1. Το χωριό
Είχε δώσει πολύχρονη μάχη να στήσει στην πόλη το δικό του νέο σπιτικό.
Και το είχε καταφέρει. Κόντρα στις χίλιες αντιξοότητες που συνάντησε στην
πορεία, με δεδομένα τα πενιχρά αφετηριακά στοιχεία και την ελλειπή αρχική του μόρφωση.
Είναι κοινός τόπος ότι η κάθε κατάκτηση του ανθρώπου, με τις απαραίτητες
ασφαλώς εξαιρέσεις, κρύβει πίσω της αγώνα, πείσμα, στοχοπροσήλωση και θυσίες
προσωπικές. Δεν γίνονται όλα απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Το αντίθετο είναι
δυνατόν. Μπορεί όλος αυτός ο πολύχρονος ιδρώτας, μέσα σε λίγες ώρες, να γίνει
στάχτη και πούλβερη. Αυτός είναι ένας μόνιμος κίνδυνος, ένα απρόβλεπτο ενδεχόμενο,
που δεν μπορεί και δεν πρέπει κανείς να το αγνοεί ή να το υποτιμά.
Έδωσε πολλές μικρές μα αδιάκοπες μάχες να
ξεπεράσει βήμα προς βήμα τα αρχικά χάντικαπ που τα πρώτα χρόνια της ζωής, του
επιφύλαξαν. Βλέπεις, ήταν ο κλειστός ορίζοντας του χωριού, η μόνιμη οικονομική
στενότητα της οικογένειας, η έλλειψη παράδοσης στα γράμματα, αλλά κυρίως το
άχθος του παρελθόντος. Το βάρος που τύλιγε μ’ ένα σφικτό δίχτυ την οικογένεια
και την παρέσερνε προς την καταστροφή. Διαμάχες, δράματα, αφανισμοί κι αίμα,
εδώ και δυο τουλάχιστον γενιές. Μια ατέλειωτη βεντέτα που τους κρατούσε σε
διαρκή επιφυλακή, διατηρούσε άσβεστο το μίσος, αλλά και τη συνεχή επιφυλακή για
το φόβο της ανταπόδοσης. Στοιχεία που δεν είναι καλοί σύμβουλοι σε έναν άνθρωπο
και δεν τον αφήνουν ν’ αναπτυχθεί φυσιολογικά. Όλα ήταν καθοριστικά στον
σχηματισμό του χαρακτήρα του.
Έτσι πέρασε τη παιδική του ηλικία. Ο χρόνος δεν ξοδευόταν σε διαβάσματα
και παιχνίδια, κάτι συνηθισμένο στα περισσότερα συνομήλικα παιδιά. Όλες τις
ώρες της μέρας τις έτρωγαν οι ατέλειωτες και επαναλαμβανόμενες αγροτικές
δουλειές. Να πάει, από τα ξημερώματα, τα πρόβατα στο βοσκοτόπι, το απόγευμα να
τα μαζέψει στο μαντρί, να τα μετρήσει καλά, μην του έχουν αρπάξει κανένα, να
προσέχει μην τυχόν οι εχθροί έχουν καταπατήσει τα χωράφια και τα λιβάδια τους.
«Αλίμονο μας κακομοίρη μου! Αν υποχωρήσουμε και μια σπιθαμή θα μας τα πάρουν
όλα. Ξέρεις τι διαβολόσογο είναι οι Σφακιανάκηδες;».
Του τόνιζε αδιάκοπα ο πατέρας
Να τ’ αρμέξει, να κουβαλήσει τα δοχεία στο
δρόμο που θα περάσει το φορτηγό για τα
γάλατα. Και νάταν μόνο αυτά; Υπήρχε κι ο μπαξές της αυλής. Δική του ήταν η
ευθύνη για το πότισμα και το ξεβοτάνισμα. Ούτε γιορτές, ούτε Κυριακές, ούτε ωράρια.
Τα παράπονα μετρημένα και διστακτικά. Δεν τον έπαιρνε και για περισσότερα. Η
μόνη πιθανή απάντηση θα ήταν καμιά ανάποδη από τον πατέρα του, με τη μάνα να
συγκατανεύει σε μια τέτοια συμπεριφορά.
Όμως η αλήθεια να λέγεται. Λίγο πολύ αυτή ήταν κι η μοίρα των περισσοτέρων νέων στο χωριό του. Το μόνο
που μπόρεσαν να τελειώσουν ήταν το δημοτικό σχολείο. Μετρημένα στα δάκτυλα ήταν
τα παιδιά που συνέχιζαν, γιατί γυμνάσιο υπήρχε μόνο κάτω στην πόλη. Αυτό
σήμαινε έξοδα κι αφαίρεση από την οικογένεια χρήσιμων χεριών στις καθημερινές
δουλειές. Οι περισσότεροι γονείς δεν τ’ αποφάσιζαν.
Η σκέψη - και χωρίς να το θέλει – πλανεύτρα κι ανεξέλεγκτη, ταξίδευε
συχνά στο παρελθόν. Τότε οι μνήμες τον
κύκλωναν χωρίς έλεος και συγκρατημό. Για τον ίδιο ήταν αβάστακτη η ανασκόπηση
των συμβάντων. Στο σπίτι τον γέμιζαν, απ’ το πρωί ως το βράδυ, με παραινέσεις
και συμβουλές. Το καθήκον της οικογένειας. Ιερή υποχρέωση των μελών της είναι
να αποκαταστήσει την τιμή που λερώθηκε .
«Μας χρωστάνε αίμα Μανώλη μας! Το αίμα του
Γιωργή φωνάζει. Εκδίκηση ζητάει. Μας τον σκότωσαν ύπουλα τον αδελφό σου! Τον
βρήκαν μόνο πάνω στο βουνό και τον έσπρωξαν στον γκρεμό. Αυτοί ήταν! Τους ξέρω
καλά. Ψυχροί δολοφόνοι! »
«Μα πώς το ξέρουμε, ρε μπαμπά; Πώς είμαστε
βέβαιοι; Δεν μπορεί να γλίστρησε και να έπεσε μόνος του;»
Τόλμησε να ψελλίσει ο μικρός, μα απότομα τον
σταμάτησε ο πατέρας
«Από τον παππούλη σου, βρε, μας κυνηγούν.
Ξύπνα Μανώλη μας! Μην είσαι χαζός Ζητούν τον αφανισμό μας! Την οικογένεια μας την
σκιάζει η ντροπή. Βλέπεις δεν έχω μούτρα να πάω στο καφενείο να πιω μια ρακή,
να πω με φίλους δυο κουβέντες. Ντρέπομαι! Εσύ, έχεις ιερή αποστολή. Εσύ θα
ξεπλύνεις την ντροπή και να σώσεις την τιμή μας!»
Νωρίς το κατάλαβε ότι τον
προορίζουν για φονιά. Μόλις αντρωθεί, να γίνει ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα
των αφανισμών που έχουν ήδη συμβεί.
« Όχι δεν θα βάψω τα χέρια μου με
αίμα. Ας με πουν δειλό, ας με πουν προδότη. Φονιά πάντως, δε θα τους δώσω την
ευκαιρία να με αποκαλέσουν»
Από μέσα του τόλμησε να ψιθυρίσει
2. Η δραπέτευση -τα πρώτα
βήματα
Μια μέρα το αποφάσισε. Δραπέτευσε από το χωριό. Δεν πήρε μαζί του
τίποτα. Ούτε ένα μπογαλάκι. Μόνο με τα ρούχα που φορούσε. Αναγκαστικά, καθώς
λειτούργησε το ένστικτο αυτοσυντήρησης.
Οι πρώτες μέρες του στην Αθήνα όπου κατέφυγε, μετά από περιπέτειες κι
αγωνίες, ήταν τραγικές. Τότε για πρώτη φορά ένιωσε τι θα πει να πεινάς και να
μην έχεις ούτε ένα σκέτο ξεροκόμματο για να μετριάσεις την πείνα που σε κατατρώει.
Κι όμως! Μέσα σ’ αυτήν την ανώνυμη κοινωνία βρέθηκαν άνθρωποι να του δώσουν το
χέρι βοήθειας. Ένα φτωχικό φαγητό κι ένα γιατάκι, ν’ απλώνει το σώμα του και να
κοιμάται λίγο μ’ ασφάλεια. Τελικά πρέπει παντού να υπάρχουν και καλοί άνθρωποι!
Δεν είναι, μωρέ, όλα μαύρα. Ευτυχώς.
Μόλις στυλώθηκε στα πόδια του αναζήτησε
δουλειά. Οποιαδήποτε, αρκεί να του εξασφάλιζε το καθημερινό φαγητό. Στην αρχή
πήγε λαντζέρης σε μια ταβέρνα κι έτσι
κάλυπτε και τη σίτιση του. Το ωράριο ήταν εξοντωτικό, αλλά για τον
Μανώλη, σιγά τον πολυέλαιο. Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια.
Άλλο ήταν αυτό που τον ένοιαζε. Να κρατήσει
την ανωνυμία του. Απαραίτητο, τουλάχιστον στην αρχή, μέχρι να στηριχθεί πλήρως
στα πόδια του και μετά να μορφωθεί, να μάθει και να ζήσει αυτά που η ζωή στο
χωριό τα είχε στερήσει. Να πάει στο σχολείο – που ήταν κι η επιθυμία του - ήταν
λίγο δύσκολο. Θα χρειάζονταν χαρτιά που σ’ αυτή τη φάση δεν διέθετε. Δεν ήθελε
να δώσει σημεία ζωής στους δικούς του. Τον βόλευε η γνώση ότι δεν θα
απευθυνθούν στις αρχές να τον αναζητήσουν. Όλα τα χρόνια τα έζησε μαζί και τους
ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά. Θα ήταν μεγάλη
ντροπή και καταισχύνη να παραδεχθούν δημόσια πως ένα μέλος της
οικογένειας το έσκασε κι από δειλία δεν ανέλαβε
να κάνει το πρέπον. Μια τέτοια γνώση θα έκανε τους αντίπαλους περισσότερο
επιθετικούς και θρασείς. Κι άντε μετά να τους σταματήσεις. Θα διαδώσουν,
σίγουρα, κάποια δικαιολογία για την απουσία του. Να κρατηθούν απλώς τα
προσχήματα. Ο ίδιος δεν είχε δυνατότητα
να έχει πληροφορίες απ’ το χωριό.
Με τον καιρό έκανε την πρώτη τακτοποίηση.
Καταρχήν η κατοικία. Είχε νοικιάσει ένα
διαμέρισμα ορόφου, ολοδικό του. Το είχε επιπλώσει σιγά-σιγά με όλα τα χρήσιμα
έπιπλα και το απαιτούμενο νοικοκυριό. Είχε μόνιμη πια εργασία. Ο τελευταίος εργοδότης
του, μετά από ενδιάμεσες αποτυχημένες περιπέτειες, είχε εκτιμήσει τελικά την
εργατικότητά του, είχε διαπιστώσει με πολλούς τρόπους την τιμιότητά του και
στην πορεία από ένα απλός υπάλληλος είχε γίνει το απαραίτητο γρανάζι στη
λειτουργία της επιχείρησης. Μέσα στ’ άλλα, παρακινούμενος από το κυρίαρχο
αίσθημα ανασφάλειας, που εξαρχής τον κυνηγούσε, είχε κάνει κι ένα αξιοπρεπές
κομπόδεμα. Το βιβλιάριο στην τράπεζα είχε μόνον καταθέσεις, Μικροποσών μεν,
αλλά με το σωρευτικό χαρακτήρα τους, τόσο καιρό, είχαν αποκτήσει ένα
υπολογίσιμο μπόι.
Μετά ήταν η μόρφωση. Μέσα του, χωρίς προηγουμένως να το έχει
συνειδητοποιήσει, είχε τη θεία περιέργεια της γνώσης, την άσβεστη δίψα για
μάθηση. Παρά τις βαριές εργασιακές υποχρεώσεις του, με πρωτοφανή φανατισμό,
αξιοποιούσε κάθε ελεύθερο χρόνο για να διαβάσει το κάθε τι που έπεφτε στα χέρια
του. Στην αρχή με τυχαίο τρόπο, αφού ο ίδιος ήταν σχεδόν λευκό χαρτί. Με την
πάροδο του χρόνου όμως μπόρεσε κι έβαλε στόχους. Ιεράρχησε τις προσωπικές του
ανάγκες, προμηθεύτηκε σταδιακά τα απαραίτητα βιβλία και μόνος ακολούθησε, σε
συμπιεσμένο χρόνο, όλη την εγκύκλια ύλη της μέσης παιδείας. Προφύλαξε τον εαυτό
του από την αμαρτία της επίδειξης γνώσεων και ματαιοδοξίας. Τώρα με άλλο
κριτικό μάτι διάβαζε τα βιβλία και παρακολουθούσε από τα μέσα ενημέρωσης τις
εξελίξεις στην πολιτική επικαιρότητα και τις κοινωνικές δραστηριότητες.
Μέσα στο περιβάλλον της δουλειάς,
γύρω απ’ τη νέα γειτονιά και κάποιες άλλες συμπτώσεις που του έτυχαν στην
πορεία, είχε δημιουργήσει έναν νέο κύκλο γνωριμιών, αλλά πρέπει να τ’
ομολογήσει. Τίποτα το ιδιαίτερο, τίποτα το σταθερό. Οι περισσότερες ήταν
επιδερμικές και δεν είχαν την απαιτούμενη συνέχεια. Βλέπεις είχε μια σειρά
αναστολές που όλες ξεκινούσαν και κατέληγαν στην ανάγκη να διατηρήσει την ανωνυμία
του.
Όταν εσύ το παίζεις μυστικοπαθής, φέρνεις τον
απέναντί σου σε δύσκολή θέση. Δεν στερεώνονται φιλίες όταν δεν υπάρχει
αμοιβαιότητα. Όταν οι εξομολογήσεις είναι μονόπλευρες. Τότε ο άλλος το θεωρεί
ως προσωπική προσβολή ή ακόμα χειρότερα αρχίζει να υποπτεύεται ότι κάτι
παράξενο συμβαίνει. Με τον ένα πήγε δυο- τρεις φορές στο γήπεδο, αλλά παρά την
επιθυμία του να μπει στο κλίμα του οπαδισμού που χαρακτήριζε τους γύρω δεν
μπόρεσε να συγχρωτιστεί με την ατμόσφαιρα. Δεν του πήγαινε το πράγμα. Με
κάποιους από τους συνάδελφους πήγε σε ταβέρνα και γλέντησε. Μέχρι που σηκώθηκε
και χόρεψε ένα χορό. Με μια συνάδελφο είδε μια φορά ένα έργο στο σινεμά, αλλά
του έλειψε το θάρρος για οποιασδήποτε επιπλέον πρωτοβουλία. Η κοπέλα - φυσικό
ήταν - απογοητευμένη δεν επεδίωξε συνέχεια της σχέσης.
Τις ορμονικές του ανάγκες τις κάλυπτε -αραιά και που- με το χυδαίο
αγοραίο τρόπο, με πόρνες του δρόμου, παίρνοντας μόνο προφυλάξεις διαφύλαξης της
προσωπικής του υγείας. Χωρίς να το ξέρει άρχισαν τα πρώτα σχόλια για τον χαρακτήρα
και τις προτιμήσεις του.
«Λες νάναι; Τόσο καιρό και τίποτα. Όμως, φίλε μου, σε κάτι τον
παραδέχομαι. Δεν μάθαμε τίποτα για το άτομό του, έστω από που κρατάει η σκούφια
του»
Αυτό είναι αλήθεια! Απέφευγε
συστηματικά να δίνει προσωπικές πληροφορίες. Όσο του ήταν μπορετό. Γιατί
υπάρχουν και πιεστικοί περίεργοι. Έτσι πολλές φορές βρέθηκε σε δύσκολή θέση και
η αμηχανία ήταν κυρίαρχη.
3. Ο κόμπος φτάνει
στο χτένι
Το μύριζε. Δεν πάει άλλο. Δεν
μπορεί να συνεχιστεί αυτή η ερμαφρόδιτη κατάσταση. Δεν του έλεγαν κατάμουτρα
κανένα σχόλιο, αλλά δεν ήταν και ηλίθιος να μην ανιχνεύει στα μάτια τους τα
ερωτήματα, που λογικά υπήρχαν για το άτομό του. Τέλος! Πρέπει να αποκτήσει τη
θέση του μέσα στην κοινωνία, χωρίς τους περιορισμούς που έφτασαν πια να τον
πνίγουν, που δημιουργούσαν συνεχώς παρεξηγήσεις στους χώρους που ζούσε και
κινιόταν.
Ήταν όμως και το άλλο. Δεν γίνεται να θάψει οριστικά και τελεσίδικα την
οικογένειά του. Αυτό, ούτε ο ίδιος θα το ήθελε έστω κι αν μπορούσε να το
επιβάλει. Δεν γίνεται Είναι οι δικοί του άνθρωποι. Είναι το αίμα του Η
εσωτερική φωνή του έλεγε:
« Εκεί είναι οι ρίζες σου, ρε κακομοίρη»
Ήθελε δεν ήθελε τα ερωτήματα αυτά τον βασάνιζαν έστω κι αν
αυτό να δεν θα το παραδεχόταν ποτέ φωναχτά. Αλήθεια τι να κάνουν οι δικοί του;
Τι θα είπαν για την πολύχρονη απουσία του; Ποια είναι η δικαιολογία που
πλασάρισαν στο χωριό; Σίγουρα οι δικοί του θα τον θεωρούν λιποτάκτη. Δεν υπάρχει
άλλο ενδεχόμενο. Θα πάει πίσω
αποφασισμένος ν’ αντιμετωπίσει την επιλογή κι όλες τις συνέπειες της.
Τώρα δεν είναι το φοβισμένο παιδί,
που με καρδιοχτύπια και φόβους χώθηκε σαν λαθρεπιβάτης στο γκαζάδικο που βρήκε
στο λιμάνι και κρύφτηκε πίσω από τη βάρκα για να μην τον δουν. Ευτυχώς το πλοίο
σε μια μέρα έφυγε απ’ το νησί και σε μια ακόμα ελλιμενίστηκε στην Ελευσίνα. Θα
μπορούσε να είναι χειρότερα τα πράγματα, αλλά η μοίρα, ο καλός θεός, τον
βοήθησαν να φτάσει εκεί ζωντανός. Τώρα είναι πιο ώριμος, πιο
συνειδητοποιημένος, με περισσότερες γνώσεις και με δική του οικονομική ανεξαρτησία.
Πώς να το κάνουμε. Είχε φτιάξει την προσωπική του καριέρα.
4. Η επιστροφή
Πήρε άδεια απ’ την εργασία. Αυτήν που
δικαιούταν. Δεν είπε σε κανέναν τίποτα για τα σχέδιά του. Ετοίμασε τη βαλίτσα
και μπήκε στο πλοίο για το νησί. Αυτή τη φορά όχι ως λαθρεπιβάτης μα σαν
κανονικός ταξιδιώτης με το εισιτήριο. Η καρδιά σφιγμένη, αλλά η απόφαση οριστική και
τελεσίδικη. Να ξεκαθαρίσει τα πράγματα τονίζοντάς τους καθαρά, ότι δεν είναι
διαθέσιμος να συνεχίσει την αλυσίδα των χαμών. Φτάνει πλέον η βεντέτα. Δεν τον
ενδιαφέρει ποιος είναι ο θύτης και ποιο είναι το θύμα. Τελεία και παύλα. Το
φονικό πρέπει να σταματήσει με κάθε θυσία.
Αυτά τα έλεγε από μέσα του. Τόσο ωραία και
τόσο ξεκάθαρα. Μα όσο πλησίαζε στο χωριό ο φόβος άρχιζε πάλι να εμφανίζεται
εντός του. Βλέπεις μετέφερε τραυματικές εμπειρίες. Στο χωριό είχαν συμβεί
δράματα με έναν από τους πρωταγωνιστές να είναι η οικογένεια του. Αν τα δεις με
τη χρονική απόσταση βέβαια η αφαίρεση έστω και μιας ζωής είναι πάντα
καταδικαστέα και χωρίς καμιά δικαιολογητική βάση. Όμως στη βράση, τη στιγμή της
έντασης, όταν η λογική παραμερίζεται ποιος είναι σε θέση να διατηρεί την
ψυχραιμία του; Μανουσάκηδες και
Σφακιανάκηδες. Να φανταστείς κανένας δε θυμόταν πια πώς και πότε άρχισε η ρήξη
και ποια ήταν η πρώτη αφορμή.
Θα μπορούσε να συνεχίσει στην Αθήνα την νέα ζωή. Όμως η ανάγκη να κρύβει τη προέλευσή του τον
είχε κουράσει. Η μοναξιά είναι καλή συντροφιά, αρκεί να έχει ένα λογικό χρονικό ορίζοντα. Μετά ήταν η
οικογένειά του. Δε γίνεται να τους σβήσει. Έτσι πήρε την απόφαση να λύσει το
γόρδιο δεσμό. Με προφανή αγωνία έφτασε στην πόρτα του πατρικού του σπιτιού. Οι
δικοί του ήταν στην αυλή. Ο πατέρας κι η μάνα γερασμένοι πρόωρα, η μικρούλα
αδελφή ολόκληρη κοπέλα. Αυτή ήταν που πρώτη τον αναγνώρισε και γεμάτη χαρά
έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά του
«Μπαμπά, μαμά ο Μανώλης μας είναι. Ο
αδελφούλης μου γύρισε!»
Τα δάκρια ήρθαν και στων δυο τα μάτια. Η μάνα
σηκώθηκε, αλλά διστακτικά κοίταξε προς το μέρος του άνδρα της. Πώς θ’
αντιδράσει αυτός;
«Μανούσο μου, ο Μανώλης! Γύρισε ο γιος μας»
Γύρισε αργά το κεφάλι προς το μέρος της και με
σπασμένη φωνή είπε:
« Εγώ έναν γιο είχα και μου τον σκότωσαν άδικα
οι Σφακιανάκηδες. Ο άλλος δεν είναι γιος μου. Δεν είναι Μανουσάκης. Ένας κιοτής
είναι! Ένας λιποτάκτης, που χέστηκε πάνω του όταν έπρεπε να κάνει το χρέος του»
Τα λόγια του πατέρα, ενώ ήταν αναμενόμενα κι
ήξερε ότι έτσι θα τον υποδεχόταν, τα ένιωσε ως ένα ράπισμα στο πρόσωπό και δεν
μπόρεσε, να παραμείνει αμίλητος
«Ναι πατέρα. Ένας λιποτάκτης είμαι! Αλλά σε
ρωτάω κι εγώ. Μέχρι πότε θα συνεχίζεται το μακελειό. Μέχρι πότε οι μανάδες θα
είναι μαυροφορεμένες και θα πενθούν τ’ αδικοσκοτωμένα παιδιά τους; Εγώ
αποφάσισα. Το ρυάκι του αίματος να
σταματήσει»
Ο πατέρας σ’ έξαλλη κατάσταση, όσο γρήγορα του
επέτρεπαν τα πόδια του, έφτασε κοντά και του άστραψε μια ανάποδη. Είδε τον
ουρανό με τ’ άστρα! Ταρακουνήθηκε απ’ τη θέση του και κινδύνεψε να πέσει. Τότε
αλαφιασμένη επενέβη η μάνα που τελικώς ποτέ δεν απαρνιέται το σπλάχνο της
«Όχι Μανούσο! Το παιδί μας είναι. Σχώρα το και
δώσε τόπο στην οργή»
Τον αγκάλιασε σφικτά προσπαθώντας να τον
προστατεύσει από δεύτερο χτύπημα με το πρόσωπο δακρυσμένο και την ικεσία στα
μάτια. Ο Μανώλης την αγκάλιασε κι αυτός μα το βλέμμα του παρέμενε προσηλωμένο
στον πατέρα του
Παρά τα χρόνια που είχαν διαβεί, θα νόμιζες
ότι τα κότσια του δεν λύγισαν καθόλου. Όμως παρατηρώντας καλύτερα τα
χαρακτηριστικά είδε το τραγικό θέαμα. Συρρικνωμένος και καμπουριασμένος.
Αξύριστος από καιρό λες κι ένα διαρκές πένθος τον σφράγισε δια παντός. Με
συγκίνηση ψέλλισε
«Δεν σε πρόδωσα πατέρα. Σ’ αγαπώ και σε
σέβομαι. Καταλαβαίνω την πίκρα σου, αλλά δες και τη δική μου πλευρά. Ο ένας
γιος σου είναι από χρόνια στο χώμα. Θέλεις κι άλλος να σαπίσει στα σίδερα
στιγματισμένος απ’ την ανθρώπινη δικαιοσύνη, ως φονιάς; Δεν σε πρόδωσα. Απλώς η
ζωή προχώρησε και τα πράγματα μπαμπά άλλαξαν»
«Κι η τιμή της οικογένειας, μωρέ; Η κουτσουλιά
πούχουμε στο μέτωπο έτσι θα μείνει; Τι θα πει ο κόσμος;»
« Άστο πάνω μου πατέρα. Εγώ θα το
εξηγήσω δημόσια στο καφενείο. Αύριο κιόλας»
«Έχεις μούτρα βρε να σταθείς μπροστά τους; Δε
φοβάσαι μη σε κράξουν όλοι; Για τόλμα το, λοιπόν»
5. Η δημόσια επανεμφάνιση
Πόσα χρόνια είχε να κοιμηθεί στο
σπίτι; Παρατηρώντας γύρω είδε ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα ίδια φτωχικά
έπιπλα, που ο άτιμος χρόνος είχε αφήσει
πάνω τα σημάδια τώρα φάνταζαν
ετοιμόρροπα. Ήταν σαφής η ένδειξη της συνεχιζόμενης φτώχειας. Υπάρχει όμως και
η ανύπαντρη αδελφή και το θέμα πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι
ο ύπνος δεν ερχόταν. Μόνο οι ενοχές. Τόσα χρόνια δεν έδωσε σημεία ζωής κι αυτός
που μπορούσε να κάνει κάτι έλειπε.
Τι παράξενη κι αντιφατική που είναι τελικά η ζωή! Πας να
γλυτώσεις από κάτι και με την πράξη σου ανοίγεις μια νέα εκκρεμότητα,
δημιουργείς ένα ακόμα πρόβλημα. Μήπως έτσι θα γίνεται πάντα; Μήπως ζωή χωρίς
προβλήματα δεν υπάρχει; Ίσως, αλλά να έχει τουλάχιστον, βρε αδελφέ, και κάποιες
χαρές. Δεν αντέχεται το μόνιμο σκοτάδι.
Θα
μπορούσε να τους στείλει οικονομική βοήθεια. Ανωνύμως. Αλλά ο βλάκας δεν το
σκέφτηκε κι ενοχές πολλαπλασιάστηκαν. Η κατάσταση στο σπίτι χειροτέρεψε. Το
κοπάδι με τα πρόβατα θα ελαττώθηκε δραστικά. Ποιος θα μπορούσε από δυο ηλικιωμένους
κι ένα κοριτσάκι να κουμαντάρει ένα μεγάλο κοπάδι και να συλλέγει το γάλα;
Πρέπει να τα δει όλα από μηδενική βάση.
Άργησε πολύ να κοιμηθεί κι όταν ξύπνησε δεν ένιωθε ξεκούραστος. Όμως
έκανε ένα κρύο ντους στην αυλή για να ξυπνήσει καλά. Και η μάνα είχε ετοιμάσει
από νωρίς ένα παραδοσιακό πρωινό. Έφαγε μ’ όρεξη ενώ δίπλα καθισμένη τον καμάρωνε
η αδελφή του. Ρώτησε για τον πατέρα και η απάντηση επαλήθευσε τους φόβους του.
Είχε βγάλει για βοσκή το κοπάδι. Ρώτησε για τα πάντα. Σωστά τα υπέθεσε. Η ζωή
τους είχε χειροτερέψει, αλλά λιτοδίαιτοι και περήφανοι δεν έδωσαν αφορμή στους
γείτονες να το καταλάβουν. Η αγωνία της μάνας επικεντρωνόταν στο κορίτσι. Σε
λίγο το Λενάκι θα φτάσει σε ηλικία παντρειάς. Δεν κρατήθηκε άλλο
« Θα βοηθήσω εγώ μάνα. Έχω καλό κομπόδεμα. Και
απ’ τη δουλειά μου έχω μόνιμο εισόδημα»
Ασφυκτιούσε μέσα χωρίς να μπορεί να
κάνει τίποτα. Ετοιμάστηκε να βγει έξω, μα η μάνα με την αγωνία ζωγραφισμένη στο
πρόσωπο του είπε
« Να προσέχεις αγόρι μου. Τα μάτια δεκατέσσερα.
Μην μπλέξεις σε καυγά»
« Όχι, ρε μάνα, από πού κι ως που. Θα γυρίσω
γρήγορα»
Πήγε κατευθείαν στο βοσκοτόπι. Εκεί
που συνήθως πήγαινε κι ο ίδιος. Ο πατέρας
κοιμόταν στη σκιά ενός δένδρου. Του μίλησε ήρεμα μην τον τρομάξει.
« Ο Μανώλης είμαι πατέρα. Ήρθα να σε
αντικαταστήσω. Πήγαινε σπίτι.»
«Τι θα γίνει με σένα παιδί μου; Τι σκοπεύεις
να κάνεις;»
«Να βοηθήσω θέλω πατέρα»
«Τι να σου πω. Μεγάλωσα και τα κότσια μου
λύγισαν! Ανέλαβε εσύ κι ο θεός να σε φωτίσει»
Το απόγευμα γύρισε το κοπάδι στο μαντρί και
για το άρμεγμα ήταν επί τόπου η αδελφή με τα σύνεργα έτοιμη. Του είπε
« Πήγαινε εσύ να πλυθείς. Θα το
κάνω εγώ όπως κάθε μέρα αυτά τα χρόνια»
Κανονικά θα έπρεπε ν’ αρνηθεί, όμως
είχε άλλο σχέδιο κι ο χρόνος δεν τον έπαιρνε. Πλύθηκε, ντύθηκε και πήγε κατευθείαν
στην πλατεία του χωριού. Εκεί βρισκόταν το καφενείο, χώρος συγκέντρωσης των
ανδρών κάθε σούρουπο.
«Εδώ σε θέλω Μανώλη» είπε από μέσα του.
Μπήκε διστακτικά μέσα στο καφενείο
και μερικά κεφάλια γύρισαν περίεργα να τον δουν. Τότε το συνειδητοποίησε κι
αυτός. Έφυγε μικρό παιδί και γύρισε άνδρας. Ποιος μπορεί να τον θυμόταν; Λες κι
είχε ξαναπάει μέσα εκεί; Ευκαιρία είναι τώρα
«Συγχωριανοί, είμαι κι εγώ παιδί
του χωριού. Απλώς, έφυγα πριν από χρόνια στην Αθήνα, όπου κι εργάζομαι και ίσως
γι αυτό δεν με γνωρίζεται. Είμαι ο Μανώλης Μανουσάκης, ο γιος του Μανούσου. Ένα
θέλω να ξεκαθαρίσω. Δεν έφυγα απ’ το χωριό γιατί κιότεψα. Δεν έφυγα γιατί
φοβήθηκα τους Σφακιανάκηδες. Έφυγα γιατί δεν ήθελα να συνεχιστεί το άδικο αυτό
μακελειό. Το αθώο αίμα κι οι αντεκδικήσεις. Αυτή παραμένει και σήμερα η θέση
μου»
Γύρισε το βλέμμα του σ’ όλους
αναζητώντας εντυπώσεις και συνέχισε
« Το λέω καθαρά μπροστά σ’ όλο το χωριό. Θέλω
ειρήνη. Ό,τι έγινε, έγινε! Οι νεκροί, δυστυχώς, δε γυρίζουν πίσω. Αν βρίσκονται
εδώ μέλη της οικογένειας, να το πιστέψουν και να το μεταφέρουν και στους
άλλους. Αν δεν είναι κανείς, κάντε μου τη χάρη, να τους τα πείτε. Ορκίζομαι
στην Παναγιά ότι λέω την αλήθεια και θέλω να συνυπάρξουμε με ηρεμία κι αγάπη.
Την Κυριακή που έρχεται θα είμαι στην Εκκλησία. Μετά τη λειτουργία, αφού
μεταλάβω, να δώσουμε τα χέρια και να ξορκίσουμε μια για πάντα το κακό. Αυτά
είχα να πω. Ευχαριστώ που μ’ ακούσατε»
Έκανε μεταβολή κι έφυγε, χωρίς να μάθει την
εντύπωση των λόγων του.
6. Η έκπληξη
Το βράδυ ενημέρωσε τους δικούς του. Η
αντίδραση της μάνας ήταν:
«Αμήν, παιδί μου. Ο θεός να τους φωτίσει και
να έρθουν στο ραντεβού»
Ο πατέρας κούνησε το κεφάλι και είπε
«Μα αυτό το κεφάλι να κοιμάστε. Ο λύκος και
την προβιά του να βγάλεις, πάλι λύκος θα παραμένει!»
Ο Μανώλης είπε στην αδελφή του
« Αύριο το πρωί θα κατέβουμε στην πόλη. Να
είσαι έτοιμη. Σκέψου τι σου χρειάζονται να ψωνίσεις»
Για πρώτη φορά στη ζωή της η Ελένη ένιωσε
μέλος μιας οικογένειας, που την υπολογίζουν και τη σκέφτονται. Όλα τα χρόνια
ήταν παραπεταμένη, χρήσιμη μόνο για τις δουλειές του σπιτιού. Από τη μέρα που εξαφανίστηκε
ο αδελφός, στο σπίτι έπεσε μόνιμο πένθος. Ούτε έξοδοι, ούτε γλέντια, τίποτα.
Μόνο δυο- τρεις φιλενάδες από το σχολείο και τη γειτονιά με περίπου την ίδια
μοίρα με την ίδια.
Ό,τι της υποσχέθηκε ο Μανώλης
πραγματοποιήθηκε. Στην πόλη για πρώτη φορά στη ζωή της γνώρισε χαρές. Δυο
φορέματα, παπούτσια, εσώρουχα κι ότι άλλο χρειάζεται ένα νέο κορίτσι. Ο Μανώλης
κουβαρντάς κι ανοιχτοχέρης ήθελε να σβήσει μέρος από τις ενοχές που τόσα χρόνια
την είχε παρατήσει.
Εκείνη με το πρόσωπο να λάμπει του ζήτησε
ικετευτικά
«Μανώλη να έρθω κι εγώ μαζί την Κυριακή στην
εκκλησία; Σε παρακαλώ αδελφέ, πες ναι;» Δεν μπορούσε να της αρνηθεί
«Εντάξει Ελένη. Μαζί θα πάμε»
Η μικρή έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Με τον αδελφό
και τα καινούρια ρούχα! Ούτε στ’ όνειρό της. Σήμερα είναι Παρασκευή. Αχ, πότε
θα ξημερώσει Κυριακή; Το Σάββατο ήταν
μέρα περισυλλογής για τον Μανώλη. Από μέσα του ήταν σταθερή η απόφαση να λύσει
οριστικά το γόρδιο δεσμό. Χωρίς να είναι συνηθισμένος, προσευχήθηκε στο θεό
εκλιπαρώντας για αίσια έκβαση. Η μάνα θα έμενε στο σπίτι για τις δουλειές του
νοικοκυριού, ο μπαμπάς θα πήγαινε τα πρόβατα στη βοσκή - δε γινόταν διαφορετικά
- κι η Ελένη με την αναστάτωση και την προσδοκία των νέων εντυπώσεων.
Ξημερώματα Κυριακής, αφού η μάνα τους έδωσε
την ευχή της, ξεκίνησαν για τη λειτουργία. Όταν μπήκαν στον ναό τα περισσότερα
κεφάλια γύρισαν και τους κοίταξαν. Είχε πολύ καιρό να έχει τόσο κόσμο η
εκκλησία. Ίσως μόνο στις μεγάλες γιορτές της Ανάστασης και του Αγίου Νικολάου, πολιούχος του χωριού.
Σαφής η ένδειξη ότι το νέο είχε διαδοθεί και υπήρξε ανταπόκριση. Ο παπάς, λες
και βιαζόταν να τελειώσει, διάβαζε τροχάδην τα κείμενα και ήρθε η στιγμή της
θείας μετάληψης. Ο Μανώλης μπήκε κανονικά στη σειρά κι όταν έφτασε μπροστά στον
παπά με ανοιχτό το στόμα δίνοντας του τη μετάληψη του είπε
«Ο θεός να σ’ ευλογεί, παιδί μου. Είμαι στο
πλευρό σου. Εύχομαι να επικρατήσει ειρήνη κι αγάπη στο χωριό»
Μόλις τελείωσε η λειτουργία, ο
κόσμος βγήκε με περιέργεια στο προαύλιο περιμένοντας τις εξελίξεις. Η αδελφή
του, του σύστησε μια όμορφη νεαρή κοπέλα
«Μανώλη αυτή είναι η Μαριώ ή το Μαράκι όπως τη
λέγαμε στο σχολειό. Εσύ δεν το ξέρεις, αλλά η Μαριώ είναι από την οικογένεια
των Σφακιανάκηδων. Εμείς κάναμε παρέα. Απλώς οι γονείς μας δεν το ήξεραν»
« Μπράβο κορίτσια. Δε μου λες Μαριώ
είναι εδώ άλλα μέλη της οικογένειας;»
«Ήθελε ο αδελφός μου να έρθει, αλλά δεν τον
άφησε ο πατέρας»
«Τι κρίμα κι ήθελα να τελειώσει αυτή η έχθρα»
«Κι εγώ θα το ήθελα και πολύ μάλιστα. Θα κάναμε
πλέον ανοιχτά παρέα με το Λενάκι. Πάντα ήμασταν καλές φίλες»
«Μην απογοητεύεστε! Θα ξαναπροσπαθήσω.
Σκέφτηκα να βάλω μεσολαβητή τον παπά, που συμφωνεί με την πρωτοβουλία μου.
Χάρηκα που σε γνώρισα Μαριώ, θα τα ξαναπούμε»
«Πάνε Ελένη θα μας περιμένει στο σπίτι η μάνα»
Ξεκίνησαν ροβολώντας το μονοπάτι,
μα μόλις έκαναν λίγα βήματα, ο Μανώλης ένιωσε έναν αφόρητο πόνο στην πλάτη του
και μια δυνατή ώθηση που τον κουτρουβάλησε στα σκαλοπάτια. Πριν καλά να
συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει έχασε τις αισθήσεις του.
7. Στο νοσοκομείο
Σαν να έρχεται μέσα απ’ ένα άγνωστο
μονοπάτι, στενό κι απειλητικό, με τα κλαδιά και τα φύλλα των θάμνων να
γρατζουνάνε το πρόσωπο. Έτσι αισθανόταν. Άγνωστη η αφετηρία, άδηλος ο
προορισμός. Λεπτό προς λεπτό αποκτούσε συνείδηση των πραγμάτων, συνερχόταν από
ένα ταξίδι σε ανεπίσκεπτους τόπους. Δεν τολμούσε όμως ν’ ανοίξει τα μάτια του
φοβούμενος τα χειρότερα. Στη μνήμη ήρθε η ύστατη στιγμή. Ο δυνατός πόνος και το
κουτρουβάλιασμα στα σκαλοπάτια. Αλήθεια τι του είχε συμβεί; Φαίνεται χωρίς να
το θέλει, ασυνείδητα κούνησε λίγο τα βλέφαρά και μια γνωστή φωνή ακούστηκε
χαρούμενη στο χώρο
«Συνέρχεται, συνέρχεται! Έλα αδελφούλη μου
γλυκέ, άνοιξε τα ματάκια. Τώρα που σε βρήκα θα σε χάσω;. Μανώλη εγώ είμαι, η
Ελένη»
Ένιωθε τρομερή αδυναμία να κάνει
την παραμικρή κίνηση. Όμως δίπλα μ’ αγωνία η αδελφή του ζητούσε να δώσει
σημάδια ζωής. Όταν άνοιξε τα μάτια το τοπίο ήταν θολό. Μόνο σκιές να κινούνται.
Σιγά- σιγά όμως οι μορφές ξεκαθάρισαν. Πρώτα αναγνώρισε την Ελένη. Με τα μάτια
κόκκινα από το κλάμα, αλλά με το χαμόγελο πλατύ στο πρόσωπο, έσκυψε και τον
φίλησε στο μάγουλο. Δίπλα ήταν ένας ωραίος νέος, που στεκόταν χαμογελαστός,
αλλά άγνωστος στο ίδιο.
«Πες μου Ελένη, πού βρίσκομαι;»
«Είμαστε στο νοσοκομείο της πόλης
Μανώλη. Τρεις μέρες είσαι αναίσθητος και πεθάναμε απ’ την αγωνία. Ευτυχώς ο
θεός κι οι γιατροί σε κράτησαν ζωντανό!»
«Τι έγινε; Δεν θυμάμαι τίποτα»
«Θυμάσαι πως βγήκαμε από τη λειτουργία, πως
σου σύστησα τη φίλη μου τη Μαριώ Σφακιανάκη και πώς στη συνέχεια ξεκινήσαμε να
επιστρέψουμε στο σπίτι; Πίσω απ’ τον πλάτανο της πλατείας παραμόνευε ο πατέρας
Σφακιανάκης κι είχε στήσει καρτέρι να μας κάνει ζημιά.. Μόλις στρίψαμε το
μονοπάτι πετάχτηκε και σε μαχαίρωσε στην πλάτη. Δεν μπόρεσα ν’ αντιδράσω
καθόλου. Έβαλα τις φωνές και άνθρωποι που ήταν στο προαύλιο της εκκλησίας
έτρεξαν να δουν τι συνέβη. Εσύ ξαπλωμένος αιμορραγούσες κι εγώ τα είχα χαμένα.
Ας είναι καλά ο ψύχραιμος παπάς. Με τη βοήθεια κι άλλων σ’ έβαλε, όσο πιο
γρήγορα γινόταν, στο αυτοκίνητο και σ’ έφερε στο νοσοκομείο. Εγώ δίπλα σου
πίεζα με το μαντήλι την πληγή να σταματήσει η αιμορραγία. Πλην ματαίως. Το αίμα
έτρεχε συνέχεια κι οι γιατροί μας είπαν αν αργούσαμε λίγο ακόμα δεν θα μπορούσαν
να σε σώσουν»
«Ο νεαρός δίπλα;»
«Είναι ο Μιχάλης Σφακιανάκης, αδελφός της Μαριώς και γιος του δράστη.
Σήμερα είναι η δεύτερη φορά που έρχεται. Θέλει λέει να εκφράσει τη λύπη του για
το συμβάν και να ζητήσει συγνώμη»
«Χαίρομαι που είσαι εδώ Μιχάλη. Δεν έχω
κουράγιο να σηκωθώ και να σου σφίξω το χέρι, αλλά να το ξέρεις από σήμερα σε
θεωρώ φίλο. Που βρίσκεται ο πατέρας σου;»
«Τον έχουνε συλλάβει..»
« Να του πεις ότι εγώ τον συγχωρώ.
Δε θα δώσω συνέχεια. Εκείνο που επιθυμώ είναι να τελειώσει η διένεξη και να
ζήσουμε από δω και πέρα εν ειρήνη.»
Επενέβη η αδελφή του Ελένη
«Φτάνει πια Μανώλη. Καταλάβαμε, μην
κουράζεσαι άλλο. Κοίτα να ξεκουραστείς. Το απόγευμα θα ξανάρθει η μάνα να σε
δει»
Όταν έγινε γνωστό ότι ο Μανώλης
συνήλθε από την αφασία των τριών ημερών άρχισαν οι αλλεπάλληλες επισκέψεις.
Συγγενών και αρμοδίων. Στην Αστυνομία τόνισε ότι δεν επιδιώκει τη δίωξη του
δράστη. Το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν η διαιώνιση της αντίθεσης των δυο
οικογενειών. Αυτό δεν ήταν όμως στο χέρι τους του είπαν. Η απόπειρα κατά της
ζωής του διώκεται αυτεπαγγέλτως κι έπρεπε παρέμβει ο αρμόδιος εισαγγελέας. Ίσως
αυτός να μπορεί κάτι να κάνει.
Ο πατέρας του, παρά την εκ πρώτης όψεως
επαλήθευση των φόβων του, ήταν αρκετά αλλαγμένος, πεισμένος από το πείσμα και
τη σταθερότητα του γιου του.
« Μακάρι αγόρι μου να γίνουν αυτά που θέλεις.
Να γλυτώσουμε από την αγωνία, που μας κυνηγούσε σ’ όλη τη ζωή. Λες να μην το
θέλω κι εγώ;»
8. Η εντύπωση στην
Αθήνα
Η απόπειρα εναντίον του Μανώλη, ως συνέχεια
μιας πολύχρονης βεντέτας μεταξύ των δυο οικογενειών, έγινε είδηση στα μέσα
ενημέρωσης. Εφημερίδες, τηλεοράσεις
είχαν ανταποκρίσεις από το νησί με τις απαραίτητες φωτογραφίες. Η
ταυτότητα του Μανώλη έγινε παντού γνωστή. Στη δουλειά του η είδηση έπεσε σαν
βόμβα. Η απορία που υπήρχε στους
καχύποπτους μέχρι εκείνη τη στιγμή συναδέλφους και τους λίγους γνωστούς λύθηκε.
« Εμ βέβαια, τώρα εξηγούνται όλα!»
Έστειλαν τηλεγράφημα στο νοσοκομείο. Θερμές
ευχές κι όταν περάσει η μπόρα τον
περιμένουν πίσω.
Οι εκκρεμότητες στο χωριό ήταν πολλές. Πρώτον
η συμφιλίωση δεν είχε ολοκληρωθεί, οι δικοί του είχαν μεγαλώσει και τον
χρειάζονταν κοντά τους, η αδελφή έπρεπε
να αποκατασταθεί. Έτσι προς το παρόν έπρεπε να μείνει στο χωριό. Η κατάθεση που
του ζήτησε η Αστυνομία ήταν μια καθαρή προσπάθεια να υποβαθμίσει το συμβάν και
να υπερτονίσει την ανάγκη της ειρήνης ανάμεσα στις δυο οικογένειες.
Ο εισαγγελέας του είπε ότι δίκη θα
γίνει, αλλά θα ληφθούν υπόψη όλα αυτά τα ελαφρυντικά στοιχεία. Ο κύκλος του
αίματος μεταξύ των οικογενειών έκλεισε οριστικά με το γάμο που έγινε. Του
Μιχάλη Σφακιανάκη και της Ελένης Μανουσάκη. Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου