σοκ της σύλληψης το σκέφτηκε αλλιώς και είχε πλήρως αποκοπεί από το χώρο συνδέοντας τη ζωή της με έναν προσγειωμένο νέο, που σε λίγο κιόλας θα παντρευόταν. Η μεταξύ τους συνάντηση έγινε σε κλίμα αμηχανίας και ενοχής για τους δύο και μετά μια σύντομή συνομιλία χώρισαν οριστικά με την ευγενική ευχή του Τάσου

«Καίτη ειλικρινά σου εύχομαι να βρεις στο νέο δρόμο την ευτυχία σου»

Ο Λάμπρος πήγε στα φροντιστήρια που παλαιά εργαζόταν, Οι αλλαγές που είχαν συμβεί κι εδώ ήταν σημαντικές. Κάποια έκλεισαν, ενώ άνοιξαν άλλα, ένα απ’ τα αφεντικά του πέρασε στη σιγουριά του δημοσίου, αλλά σε άλλον βρήκε «ευήκοον ους». Χρειαζόταν μαθηματικό, είχε καλή γνώμη για τις ικανότητές του και δεν είχε φόβους πολιτικής υφής αφού ήταν γνωστός και διακηρυγμένος «εθνικόφρων» Έτσι αμέσως άρχισε να βγάζει ένα- ισχνό βέβαια- μεροκάματο.

Ο Τάσος δεν είχε προβλήματα με το πτυχίο του. Δυο μόνο μαθήματα χρεωστούσε και με την εντατική συνδρομή του Λάμπρου τα πέρασε στην πρώτη περίοδο που έγινε.

Αλλού ήταν το μεγάλο αγκάθι. Το στρατιωτικό! Νέα αναβολή δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει. Ο πατέρας του ξεσήκωσε γνωστούς και αγνώστους να βρει λύση, αλλά δεν κατόρθωσε τίποτα. Του είπαν ότι στην επόμενη ΕΣΣΟ πρέπει να παρουσιαστεί στην Τρίπολη γιατί διαφορετικά θα χαρακτηριστεί ανυπότακτος. Δηλαδή τον Ιανουάριο του 1974.

Τους πρόλαβαν οι εξελίξεις. Το Νοέμβριο ξέσπασαν τα τραγικά γεγονότα του Πολυτεχνείου. Ένας αριθμός, κυρίως νέων ανθρώπων- τα αθώα θύματα -  έχασαν τη ζωή τους. Επακολούθησε το εσωτερικό πραξικόπημα του Ιωαννίδη και η προδοσία της Κύπρου.

 Ο Τάσος από την αρχή το δήλωσε καθαρά.

« Στρατιώτης δεν πάω. Ας κόψουν το κεφάλι τους. Ας με πουν λιποτάκτη ή ότι άλλο θέλουν. Γουρούνι στο σακί και άνευ όρων αιχμάλωτός τους  δε θα γίνω»

Η λογική του Λάμπρου δεν μπορούσε να είναι τόσο κάθετη. Είναι μια υποχρέωση, που πρέπει κάποια στιγμή να την εκπληρώσει. Δίλημμα μεγάλο και σοβαρό.

Και τότε έσκασε η βόμβα που αναποδογύρισε όλα τα δεδομένα. Μια όμορφη κοπέλα τον περίμενε έξω από το φροντιστήριο που είχε κάποιες ώρες και τον σταμάτησε λέγοντας

«Εσείς είστε ο Λάμπρος Αναστασίου;»!»

«Ναι εγώ είμαι τι θέλετε;»

«Ψάχνω να σας βρω τόσο καιρό. Και επιτέλους σας πέτυχα»

«Τι ακριβώς ζητάτε;»

«Είναι μεγάλη ιστορία. Ας πάμε να κάτσουμε κάπου και θα σας τα πω όλα»

Γεμάτος περιέργεια την οδήγησε σ’ ένα καφενείο εκεί κοντά. Ήταν τόσο γλυκιά και δε φαινόταν να θέλει κάτι κακό. Κάθισαν και παράγγειλαν από κάτι.

«Είμαι όλος αυτιά δεσποινίς μου»

«Με λένε Ντίνα και είμαι δικηγόρος»

«Χαίρομαι! Κι εγώ μαθηματικός.»

«Το ξέρω. Είχαμε μια κοινή γνωστή και υπάρχουν εκκρεμότητες»

«Ποια;»

«Την καλή μας κι αξέχαστη Ράνια!»

Ο Λάμπρος πάγωσε

«Η αξέχαστη;»

«Ναι! Δυστυχώς τη χάσαμε πέρσι!»

«Ω! Πόσο λυπάμαι. Ήταν τόσο καλή γυναίκα. Ήμουν ενοικιαστής στο σπίτι της πριν χρόνια κι έχω ευχάριστες αναμνήσεις απ’ αυτήν. Καλά πώς;»

«Από τη συνηθισμένη για τη γυναίκα αιτία. Καρκίνο του στήθους. Υπέφερε πολύ και- όπως θα ξέρεις- δεν είχε συγγενείς»

«Την τελευταία φορά που την είδα ήταν όταν ήρθε και με είδε στη φυλακή. Πήρε την άδεια με πολύ κόπο. Ας είναι καλά εκεί που βρίσκεται»

«Όπως σου είπα υπάρχουν εκκρεμότητες. Πρέπει να μου αφιερώσεις λίγο απ’ το χρόνο σου. Μπορείς τώρα;»

Έχω ένα μάθημα, αλλά αν είναι ανάγκη μπορώ να τηλεφωνήσω και να το αναβάλω»

«Ναι! Είναι ανάγκη. Θα πάρω κι εγώ ένα τηλέφωνο να κανονίσω κάτι



42.  Η αποκάλυψη



Σε λίγο χρόνο βρέθηκαν στο γραφείο μιας συμβολαιογράφου. Η Ντίνα τον σύστησε στην συμβολαιογράφο

«Κυρία Ελένη, καλημέρα σας. Σας ενημέρωσα στο τηλέφωνο πριν λίγο. Ο νεαρός δίπλα είναι ο Λάμπρος Αναστασίου. Στο αρχείο σας υπάρχει  επιστολή, που κατατέθηκε ιδιοχείρως σε σας από τη Ράνια. Θα θέλαμε να την παραλάβουμε»

Η συμβολαιογράφος άνοιξε κάποιο συρτάρι της βιβλιοθήκης της και μέσα από ένα ντοσιέ έβγαλε μια σφραγισμένη επιστολή. Μιλώντας με επίσημο τρόπο του είπε

« Η επιστολή κατατέθηκε στα χέρια μου από την πελάτισσα της Ντίνας. Κανείς μας δεν ξέρει το περιεχόμενο της. Η εντολή που έχω είναι να παραδοθεί στα χέρια σας και μόνο. Αυτό εκτελώ τώρα. Ορίστε!»

Ο Λάμπρος συγκινημένος πήρε το γράμμα στα χέρια του και κοίταξε την Ντίνα περιμένοντας λες οδηγίες. Αυτή δήθεν βιαστική, αλλά στην πραγματικότητα διακριτική του είπε

«Εγώ τώρα σ’ αφήνω. Πάρε την κάρτα μου. Έχει τηλέφωνα επάνω και κατοικώ στο σπίτι της Ράνιας, Το θυμάσαι που είναι!»

Έκανε μεταβολή κι έφυγε. Ρώτησε τη συμβολαιογράφο και του είπε ότι η επιστολή είναι δικιά του. Μπορεί να την πάρει μαζί του. Πράγματι! Ήθελε να είναι μόνος του όταν θα την διαβάσει, Καλημέρισε, είπε ευχαριστώ κι έφυγε. Όλα ήταν τόσο απότομα. Στο κοντινό άλσος κάθισε σ’ ένα παγκάκι και με προσοχή άνοιξε το φάκελο ……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Αγαπημένε μου Λάμπρο

Μάλλον δεν θα σε ξαναδώ, γιατί με χτύπησε η αρρώστια κι όλα λένε ότι θα φύγω σύντομα από τη ζωή. Πόσο, μα πόσο, θα επιθυμούσα να δω για μια ακόμα φορά το αγαπημένο σου πρόσωπο! Ευχή μου είναι σύντομα να τελειώσουν και τα μεγάλα δικά σου βάσανα. Η εξομολόγηση που κάνω εδώ δε θα γινόταν ποτέ, αν συνεχιζόταν ομαλά η ζωή μου, αλλά αναγκάζομαι από τα πράγματα να στα πω.

Παντρεύτηκα έναν άνθρωπο για τον οποίο δεν ένιωσα αισθήματα αγάπης και έρωτος, παρά μόνο σεβασμού στο μυστήριο του γάμου. Για τις συνθήκες της εποχής και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας το προξενιό που μας έγινε και η αποδοχή του από μέρους μας ήταν μονόδρομος. Ο γάμος μας δυστυχώς δεν ευλογήθηκε με τον ερχομό ενός παιδιού, που θα τον στέριωνε περισσότερο. Άτυχος κι ο άντρας μου, έφυγε σύντομα από τη ζωή και έμεινα χήρα στα τριάντα μου. Ειλικρινά σου μιλώ άλλον άντρα δεν κοίταξα μετά το θάνατό του παρά τις επιθυμίες που με βασάνιζαν όλες τις νύχτες.

Μέχρι που ήρθες εσύ και έζησα μαζί σου την ευτυχία που κάθε γυναίκα ονειρεύεται. Και για αυτό σε ευχαριστώ για μια ακόμα φορά. Ήξερα ότι δεν πρέπει να σε σκλαβώσω. Εσύ ήσουν ένας νέος με όλο το μέλλον μπροστά σου και εγώ μια χήρα και αρκετά μεγαλύτερη σου. Έτσι σε άφησα να φύγεις χωρίς να σε διεκδικήσω κάτι που διακαώς επιθυμούσα.

Ακόμα κι όταν είχε συμβεί το θαύμα. Ένα δώρο θεού. Μέσα μου άρχισε να μεγαλώνει μια νέα ζωή. Όταν γύρισες απ’ το Βόλο και λίγο πριν φύγεις οριστικά από το σπίτι, έκανες μια παρατήρηση, χωρίς όμως να καταλάβεις ακριβώς τι είχε συμβεί. Μου είπες ότι πάχυνα και σου απάντησα ότι άνοιξε η όρεξη μου. Ήδη ήμουν έγκυος στην αγαπημένη μου Μαρία. Σε όλους διέδωσα ότι είχα έναν άτυχο δεσμό μ’ έναν παντρεμένο που λάκισε όταν έμαθε για την εγκυμοσύνη. Έτσι το όνομά σου δεν ακούστηκε ποτέ κι από κανέναν

Έδωσα μάχη να την μεγαλώσω όσο γινόταν καλύτερα και να υπερνικήσω τις όποιες αρνητικές κρίσεις ακούστηκαν για το πρόσωπό μου. Νομίζω ότι τα κατάφερα Το κορίτσι μου, αυτό που γέμισε με χαρά τα μετέπειτα χρόνια μου, το βάφτισε η επόμενη νοικάρισσα μου, η Ντίνα, που μου στάθηκε όλα τα χρόνια καλύτερα κι από αδελφή

Η ραγδαία εξελισσόμενη αρρώστια μου άλλαξε τις ισορροπίες. Με την προοπτική ότι το παιδί θα μείνει μόνο κι έρημο στην κοινωνία η Ντίνα, δικηγόρος πλέον, με συμβούλευσε σε κάποιες ενέργειες. Συγχώρησε με που αναγκάστηκα να της εξομολογηθώ το μυστικό μου, που μόνο εγώ το ήξερα όλα αυτά τα χρόνια. Την όρισα κηδεμόνα του παιδιού γιατί κινδύνευε, όπως μου είπε, να την κλείσουν σε ίδρυμα.

Ακόμα αυτή με πίεσε να γράψω αυτό το γράμμα. Αν κάπου έχεις αντίρρηση σχίσε το και θα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Εκείνη μου είπε ότι αγαπάει το παιδί κι αν δεν υπάρξει κάτι άλλο θα την προσέξει μέχρι την ενηλικίωσή της. Μου υποσχέθηκε ότι θα κρατήσει το μυστικό.

Κλείνω το γράμμα με την αληθινή μου ομολογία ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε δική σου επιλογή εγώ θα φύγω απ’ τη ζωή με όλη την αγάπη που από την αρχή έτρεφα για σένα. Σου εύχομαι τα καλύτερα στην υπόλοιπη ζωή σου. Μια στις τόσες, ας θυμάσαι μια Ράνια που σε αγάπησε μ’ όλη τη δύναμη της καρδιάς της  Φιλιά πολλά,

                                      δική σου Ράνια

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………



43. Οι επόμενες εξελίξεις



Στη διάρκεια που διάβαζε το γράμμα πολλές φορές κόμπιασε από συγκίνηση, με κόπο συγκράτησε τα δάκρυα που γέμιζαν τα μάτια του, μα όταν αποκαλύφθηκε ότι είναι πατέρας μιας κόρης έμεινε κεραυνόπληκτος. Θυμήθηκε ένα-ένα τα περιστατικά που αναφερόταν η Ράνια και τα συνέδεσε πλήρως. Ναι! Έτσι ήταν. Τι ανάστημα, τι μεγαλοσύνη, τι αυταπάρνηση αυτή η γυναίκα!

  Κι αυτός γεμάτος ντροπή έφερε στη μνήμη του την άγαρμπη κι απάνθρωπη συμπεριφορά του με τη Βιβή. Λες κι η γυναίκα έδειξε ποτέ ιδέες ιδιοκτησίας ή ότι είχε τις οποιεσδήποτε απαιτήσεις. Αυτή τον προφύλαγε κι αυτός το ανταπέδωσε σε πόνο. Όλα όμως πέρασαν και τίποτα δε γυρίζει πίσω. Ο δε θάνατος είναι μια τελεσίδική πράξη χωρίς επιστροφή.

 Και τώρα τι γίνεται;  Άρχισε να τον πνίγει η αδημονία.

 Είναι πατέρας! Έχει μια κόρη που δεν την είδε ποτέ, από λόγους ανωτέρας βίας, ένα πλάσμα που από τη γέννησή του στερήθηκε τον πατέρα του και πολύ νωρίς τη γλυκιά της μάνα. Ένα αδικημένο πλάσμα, που της πρέπει ένα μερίδιο στην ευτυχία και τις άλλες χαρές της ζωής. Δεν υπάρχει περίπτωση να αγνοήσει το γεγονός. Θα φροντίσει να αναπληρώσει την απουσία του. Ας το αρνούνται κάποιοι «ρεαλιστές» μέσα του μίλησε το αίμα. Έβγαλε απ’ τη τσέπη του την κάρτα της Ντίνας και τηλεφώνησε. Όταν αυτή απάντησε της είπε

«Το διάβασα το γράμμα. Πρέπει να σε δω. Πρέπει να συζητήσουμε οπωσδήποτε»

«Βεβαίως! Περίμενα το τηλεφώνημα σου. Η γνώμη μου είναι τώρα  να τα πούμε. Λέω να συναντηθούμε αύριο το πρωί στις 9. Εδώ στο σπίτι της Ράνιας. Το Μαράκι θα λείπει στο σχολείο!»

«Εντάξει, θα είμαι εκεί!»

Το Μαράκι θα λείπει στο σχολείο! Του φαινόταν εξωπραγματική η κατάσταση κι όμως ήταν πραγματική. Όλη τη νύχτα σκεφτόταν τη δυνατότητα μιας κάποιας λύσης. Τα πράγματα έτσι κι αλλιώς είναι στριμωγμένα, αλλά η ύπαρξη του παιδιού ανατρέπει τις ισορροπίες. Ούτε μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό του να μην είναι έτσι, όπως τα περιέγραφε η Ράνια. Είναι ένα νέο δεδομένο που επιβάλλεται σε όποια άλλη σκοπιμότητα. Άρα πρέπει να αγωνιστεί για να κερδίσει το παιδί του. Χρειάζεται τη συμβουλή ενός γνώστη των διαδικασιών και σίγουρα θα κάνει τα πάντα να κερδίσει το παιδί του και να ανοίξει τις γέφυρες επικοινωνίας μαζί του. Είναι φυσικό να τον αντιμετωπίσει σαν έναν άγνωστο τρίτο άτομο. Κατά έναν τρόπο δε φταίει κα μόνο αυτός. Ήταν οι αντικειμενικές συνθήκες. Δεν το ήξερε αφενός αλλά και βρισκόταν αποκλεισμένος στη φυλακή. Φταίνε κι οι ανώμαλες καταστάσεις, που περνάει η έρμη πατρίδα μας.

Το πρωί ήταν στην ώρα του στο ραντεβού. Του ερχόταν παράξενο μέσα σ’ αυτόν το χώρο να βλέπει νοικοκυρά κάποια άλλη κι όχι η Ράνια. Αφού του πρόσφερε έναν καφέ άρχισε η συζήτηση. Τον ρώτησε

«Τι έγινε με το γράμμα; Πιστεύεις ότι η Μαρία είναι δικό σου παιδί»

«Θα πίστευα σε ό,τι θα έλεγε η Ράνια. Ήταν ένας καλός άνθρωπος που ποτέ δε θα ισχυριζόταν κάτι που δεν θα ήταν αλήθεια»

«Και τι θα κάνεις τώρα;»

«Εσύ είσαι δικηγόρος. Εσύ θα μου πεις»

«Πρέπει να την αναγνωρίσεις. Γι αυτό κράτησε το γράμμα. Ίσως χρειαστεί»

«Άκου Ντίνα. Χθες μόλις γνωριστήκαμε. Η Ράνια σε αναφέρει με πολλή αγάπη ότι ήσουν ο μόνος άνθρωπος που της στάθηκε στις δύσκολες μέρες της. Θέλω να σ’ ευχαριστήσω από καρδιάς γι αυτή τη συμπαράσταση και περισσότερο για την έγνοια σου για την κόρη μου. Δεν ξέρω πως θα μπορέσω και πότε να στο ανταποδώσω»

«Δε χρειάζεται. Με τη Ράνια δεθήκαμε από την αρχή και η βαφτισιμιά μου είναι σαν κόρη μου. Με χαρά ρύθμισα όλες τις λεπτομέρειες ως κηδεμόνας της. Αυτή κληρονόμησε το σπίτι και αυτό έγινε κι επισήμως. Τώρα τι γίνεται. Από δω και πέρα»



44. Προσωρινοί διακανονισμοί



«Υπάρχει, Ντίνα μου, ένα θέμα και θέλω να είμαι καθαρός απέναντί σου. Τα ζεις κ εσύ και τα ξέρεις. Μετά το Πολυτεχνείο τα πράγματα σκούρυναν.  Το καθεστώς του Ιωαννίδη φαίνεται σκληρότερο, ίσως γιατί αισθάνεται την έλλειψη σταθερότητάς του. Όμως αυτό το διάστημα δεν πρέπει να παρουσιαστώ σε επίσημη κρατική αρχή. Φοβάμαι μην με μαζέψουν πάλι. Στο φροντιστήριο που εργάζομαι και ο εργοδότης μου ξέρει για μένα και στις καταστάσεις με έχει στο όνομα ενός άλλου καθηγητή. Θα συνεχίσουμε έτσι μέχρι να αλλάξουν τα πράγματα. Θα ήθελα, όμως να δω την κόρη μου. Τρελαίνομαι με τη σκέψη ότι έχω τόσο μεγάλο παιδί και δεν το έχω αντικρύσει. Εσύ που είσαι ο άνθρωπός της. Τι με συμβουλεύεις να κάνω;»

«Έχεις κάθε δικαίωμα, αφού είσαι ο πατέρας της. Όμως πρέπει να ψάξουμε το σωστό τρόπο που θα την προσεγγίσεις. Ήδη το Μαράκι φέρει μέσα της την πληγή της απώλειας της μάνας της. Όλα πρέπει να γίνουν με μέτρο. Το νοιάζομαι αυτό το παιδί. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα με εμένα δέθηκε κι εγώ μαζί του...»

«Ποτέ δεν θα διανοηθώ να σπάσω αυτό το δεσμό. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω»

«Επειδή ζητάς τη γνώμη μου θα στην πω καθαρά. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα η λύση είναι ένα ακόμα shock. Σε μια ώρα σχολάει η Μαρία κι έρχεται κατευθείαν εδώ. Το σχολείο είναι δίπλα. Θα στρώσω το τραπέζι κι όταν έρθει θα κάτσουμε οι τρείς για φαγητό…»

«Και τι θα γίνει;»

«Θα σε συστήσω!»

«Δηλαδή;»

«Μαρία- θα της πω - ο κύριος που κάθεται δίπλα ονομάζεται Λάμπρος και είναι ο πατέρας σου!»

«Έτσι στη ψύχρα; Το κοριτσάκι θα μείνει!»

«Αυτή είναι η γνώμη μου. Θα πούμε ότι έλειπες στο εξωτερικό και τώρα μόνο μπόρεσες να γυρίσεις»

«Και θα το πιστέψει;»

«Σίγουρα υπάρχουν πολλά κενά στην ιστορία, αλλά έχω την αίσθηση ότι θα της αρέσει ξαφνικά να βρεθεί μ’ έναν μπαμπά που πάντα επιθυμούσε»

«Εγώ κοτζάμ μαντράχαλος και τρέμω. Αυτό;»

«Αλλού είναι η δυσκολία. Μετά τι θα γίνει; Θα ξαναφύγεις; Σαν ένας κομήτης που πέρασε και μετά εξαφανίστηκε;»

«Σου εξήγησα τις ειδικές συνθήκες στις οποίες βρίσκομαι. Αλλά μην ανησυχείς για τις υποχρεώσεις του παιδιού μου θα κάνω τα πάντα»

«Άκουσε Λάμπρο. Όλο αυτό το διάστημα το παιδί σου δε στερήθηκε τίποτα. Φρόντισα εγώ γιατί όπως σου είπα συνδέθηκα με τη Μαρία και την αγαπώ πολύ. Το ίδιο αγάπησα και φρόντισα τη μάνα της»

«Ντίνα δεν αμφισβητώ τίποτε απ’ όλα λες και υποκλίνομαι στην προσφορά σου. Πες μου τι να κάνω και θα το κάνω;»

«Ενήλικας είσαι, κάνε την επιλογή σου»

«Αναλαμβάνω την ευθύνη του παιδιού μου και το αγαπώ πριν ακόμα το γνωρίσω. Αλλά δεν είμαι ψυχολογικά έτοιμος για μια τόσο άμεση συνάντηση

«Τότε πρέπει να φύγεις γιατί σε λίγη ώρα η μικρή θα είναι εδώ»

«Θα σου τηλεφωνήσω το βράδυ. Όλα ήταν τόσο ξαφνικά και τα έχω λίγο χαμένα»

«Θα περιμένω τηλεφώνημά σου»

Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε



45. Η Ντίνα





Τον καταλάβαινε και τον δικαιολογούσε. Μέσα στις τόσες περιπέτειες που είχε περάσει είναι φυσικό μια ακόμα να τον φοβίσει λίγο. Μέσα σε μια μέρα να μάθει το τραγικό τέλος της Ράνιας κι ότι είναι πατέρας ενός οκτάχρονου κοριτσιού. Ε! πάει στο διάολο. Δεν είναι και λίγα. Θέλει κάποιο χρόνο να το χωνέψει. Καταστάσεις ανθρώπινες και κατανοητές.

Τώρα που επιτέλους γνώρισε τον περιβόητο Λάμπρο -με την ζωντανή εικόνα του-  της ενισχύθηκε η θετική διάθεση που είχε από τις προηγούμενες πληροφορίες. Η Ράνια όταν μιλούσε γι αυτόν το πρόσωπό της και τα λόγια της έδειχναν τη λατρεία που του είχε. Ακούοντας συνεχώς γι αυτόν για τη σύλληψή του, την καταδίκη στο στρατοδικείο και τελικά η εξομολόγηση της Ράνιας ότι είναι ο πατέρας του παιδιού της  έδωσαν την εικόνα ανθρώπου που φέρει γύρω από το κεφάλι ένα φωτοστέφανο. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει είχαν μέσα της αναπτυχθεί δυνατά αισθήματα και τώρα που τον συνάντησε άρχιζε να τα συνειδητοποιεί. Ναι! Τον αγαπάει, την έλκει όχι μόνο η προϊστορία, μα και η ζωντανή εντύπωση που αποκόμισε από την προσωπική επαφή.

Δεν είχε καμιά προϊστορία σε αισθηματικούς δεσμούς. Κάτι χλωμές ιστορίες με συμμαθητές στο σχολείο και στο Πανεπιστήμιο, λίγα χαϊδολογήματα σε γωνιές των δρόμων και μια αποτυχημένη προσπάθεια να γίνει γυναίκα από κάποιον που την διεκδίκησε με το έτσι θέλω κι ίσως αυτό να ήταν η αιτία της αναστολής που ένιωθε απέναντι στους άντρες. Ήξερε ότι αυτό δεν είναι σωστό, αλλά, εσύ που κάνεις τον έξυπνο, δώσε διαταγή στα απωθημένα σου να πάψουν να σε ενοχλούν. Δε γίνεται. Τώρα ένιωθε ψυχολογικά έτοιμη για το μεγάλο έρωτα, αλλά μια σχέση θέλει δυο άτομα. Ο άλλος θα θέλει; Τι άλλες προσωπικές ιστορίες θα τον κυνηγούν ή μήπως θα έχει ήδη αλλού δοσμένη την καρδιά του; Όμως αυτή θα τον διεκδικήσει. Όσο περνάει απ’ το χέρι της. Σίγουρα όχι με το ζόρι αλλά αν είναι θέλημα της μοίρας γιατί όχι; Καλοδεχούμενο.

Δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Το ίδιο βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν αυτός. Με μια φωνή λιγωμένη από ευχαρίστηση κι αδημονία της είπε

«Συγχώρησε μου την αδιακρισία, μα την είδα την κόρη μου, έστω και από μακριά. Κούκλα είναι και μοιάζει της μάνας της»

«Δεν έχω να σου συγχωρήσω τίποτα! Κόρη σου είναι και έχεις κάθε δικαίωμα πάνω της. Άλλωστε εγώ δε σου πρότεινα την άμεση επαφή;»

«Έχω μια αναστολή, καλή μου Ντίνα, μη σας μπλέξω σε περιπέτειες με τα κυνηγητά που έχω. Το σπίτι που κάθομαι μ’ ένα φίλο είναι προσωρινό. Πρέπει ν’ αποφασίσω τι θα κάνω και με το στρατιωτικό. Σε ένα μήνα μετά τις γιορτές πρέπει να παρουσιαστώ στην Τρίπολη. Έτσι σχεδίαζα πριν μάθω ότι έχω μια υπέροχη κόρη. Τώρα το ξανασκέφτομαι. Να σου εξομολογηθώ κάτι κι ας με περάσεις για συναισθηματικό. Πεθαίνω! Πεθαίνω από την επιθυμία να σφίξω την κόρη στην αγκαλιά μου. Η λογική και οι όποιες αναστολές πάνε περίπατο»

«Ωραία! Αφού επιμένεις κανένα πρόβλημα. Έλα αύριο το απόγευμα να σε γνωρίσει. Θα προετοιμάσω λίγο την κατάσταση»

Ένας δισταγμός λίγων δευτερολέπτων και η απάντηση ήρθε με δύναμη.

«Θα έρθω! Ναι! Θα έρθω! Βοήθα και εσύ όπως μπορείς»

«Κι οι δυο μας θα σε περιμένουμε με χαρά…»

Μέσα στο μυαλό της απ’ αυτή τη στιγμή είχε σχηματιστεί η ιδέα και η πρόταση. Ήταν πολύ συγκινητική η βιάση του Λευτέρη να γνωρίσει την κόρη του. Μια ακόμα επαλήθευση με τι άνθρωπο έχει να κάνει. Υπήρχε και μια σκιά ανησυχίας και ζήλιας. Υπάρχει περίπτωση να χάσει τη Μαρία, που τη θεωρεί και δικό της παιδί; Βαφτισιμιά της θα είναι σίγουρα αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Ίδωμεν…



46.  Η συνάντηση



Όταν χτύπησε το κουδούνι της εξωτερικής πόρτας ο ήχος που ακούστηκε από μέσα συγκρινόταν με το χτύπο της καρδιάς του. Τόσο έντονη ήταν η αγωνία του. Όλη τη   μέρα την αφιέρωσε να περιποιηθεί τον εαυτό του. Κούρεμα, ξύρισμα, λούσιμο και τα πιο καλά του ρούχα. Να αφήσει ντε καλή την πρώτη εντύπωση στο παιδί του! Ακούστηκαν βήματα από μέσα και σε λίγο άνοιξε λίγο η πόρτα και φάνηκε η συμπαθητική μορφή της Ντίνας με ένα μικρό χαμόγελο

«Καλώς τον! Σε περιμέναμε!»

 Την ίδια στιγμή άνοιξε διάπλατα την πόρτα και στην απέναντι πλευρά του διαδρόμου με μάτια γεμάτα απορία και προσμονή, ένα όμορφο κορίτσι με καθαρά χαρακτηριστικά, όμορφα μάτια και τα ίσια μαλλιά δεμένα πίσω σε κότσο. Η Ντίνα το πρόφτασε πριν ειπωθεί τίποτε άλλο

«Αυτός είναι ο πατέρας σου Μαρία!»

Υπήρξε μια σιωπή, που του φάνηκε αιώνας. Τον ζύγιαζε και φαίνεται της άρεσε ή εικόνα του. Με την άδολη παιδική αθωότητα έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά του

«Μπαμπά μου! Καλέ μου μπαμπά, που ήσουν όλα τα χρόνια; Η μαμά έφυγε. Πήγε στον ουρανό»

Δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, που άρχισαν να τρέχουν απ’ τα μάτια του. Την έσφιξε στην αγκαλιά του, αδαής όπως ήταν, σαν να ήταν ένα εύθραυστο πλάσμα φοβούμενος ότι θα σπάσει.

«Συγχώρεσε με γλυκιά μου, αλλά δεν μπορούσα να έρθω κοντά σου. Από δω και πέρα όμως θα μ’ έχεις δίπλα σου. Να ξέρεις ότι σε αγαπώ περισσότερο από κάθε τι. Είσαι το μωρό μου!» 

Η μικρή τον αγκάλιασε τον φίλησε και του είπε

«Κι εγώ θα σ’ αγαπώ μπαμπά μου, Αρκεί να είσαι κοντά μου»

 Ο Λάμπρος μόνο που δεν κατουρήθηκε πάνω του, ασυνήθιστος  στις παιδικές θωπείες

«Α! Καλά που το θυμήθηκα. Άνοιξε αυτό το μικρό δωράκι που σου έφερα»

Ήταν ένα μουσικό κουτί, που το πήρε στο λάχα-λάχα από συνοικιακό εμπορικό . Ευτυχώς κιόλας που το βρήκε. Όταν η μικρή περίεργη το άνοιξε απλώθηκε στο δωμάτιο η τρυφερή μουσική του Μπετόβεν για την Ελίζα. Και οι τρείς με αφοσίωση άκουσαν το τρίλεπτο κομμάτι και η μικρή εντυπωσιασμένη του είπε

«Είναι τόσο όμορφο μπαμπά. Να το πάρω αύριο στο σχολείο»

«Δικό σου είναι μωρό μου. Ό,τι θέλεις το κάνεις»

Τον ξαναφίλησε και του είπε πάλι ευχαριστώ.

Όλο αυτό το διάστημα η Ντίνα τους έβλεπε και τους χαιρόταν. Είδε τη συγκίνηση του Λευτέρη και συγκινήθηκε κι αυτή με τη σειρά της.

Την αγαπάει σκέφτηκε από μέσα της. Την αγαπάει πραγματικά

Σε λίγο επενέβη στη Μαρία

«Δεν πας να παίξεις με την Ελένη. Αρκετά τον ζαλίσαμε τον μπαμπά»

«Να πάρω και το μουσικό κουτί;»

«Να το πάρεις»

«Μπαμπά μη φύγεις. Θα γυρίσω γρήγορα»

«Εδώ θα είναι, μην ανησυχείς»



47.  Πρόταση συγκατοίκησης



Όταν έμειναν μόνοι υπήρξε μια ολιγόχρονη αμηχανία. Αυτός έσπασε τη σιωπή

«Ποια είναι η Ελένη;»

«Μια συμμαθήτριά της που κάθεται κοντά μας και κάνουν παρέα»

«Ωραία! Ήταν όλα μαζεμένα και με διέλυσαν. Ο θάνατος της Ράνιας και η αποκάλυψη. Δεν είναι λίγο να βρεθείς από μια στιγμή στην άλλη πατέρας μιας οκτάχρονης κούκλας! Θα χρειαστεί ένα διάστημα όλα να τα χωνέψω. Και μην παραλείψω να σ’ ευχαριστήσω που- όπως φάνηκε προετοίμασες αποτελεσματικά- τη γνωριμία μου με τη Μαρία. Το εκτιμώ, όπως δε ξεχνώ την αδιάκοπη φροντίδα σου για την κόρη μου. Δεν ξέρω αν ποτέ θα μπορέσω όλο αυτό να στο ξεπληρώσω»

«Άστα αυτά τώρα. Με σένα τι γίνεται σε λίγες μέρες θα έχουμε Χριστούγεννα. Τώρα που ήρθες δε γίνεται πάλι να εξαφανιστείς»

«Θα έρχομαι συχνά»

«Δεν είναι πλέον λύση και το καταλαβαίνεις. Αφού με δική σου επιμονή και προτροπή σου άνοιξα την πόρτα να γνωρίσεις την κόρη σου γυρισμός δεν υπάρχει. Ήδη της υποσχέθηκες ότι θα είσαι δίπλα της»

«Εξήγησε να καταλάβω τι εννοείς Ντίνα»

«Δε μπορείς να είσαι επισκέπτης. Θα γίνεις συγκάτοικος της»

«Δηλαδή;»

«Θα έρθεις να κάτσεις εδώ. Εσύ είσαι ο πατέρας της και το σπίτι είναι δικό σας. Εγώ είμαι η νονά, που κάτω από ειδικές συνθήκες ανέλαβα, δίνοντας την υπόσχεση στη μάνα της ότι θα την φροντίσω. Ίσως έφτασε η ώρα να παραμερίσω λίγο»

«Όχι Ντίνα μου, για το θεό! Χωρίς εσένα δε μπορώ να κάνω βήμα. Δε σου εξήγησα τις προσωπικές μου υποχρεώσεις και τις αναστολές λόγω των καταστάσεων;»

«Τότε τι προτείνεις;»

Αναποφάσιστος, παγιδευμένος στα αδιέξοδα το είδε σαν σανίδα σωτηρίας

« Ίσως αν μέναμε κι οι δυο στο σπίτι»

Κάθισε κάποιο χρόνο αμίλητη. Τον είχε φέρει εκεί που απ’ την αρχή επεδίωκε. Αυτός μόνος του το πρότεινε.

«Και τι θα πούμε στους γείτονες;»

«Δεν ξέρω. Εσύ που κάθεσαι εδώ και ξέρεις την ατμόσφαιρα, τι προτείνεις;»

«Τι πιστεύεις για την πολιτική κατάσταση; Θα τραβήξει κι άλλο η κατάσταση; Τελικά με το στρατιωτικό τι θα κάνεις;»

 «Μάγος δεν είμαι αλλά η κατάσταση νομίζω έφτασε στα όριά της. Νομίζω ότι σύντομα θα έχουμε εξελίξεις. Όμως δεν θα παραδοθώ ως πρόβατο σε σφαγή. Βεβαίως είναι μια κίνηση που έχει το κόστος της, αλλά τρία χρόνια έκανα την υποχρεωτική μου θητεία στη φυλακή. Τελικά το αποφάσισα. Δεν θα παρουσιαστώ στο κέντρο νεοσυλλέκτων. Θα εργάζομαι στο φροντιστήριο να έχω ένα κάποιο εισόδημα και αν κάθομαι εδώ θα είναι μια καλή κάλυψη για μένα. Για σας όμως; Δεν θα σας βάλω σε κίνδυνο;»

«Όλα Λάμπρο τα πράγματα στη ζωή έχουν το κόστος τους. Εσύ το ξέρεις καλύτερα από μένα. Αλλά για τη Μαρία και εμένα θα είναι μεγάλη χαρά να σ’ έχουμε κοντά μας. Στο δηλώνω με κάθε ειλικρίνεια, εν γνώσει των συνεπειών. Και τους δυο μας ενώνει η αγάπη για τη Μαρία και οι μνήμες από τη Ράνια. Εσύ αποφάσισε»

«Για τη γειτονιά τι σχόλια μπορούν να γίνουν. Η Μαρία τι θα πει στο σχολείο και τις φίλες της;»

«Δεν νομίζω ότι υπάρχει κίνδυνος, αλλά δε θα ήταν άσκοπο να πάρουμε και κάποια προφυλακτικά μέτρα. Την κόρη σου μην την έχεις για μωρό. Είναι πια κοπελίτσα και μπορεί να καταλάβει τις ειδικές συνθήκες που υπάρχουν. Θα την δασκαλέψω εγώ κατάλληλα. Προσωρινά ας πούμε πως είσαι ο ξάδελφος που ήρθε απ’ το χωριό. Αν πρόλαβε και είπε στην Ελένη, τη φίλη της, κάτι θα βρει να το μπαλώσει. Μην ανησυχείς»

«Εντάξει τότε. Θα πάω να φέρω τα ρούχα μου και τα βιβλία. Τα άλλα δε τα χρειάζομαι»



48. Με την αγωνία, αλλά και τη χαρά



Προσπάθησε ο κακομοίρης να τα καταφέρει. Όλα ήταν για αυτόν καινούρια. Είχε και τις γενικότερες έγνοιες. Στον κολλητό του  είπε ότι φεύγει και θα έρχονται σε επαφή με τον παλαιό τρόπο, χωρίς να του ανακαλύψει κάτι περισσότερο. Όμως τον ενημέρωσε για την απόφασή του να μην καταταγεί, κάτι, που ο Τάσος το είχε αποφασίσει από πιο νωρίς. Στην απορία του Τάσου μήπως έμπλεξε με καμιά οργάνωση του απάντησε κατηγορηματικά όχι. Δεν είχε καμιά τέτοια πρόθεση. Μια μόνο επιθυμία υπέβοσκε μέσα του. Να περάσει από το τυπογραφείο να δει τον πατριώτη του Μήτσο. Είχε μια περιέργεια τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια που ο ίδιος ήταν στη φυλακή. Ευτυχώς δεν τον έμπλεξε στη δική του περιπέτεια, Τον κράτησε απέξω. Κάποια στιγμή θα στηθεί έξω απ’ το τυπογραφείο να δει αν ζει ή πέθανε, αν συνεχίζει εκεί ή έφυγε, αν παντρεύτηκε το κορίτσι του κι όλα τα συναφή. 

Η κόρη του, δασκαλεμένη από την Ντίνα, όταν την ρωτούσαν έλεγε για το ξάδελφο που ήρθε να μείνει προσωρινά στο σπίτι, μα όταν ήταν μόνοι ξεδίπλωνε την καταπιεσμένη αγάπη στον πατέρα της, που όλα αυτά τα χρόνια τον είχε στερηθεί. Της έμενε όμως το απωθημένο που δεν μπορούσε να τον δείξει με καμάρι σ’ όλες τις φίλες της, σ’ όλες τις συμμαθήτριες στο σχολείο. Όχι γιατί είναι πατέρας της, μα ήταν νέος, όμορφος και μαθηματικός. Θα την βοηθάει και στα μαθήματα. Ας κάνει λίγο υπομονή. Την βεβαίωσαν ότι αυτό το απαραίτητο κρυφτούλι δε θα κρατήσει πολύ χρόνο.

Η Ντίνα έκανε προσεκτικές κινήσεις μην τυχόν δημιουργηθούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Συνέχισε την προσεκτική ανατροφή και παρακολούθηση της Μαρίας. Με το Λάμπρο κρατούσε τις αποστάσεις, αλλά τυπική κι ευγενική τον ενημέρωνε για κάθε εξέλιξη  και πληροφορία. Με την εργασία της πήγαινε καλά. Από καιρό είχε πάρει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος και ο προϊστάμενος του δικηγορικού γραφείου που έκανε την εξάσκησή της πρότεινε μόνιμη απασχόληση μ’ έναν σχετικά μικρό βέβαια στην αρχή μισθό. Αυτό, προς το παρόν, δεν την πείραζε γιατί οι δικοί της έχοντας μια οικονομική άνεση συνέχιζαν αδιαλείπτως να της στέλνουν κάθε μήνα και το σύνηθες έμβασμα

Όταν μάλιστα πήρε κι επισήμως την άδεια της υποσχέθηκαν αυτοκίνητο, μόλις θα έπαιρνε την άδεια οδήγησης. Ο πατέρας της μπροστά στους συγγενείς στο γλέντι που οργανώθηκε  γεμάτος περηφάνια για την κόρη του είπε

«Ήρθε η ώρα να σου πάρουμε κι ένα αυτοκίνητο, κορίτσι μου! Κοτζάμ δικηγόρος της Αθήνας και μα μην έχει ένα αυτοκίνητο; Δεν πάει»

Η αλήθεια είναι ότι το είχε παραμελήσει λίγο, αλλά μετά την έλευση του Λευτέρη άρχισε εντατικά μαθήματα και σε δυο μήνες πήρε δίπλωμα. Ο πατέρας από το χωριό έστειλε τα λεφτά που είχε υποσχεθεί και μια μέρα, χωρίς να τους έχει προϊδεάσει καθόλου πάρκαρε μπροστά στην πόρτα με το ολοκαίνουργο ιταλικό Φίατ. Η μικρή ξετρελάθηκε κι ήθελε αμέσως βόλτα, ο Λευτέρης διστακτικός της είπε

«Προσεκτικά κακομοίρα μου. Έχουμε παιδί μέσα»

  Έτσι ήρεμα με προσεκτικές κινήσεις, χωρίς να εμφανίζονται σε επικίνδυνα κεντρικά μέρη, χωρίς να συμμετέχουν σε καμιά εκδήλωση, που θα τους εξέθετε σε κίνδυνο πέρασαν οι μήνες κι ήρθαν τα τραγικά γεγονότα της προδοσίας της Κύπρου, η κατάρρευση της Χούντας και η θριαμβευτική επάνοδος του Καραμανλή.

Ο Λάμπρος απελευθερώθηκε. Τα ήθελε όλα εδώ και τώρα. Απευθυνόμενος στην Ντίνα της είπε

«Θέλω να αναγνωρίσω το παιδί μου. Πες μου τι πρέπει να γίνει και θα γίνει. Εσύ είσαι η δικηγόρος, εσύ ξέρεις. Φρόντισε»

Το είδε και η άλλη. Πνιγόταν! Η καταπίεση τόσων χρόνων, η στέρηση βασικών δικαιωμάτων, η διαρκής αγωνία για το αύριο είχαν ξεχειλίσει μέσα του. Τα ήθελε όλα εδώ και τώρα. Όλα όσα στερήθηκε. Δεν ήξερε κι αυτή τι ακριβώς χρειάζεται Ρώτησε τον προϊστάμενό της, διάβασε τη σχετική νομοθεσία, έτρεξε, του ζήτησε τα απαραίτητα πιστοποιητικά και κάποια στιγμή το ολοκλήρωσε. Ένιωσε τη χαρά της επιτυχίας

«Τώρα κύριε Λάμπρο η Μαρία είναι κόρη σου και με τη σφραγίδα του νόμου»

Ο άλλος ενθουσιασμένος, για να την ευχαριστήσει και να εκφράσει τη εσωτερική του ευχαρίστηση την αγκάλιασε από τη μέση, τη σήκωσε ψηλά και καθώς την κατέβαζε τη φίλησε. Δεν ξέρει τι αυτός αισθάνθηκε, αλλά η ίδια ανατρίχιασε σύγκορμη. Ένιωσε πόσο βαθειά ερωτικά τον επιθυμεί, αλλά ο άλλος χαζοχαρούμενος το μυαλό του ήταν αφοσιωμένο μόνο στη κόρη του. Από μέσα της μόνο ψιθύρισε

«Υπάρχουν κι άλλοι γύρω σου κύριε που σε αγαπάνε, αλλά εσύ είσαι χαζός κι αδιάφορος. Λες και πέρα βρέχει. Πότε θα ξυπνήσεις πανέξυπνε, που σε ενδιαφέρει ο κόσμος όλος, να δεις τους ανθρώπους, που ζουν  δίπλα σου. Ίσως γιατί τους θεωρείς σίγουρους και δεδομένους. Σου χρειάζεται ένα σοκ. Κι αυτό θα σκεφτώ να κάνω»

Εκείνος εντωμεταξύ να πάει να δει τον Τάσο. Αγκαλιές φιλιά

«Επιτέλους αδελφέ να ανασάνουμε και λίγο. Τι θα κάνεις τώρα;»

«Λάμπρο, τώρα είναι καιρός για αγώνες. Το κίνημα έχει την ευκαιρία του και πρέπει όλοι να στοιχηθούμε πίσω από κάποιο φορέα. Εγώ ήδη μπήκα με τα μπούνια»

«Δικαίωμα σου και άποψή σου. Εγώ έχω υποχρεώσεις τώρα. Έχω μια κόρη και πρέπει να τη φροντίσω. Δεν θα πάρω. Θα κάτσω στην άκρια και θα παρακολουθώ όμως. Αδιάφορος δεν είμαι. Αλλά συμμετοχή σε οργανώσεις και τέτοια δε μ’ ενδιαφέρουν»

Ο άλλος έμεινε με την είδηση της κόρης

«Πότε κιόλας. Πότε πρόφτασες;»

«Είναι μεγάλη ιστορία. Θα στα πω μια άλλη φορά και θα σου τη φέρω να τη γνωρίσεις»



49. Οι επόμενες κινήσεις



Εκεί που έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, εκεί που επιτέλους άρχισε να χαίρεται την κόρη του, που κι εκείνη ανταποκρινόταν στην αγάπη του ήρθε κατακέφαλα η βόμβα. Η Ντίνα, επαρκώς προετοιμασμένη, την ώρα που ήταν στο τραπέζι και τρώγανε το κυριακάτικο φαγητό και σχεδίαζαν το απόγευμα να πάνε βόλτα πάνω στα βόρεια προάστια τους το ανακοίνωσε

«Ο δικός μου ρόλος τελείωσε. Ολοκλήρωσα την υπόσχεση που είχα δώσει στη Ράνια. Ό ρόλος μου έκλεισε ώρα να πάω στην άκρια»

Ο Λάμπρος πάγωσε. Σαν να έφυγε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του. Δεν είχε περάσει ποτέ ένα τέτοιο ενδεχόμενο απ’ το μυαλό του. Τρομαγμένος την κοίταξε μήπως το λέει αστεία και είδε μόνο σοβαρότητα και σιγουριά

«Και τη Μαρία πού θα την αφήσεις;»

Ευτυχώς η μικρή είχε πάει λίγο πριν στην αυλή να παίξει

«Για αυτήν φρόντισα ολόκληρα χρόνια, όπως φρόντισα να αποκτήσει και τον πατέρα της. Τη Μαρία, ξέρεις πολύ καλά, την αγαπώ πολύ και πάντα θα ενδιαφέρομαι για αυτή»

«Και πού θα πας;»

« Θα νοικιάσω ένα σπίτι. Αυτό ανήκει σε σας»

Έμεινε λίγο χρόνο αμίλητος και μια ψυχρή σιωπή τους κύκλωσε. Επιτέλους ο «έξυπνος», ο παντογνώστης Λάμπρος κατάλαβε κάτι που δεν περνούσε απ’ το μυαλό του, γιατί το θεωρούσε αυτονόητο. Κι εδώ είναι το λάθος των περισσότερων κοντόφθαλμων κι εγωιστών αντρών. Να θεωρούν μερικά πράγματα αυτονόητα και δεδομένα. Δεν άντεξε άλλο τη σιωπή και στο τέλος το ξεφούρνισε

«Και μένα που θα μ’ αφήσεις; Δε με σκέφτηκες καθόλου;»

«Ποτέ δεν έδειξες, Λάμπρο, ότι έχεις την ανάγκη μου! Με αντιμετώπιζες σαν έπιπλο του σπιτιού, σαν κάτι το ουδέτερο και νεκρό. Σε ενημερώνω κύριε ότι κι εγώ έχω αισθήματα, κι εγώ μπορεί να αγαπήσω κι εγώ έχω ανάγκη να αγαπηθώ. Δεν αντέχω αυτή σου την ουδετερότητα. Ίσως πρέπει να ψάξω αλλού για λίγη ευτυχία που κι εγώ δικαιούμαι»

Ο Λάμπρος σαν να ξύπναγε από λήθαργο. Την πλησίασε ήρεμα, της έπιασε τα δυο τις χέρια και με ύφος που περιείχε και λίγο παράπονο της είπε

« Εσύ Ντίνα μου; Εσύ η μάνα του παιδιού μου; Είναι δυνατόν να φύγεις από κοντά μας; Δε μιλάω μόνο εξ ονόματος της Μαρίας. Μιλάω και για μένα. Νομίζεις ότι θα άντεχα να σε χάσω;»

«Ποτέ όμως  δεν είπες ένα λόγο αγάπης, μια τρυφερή κίνηση. Τίποτα! Μόνο ένα φιλί κι αυτό ξώφαλτσο»

Το είδε, κατάλαβε το δίκαιο της κι όφειλε να κάνει τη διορθωτική κίνηση

«Άκου μωρό μου και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Υπάρχουν στη ζωή κεραυνοβόλοι έρωτες. Έρωτες με την πρώτη ματιά που ζουν τη φωτιά τους, αλλά πολλές φορές δεν έχουν υπόβαθρο και σύντομα σβήνουν. Και υπάρχουν αγάπες σιωπηλές που χτίζονται σταθερά χωρίς φανφαρονισμούς στηριγμένες στον αμοιβαίο σεβασμό. Τέτοια είναι η δικιά μας»

«Δηλαδή μ’ αγαπάς;»

«Μ’ αρέσει που το ρωτάς!»

«Πέστο μου μια φορά Λάμπρο και δόσμου ένα φιλί. Το χρειάζομαι τόσο….»



50. Νέα σχέδια



Το σκέφτηκε έτσι, το σκέφτηκε αλλιώς στο τέλος της το ξεφούρνισε

«Ντίνα ήρθε η ώρα να σε γνωρίσω στην οικογένειά μου. Έχουν να με δουν τόσο καιρό και με τρέλαναν σε γράμματα και τηλέφωνα. Η άλλη, η μάνα μου, την έριξε τη μπηχτή της. Να προλάβουμε, Λάμπρο, να σε δούμε πριν πεθάνουμε. Θα πάμε όλοι μαζί με το αυτοκίνητό σου»

«Κι εγώ ποιο ρόλο θα παίζω;»

«Τον καλύτερο! Η μάνα του παιδιού μου!»

«Καλά είσαι τρελός;»

«Καθόλου! Δεν θα τους ανακατέψουμε με μπερδεμένες καταστάσεις. Εσύ είσαι η μάνα της Μαρίας. Πάει τελείωσε. Άλλωστε, μωρό μου, εσύ δε θα είσαι η μάνα των υπόλοιπων παιδιών που θα κάνουμε; Με ένα θα μείνουμε; Νεαρά, φιλόδοξε δικηγόρε ετοιμάσου για τα επόμενα κουτσούβελα.. Το γάμο θα τον κάνουμε στο χωριό σου αμέσως μετά»

Η Ντίνα αντί απάντησης έπεσε στην αγκαλιά του και τον γέμισε με φιλιά. Σε λίγο στο πρόσωπό της ζωγραφίστηκε μια απορία. Ο Λάμπρος το είδε και τη ρώτησε

«Τι συμβαίνει;»

«Λίγο δύσκολο αυτό που λες. Μια φορά έγινε κατά τας γραφάς. Η Παναγία γέννησε κι έμεινε παρθένος. Εγώ;»

Ο άλλος το έπιασε αμέσως

«Καλά ακόμα αδοκίμαστη είσαι;»

«Συγχώρα με! Ναι»

«Ώρα να διορθώσουμε την καθυστέρηση. Που είναι η μικρή;»

«Έπεσε για ύπνο»

«Πάμε κι εμείς να βάλουμε μπρος τη δουλειά»

Αγκαλιασμένοι μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα…..

Πριν φύγουν για το Βόλο πέρασε απ’ το τυπογραφείο κι αναζήτησε τον Μήτσο. Δεν είχε εδώ και χρόνια νέα του. Τον βρήκε στη θέση του. Το τυπογραφείο είχε περισσότερα μηχανήματα από αυτά που θυμόταν και μέσα υπήρχαν τώρα τέσσερα άτομα, που δούλευαν πυρετωδώς πράγμα που έδειχνε ότι οι δουλειές πάνε καλά. Στο γραφείο καθισμένος, σχεδόν απείραχτος από τα χρόνια που πέρασαν ο φίλος του.

Όταν σήκωσε το βλέμμα και είδε τον Λάμπρο πετάχτηκε όρθιος γεμάτος χαρά

«Λάμπρο φίλε μου! Πόσα χρόνια έχω να σε δω! Μάθαμε τη σύλληψή σου και τις πρώτες μέρες η Πόπη μου είχε μια αγωνία μην μπλέξω κι εγώ, αλλά της το είπα Ο Λάμπρος είναι σπαθί. θα προτιμήσει να πεθάνει παρά να μαρτυρήσει. Έλα κάτσε να τα πούμε όλα»

«Πρώτα θέλω να μάθω τα δικά σου. Τι έγινε με το κορίτσι σου;»

«Το κορίτσι που λες, φίλε Λάμπρο, είναι μάνα δυο πανέμορφων κοριτσιών. Τριών και δυο χρόνων. Έχουμε βάλει πλώρη για το γιο. Που θα πάει θα έρθει κι αυτός»

«Ω! Χαίρομαι πολύ για σένα. Με τη δουλειά βλέπω ανάπτυξη»

«Ναι ! Πάμε καλά. Ήδη είμαι συνεταίρος με το αφεντικό. Τώρα λείπει λίγες μέρες γιατί έχει ένα πρόβλημα υγείας, αλλά σύντομα θα είναι πάλι στο μαγαζί»

«Να σου πω και εγώ τα νέα μου. Έχω κι εγώ μια όμορφη κόρη και το κρατούσα μυστικό. Θα στη φέρω καμιά μέρα να τη γνωρίσεις»

«Κι η μαμά;»

«Είναι δικηγορίνα!»



51. Η έκπληξη και η χαρά



Χρειαζόταν ένα δασκάλεμα στη Μαρία του. Την έπιασε ιδιαίτερα και της είπε

«Γλυκό μου κορίτσι σε λίγες μέρες θα πάμε εσύ, η Ντίνα κι εγώ στο Βόλο. Είναι η πατρίδα μου, η πόλη που γεννήθηκα, που πέρασα τα παιδικά μου χρόνια. Εκεί ζει η οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ο Ανέστης, η μάνα μου η Δήμητρα κι ο αδελφός μου. Δηλαδή ο παππούς, η γιαγιά κι ο θείος σου..»

«Ω! Πολύ ωραία. Θα τους γνωρίσω και θα με γνωρίσουν. Εφόσον είναι οι γονείς σου κι εγώ θα τους αγαπώ, όπως αγαπώ εσένα»

«Άκου όμως κάτι. Για λόγους πολλούς, που στο μέλλον θα σου εξηγήσω καλύτερα, ακόμα δεν ξέρουν ότι έχω μια όμορφη κόρη σαν και σένα. Έτσι η έκπληξη τους θα είναι μεγάλη. Ας φροντίσουμε να τους το φέρουμε όσο πιο μαλακά μπορούμε. Το πρώτο που θα ρωτήσει η γιαγιά είναι και ποια είναι η μάνα του παιδιού. Ας μην αναφέρουμε το θάνατο της Ράνιας. Ας πούμε ότι μάνα σου είναι η Ντίνα, που τόσο την αγαπάς και το ίδιο κι αυτή σ’ αγαπάει. Άλλωστε δεν θα είναι ψέμα. Σε λίγο καιρό η Ντίνα κι εγώ θα παντρευτούμε κι έτσι θα είναι και τυπικά μάνα σου»

Η μικρή που άκουγε προσεκτικά τον πατέρα της με την τελευταία είδηση ζωντάνεψε και με χαρές είπε

«Αλήθεια μπαμπά;»

«Ναι κορίτσι μου, αλήθεια»

«Α ! Τι ωραία. Θα έχω κι εγώ πλήρη οικογένεια όπως τα περισσότερα παιδιά. Πόσο μ’ αρέσει! Πόσο χαίρομαι! Το ξέρει η Ντίνα;»

«Το ξέρει. Αν την πεις μαμά θα της αρέσει»

«Πάω να το πω»

Έτσι κι έγινε. Η έκπληξη όλων στο Βόλο ήταν πράγματι μεγάλη. Μετά όμως την αρχική αμηχανία η γιαγιά Δήμητρα με δάκρυα να κυλούν απ’ τα μάτια της αγκάλιασε την εγγόνα στην αγκαλιά της και με σπασμένη φωνή είπε

«Καλέ τι όμορφη εγγονή έχω εγώ»

 Από συμπαράσταση έβαλε ευτυχισμένη τα κλάματα και το Μαράκι. Μετά τη δικαιολογημένη αρχική έκπληξη η οικογένεια του Λάμπρου δέχτηκε με αγάπη την Ντίνα, μητέρα της Μαρίας. Έτσι είπε ο Λάμπρος, αυτό και ήταν. Το Λάμπρο τον δέχτηκε με χαρά και παραδοχή κι η τοπική κοινωνία. Ο ίδιος δεν  ένιωθε άνετα στα ενθουσιαστικά λόγια με τα οποία τον υποδέχονταν αλλά στη φάση αυτή έκανε υπομονή, ενώ από μέσα του ήθελε να μην του θυμίζουν τα άσχημα χρόνια

Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν ένας γνωστός παράγοντας της περιοχής που εγκαίρως είχε προσχωρήσει σε ένα από τα νεοπαγή κόμματα της μεταπολίτευσης του πρότεινε «τιμητική» συμμετοχή στο ψηφοδέλτιο των προσεχών εκλογών. Με εμφανή ενόχληση και ψυχρότητα του απάντησε ότι δεν ενδιαφέρεται. Τότε με τη σιγουριά του μεγάλου ηγέτη τον προκάλεσε

«Καλά Λάμπρο, εσύ ένας αγωνιστής, δε θα δώσεις τον αγώνα;»

Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι του. Με το ζόρι κράτησε το στόμα του κλειστό. Σκέφτηκε ότι αν τον χέσει θα του δώσει αξία στους γύρω, που άκουαν τη συζήτηση και με ψύχραιμη φωνή του είπε

«Εγώ ασχολήθηκα πριν. Τώρα είναι η δική σου ώρα»

Ό,τι κατάλαβε, ας κατάλαβε, αν και ήξερε ότι άνθρωποι σαν κι αυτόν το φτύσιμο το αντιλαμβάνονται σαν ψιχάλες.

Δυστυχώς στον τόπο του, εκεί που είχε ταγμένη την ψυχή του άρχισε να νιώθει άσχημα.

« Ώρα να φεύγω», είπε από μέσα του.

Οι δικοί του προσπάθησαν να τον κρατήσουν σκορπώντας αγάπη στην Μαρία και την Ντίνα. Εκείνος όμως ήταν ανένδοτος

«Πάμε κορίτσια. Έχουμε πολλές δουλειές στην Αθήνα που μας περιμένουν..»



52.  Χτίσιμο οικογένειας



Πηγαίνοντας για την Αθήνα άνοιξε ο Λάμπρος τη συζήτηση

«Κορίτσια ήρθε η ώρα να χτίσουμε την οικογένεια και να φροντίσουμε για το μέλλον μας»

Πρώτο επενέβη το Μαράκι

«Τι εννοείς μπαμπά;»

«Πρώτον το σπίτι θέλει γενική ανακαίνιση. Άλλωστε μικρή μου σε λίγο θα έρθει αδελφάκι σου. Δε θέλεις;»

«Πολύ! Πολύ! Είναι αλήθεια Ντίνα;»

«Πιθανόν»

 «Μετά έχουμε το γάμο. Με τη μεγάλη εκκρεμότητα του στρατιωτικού τελειώνουμε. Ψηφίζεται διάταξη για την περίπτωσή μας. Έτσι ησύχασα απ’ αυτόν το βραχνά»

Γεμάτος όρεξη και σχέδια συνέχισε

«Δε μου λες Ντίνα οι δικοί σου ξέρουν για τη βαφτισιμιά σου από πριν»

«Ναι την έχω πάει και στο χωριό και την έχουν δει οι δικοί μου»

 «Δε γίνεται λοιπόν εκεί να την παρουσιάσουμε ως κόρη και των δυο μας. Ούτε να ενώσουμε στο γάμο μας τα δυο σόγια γιατί το μπέρδεμα είναι σίγουρο. Κι άντε μετά να ξεμπλέκεις. Προτείνω να πάμε στο χωριό σου και σε στενό κύκλο να γίνει ο γάμος μας. Βρες εσύ μια δικαιολογία για τη βιασύνη και θα το ξεπεράσουμε κι αυτό»

«Εντάξει»

«Εγώ πρέπει να πάρω τις αποφάσεις μου για το επάγγελμα, που θα ασκήσω, Σίγουρα δάσκαλος, αλλά που; Να σου πω την καθαρή αλήθεια να διοριστώ καθηγητής σε δημόσιο σχολείο δε μου ταιριάζει Ντίνα. Καλύτερα μου έρχεται το ελεύθερο επάγγελμα. Επειδή οι ανάγκες τρέχουν θα πάω στο φροντιστήριο που ήδη εργάζομαι, αλλά έχω μεγαλύτερες φιλοδοξίες στον τομέα αυτό. Θα ψάξω να βρω συνεργάτες και θα ανοίξουμε μια δική μας δουλειά»

Σε λίγες μέρες η Ντίνα με αστραφτερό πρόσωπο που το έκοβε ένα πονηρό χαμόγελο του είπε

«Λάμπρο βρήκα τη δικαιολογία»

Αφηρημένος της είπε

«Για πιο πράγμα μιλάς κορίτσι μου;»

«Για το γάμο μας»

«Για λέγε, για λέγε;»

«Δε γίνεται η νύφη να πάει στην εκκλησία με τουρλωμένη κοιλιά»

«Δηλαδή;»

«Ναι. Σήμερα πήγα στο γιατρό κι είμαι έγκυος στο παιδί σου. Οι δικοί μου στο χωριό για να σκεπάσουν την ντροπή θα δεχθούν τα πάντα»

Σηκώθηκε όρθιος και την έσφιξε στην αγκαλιά του

«Ποια ντροπή μωρό μου; Τη χαρά που έρχεται μια νέα ζωή στην οικογένεια θέλεις να πεις; Με κάνεις ευτυχισμένο γιατί το δέσιμό μας γίνεται πιο δυνατό»

« Εντάξει κι εγώ χαίρομαι Λάμπρο, αλλά δεν είσαι από χωριό και δεν μπορείς να καταλάβεις τη νοοτροπία των εκεί ανθρώπων!»

«Εντάξει, ρύθμισε εσύ τις λεπτομέρειες και φύγαμε. Στους δικούς μου προς το παρόν κουβέντα»



53. Ένας κύκλος έκλεισε



Θα νόμιζε κάποιος ότι μετά την επτάχρονη επάρατη δικτατορία, μετά τις δοκιμασίες που τράβηξαν τόσοι και τόσοι συμπατριώτες μας, με τις εξορίες, τα βασανιστήρια, τις πολύχρονες φυλακίσεις, μετά την τραγωδία του Πολυτεχνείου και τις δεκάδες αθώα θύματα, την τραγωδία της Κύπρου θα έβγαιναν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα, που θα καθοδηγούσαν τις εγχώριες ηγετικές ομάδες στην νέα πορεία μετά την κατάρρευση της. Δεν μπορεί τόσος πόνος, τόσες θυσίες να μην άφησαν το αποτύπωμα τους  στην πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική πορεία της χώρας

Και όμως! Λες και τίποτα δε συνέβη. Όλα τα ελαττώματα που χαρακτήριζαν την προ της χούντας κοινωνία μας νεκραναστήθηκαν και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση. Με ισχυρότερο φανατισμό χρωματισμένα και μ’ έναν μανδύα καθυστερημένης εκδικητικότητας, που γύρισε τη ζωή μας πολύ πιο πίσω. Μερικοί αυτόκλητοι εισαγγελείς με χρονική καθυστέρηση θέλησαν να λύσουν τα προβλήματα της χώρας με νέο αίμα. Όμως η ανθρώπινη ιστορία έχει πολλές φορές διδάξει ότι το αίμα δεν λυτρώνει πληγές. Απλώς ανοίγει μεγαλύτερες. Αλλά τα διδάγματα της ιστορίας επειδή είναι ενοχλητικά αποφεύγονται όπως ο διάολος το λιβάνι

Σε μια φάση που η εθνική σύμπνοια  ήταν το πρώτο απαιτούμενο για την υπερνίκηση των πληγών ήρθαν νέες πιο πεισματικές διαιρέσεις, που ανέστειλαν την πρόοδο ή καλύτερα πισωγύριζαν τη χώρα σε μια επικίνδυνη εσωστρέφεια. Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται ακόμα και σήμερα σε έναν εκκωφαντικό «διάλογο» κουφών, όπου ο καθένας προσέρχεται ενώπιον των άλλων, έχοντας βαθειά στο μυαλό του την αντίληψη ότι αυτός έχει το δίκαιο και όλοι οι άλλοι το άδικο. Οπότε εξαρχής μια τέτοια συζήτηση είναι αναποτελεσματική.

Το συμφέρον της χώρας υστέρησε παταγωδώς μπρος στο κομματικό, συντεχνιακό ή ατομικό συμφέρον Η χώρα έχει επείγουσα ανάγκη από ένα sock αυτογνωσίας. Αν αυτό δε θα γίνει ο δύσκολος σήμερα ανηφορικός δρόμος που ανεβαίνουμε με αγκομαχητά θα γίνει ολισθηρά κατηφορικός με ύστατη κατάληξη την καταστροφή. 







 Κλείσιμο

 54.   Η μέση οδός

              

Το λιόγερμα είναι η άγια στιγμή της ημέρας, είναι ένα σημείο καμπής. Ίσως γιατί τότε καταλαβαίνεις την αξία και τη σημασία του φωτός που σε έλουζε σ’ όλη τη διάρκειά της. Είναι η στιγμή που αυτό το φως μ’ έναν σταθερό και συγχρόνως δραματικό τρόπο αποσύρεται και αφήνεται να νικηθεί από το σκοτάδι που σε λίγο θα πλακώσει παντού. Τότε αρχίζεις κι εσύ να διαλογίζεσαι και να θέτεις στον εαυτό σου τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα.

  Η ίδια περίπου αναλογία ισχύει  και για τη ζωή. Στη μεγαλύτερη διάρκειά της θεωρείς αυτονόητες και δικαιωματικές τις χαρές που αυτή σου χαρίζει. Δεν εκτιμάς εγκαίρως τη σημασία τους, αφήνεις να περνάνε ασχολίαστα μια σειρά γεγονότα που για τον φθαρτό άνθρωπο έχουν προφανή ημερομηνία λήξης. Κάποτε έρχεται η στιγμή της αλήθειας, μα τότε το καρότσι έχει τσουλήσει πλέον, χωρίς τη δυνατότητα της επιστροφής. Βλέπεις η πορεία της ζωής είναι οδός μιας κατευθύνσεως.

  Το κακό στη διάρκεια της είναι ότι σπάνια συνειδητοποιεί κάποιος τη σημασία ενός γεγονότος τη στιγμή που αυτό διαδραματίζεται. Πόσοι άνθρωποι αλήθεια είναι ικανοί να ζουν ταυτόχρονα το συμβάν και να ερμηνεύουν, μαζί και να εκτιμούν, την ιστορική σημασία του; Την επίδραση που το γεγονός αυτό θα έχει στους ίδιους και σ’ ολόκληρη την κοινωνία; Είναι πολύ λίγοι γι αυτό είναι και οι εκλεκτοί. Τις περισσότερες φορές συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Η ερμηνεία έρχεται με καθυστέρηση. Και μάλιστα  πολλές φορές αρκετών χρόνων. Αργότερα συνειδητοποιείς την επίδραση που είχε το γεγονός πάνω σου και στο περιβάλλον που ζεις. Δεν αναφέρω τις ακόμα χειρότερες περιπτώσεις, όπου ο άνθρωπος φτάνει στο πέρας της ζωής του, αναχωρεί οριστικά από αυτήν, χωρίς να έχει προλάβει να καταλάβει τι έχει ακριβώς συμβεί.

  Πόσο διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στην κοινωνία μας και πόσο διαφορετικές είναι οι συμπεριφορές τους κι οι αντιδράσεις τους στα ίδια γεγονότα!

 Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν αντέχουν τον εαυτό τους και την αναμέτρηση μαζί του, που παθαίνουν πατατράκ όταν κάποια στιγμή βρεθούν μόνοι τους, ενώπιος ενωπίω. Ίσως γι αυτό αναζητούν μετά μανίας συντροφιά, αλλαγή περιβάλλοντος. Αυτή η ανάγκη ανθρώπινης συντροφιάς κι επικοινωνίας έχει τις καλές της πλευρές, αλλά είναι στην πραγματικότητα μια δραπέτευση από το πρόβλημα.

  Επικοινωνείς με ανθρώπους, συνδιαλέγεσαι μαζί τους, ενημερώνεσαι πώς αντιμετωπίζουν αυτοί προβλήματα που ενδεχομένως και εσύ έχεις συναντήσει στο δρόμο σου, παίρνεις ιδέες και τρόπους απ’ αυτούς. Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά. Μερικές φορές συναντιέσαι και συναναστρέφεσαι με ανθρώπους που, κάτω από άλλες συνθήκες άνετης και προσεκτικής επιλογής, θα κατέληγες στο συμπέρασμα ότι δεν είναι περιπτώσεις που άξιζαν της εμπιστοσύνης σου και του χρόνου που αφιέρωσες γι αυτούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις το αρνητικό στοιχείο δεν είναι μόνο ο χαμένος χρόνος. Είναι και το φορτίο του μάταιου και ίσως βλαβερού που σου αφήνουν τέτοιου είδους συναναστροφές, μαζί με μια πικρή γεύση απογοήτευσης.

 Στο άλλο άκρο υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν καλά μόνο με τον εαυτό τους, τους αρέσει η απομόνωση από το περίγυρο, ακόμα κι από φίλους ή γνωστούς με τους οποίους, σε προηγούμενη περίοδο, τους συνδέουν κοινές αναμνήσεις, όμως η συνεχής μοναξιά μπορεί να μετατραπεί σε εμμονή διαρκείας και λίγο-λίγο να μεταβληθεί σε αγοραφοβία και αποστροφή για τους ανθρώπους.

 Ποια είναι τελικά η σωστή συμπεριφορά; Ποιος θα μπορούσε, αλήθεια, να δώσει την απάντηση;

  Ίσως σ’ αυτό το ερώτημα να είναι η μέση οδός. Ενώ οι ακραίες συμπεριφορές είναι αυτές που καταγράφονται και δημιουργούν ιστορία, είναι αυτές που ελκύουν το ενδιαφέρον των περισσοτέρων, σε ατομική βάση η ισορροπία βρίσκεται στη μεσότητα, στο ήρεμο, το συγκαταβατικό. Μηδέν άγαν, είπαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Ένα φορτίο υπομονής, εγκαρτέρησης και συγκαταβατικότητας γενικώς είναι απαραίτητο.

 Το καλύτερο όλων είναι να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου, να έχεις λογικές απαιτήσεις απ’ τη ζωή και να μην βάζεις τον πήχη σε μη ρεαλιστικά ύψη. Μην καταντήσεις σαν εκείνους που πάσχουν από συνεχή κι εναγώνια αναζήτηση για το κάτι άλλο, το καινούργιο, το διαφορετικό. Αυτών που κυνηγούν ασταμάτητα- πλην ματαίως- την ευτυχία μέσω της αλλαγής. Που, έχοντας θέσει την προσωπική τους φιλοδοξία πολύ ψηλά, δαπανώνται στο κυνηγητό για την πραγμάτωση των υπερβολικών και πολλές φορές υπερφίαλων στόχων τους.

 Τότε, να το ξέρεις,  δεν προλαβαίνεις να αφομοιώσεις και να χαρείς τίποτα. Οι στάσεις, τα κρατήματα, μερικές φορές είναι ανάσα ζωής, ευκαιρία για διαλογισμό και εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Η μετριοπάθεια είναι βάλσαμο αντοχής στις ατυχίες που ενδεχομένως θα συναντήσεις στην πορεία της ζωής σου.








































































































































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου